Federico Garcia Lorca, Χρώματα

Επάνω απ’ το Παρίσι το φεγγάρι
μενεξεδιά τα χρώματά του έχει
που κιτρινίζουν και χλωμιάζουν όμως
επάνω από τις πεθαμένες πόλεις.

Υπάρχει κι ένα πράσινο φεγγάρι
και σ’ όλους μέσα θα το δεις τους θρύλους-
σαν της αράχνης τον ιστό φεγγάρι,
σαν πετροβολημένη τζαμαρία’
στη μοναξιά και στις ερήμους όλες
βαθύ είναι και σταλάζει μαύρο αίμα.

Μα τι τα θεις! Το λευκό φεγγάρι…
αυτό φεγγάρι αληθινό είναι μόνο
και λάμπει μοναχά μες στη γαλήνη
σε όλα τα κοιμητήρια των χωριών μας!

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Τα μάτια σου δυό πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων”, Εκδόσεις Ρώμη, 2019. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Roberto Juarroz, Δεν υπάρχουνε παράδεισοι χαμένοι

Δεν υπάρχουνε παράδεισοι χαμένοι
Ο παράδεισος είναι κάτι που χάνεται καθημερνά
Όπως καθημερνά χάνονται η ζωή
Η αιωνιότητα κι ο έρωτας.
Έτσι επίσης χάνουμε την ηλικία
Που, ενώ φαίνεται ν’ αυξάνει
Λιγοστεύει κάθε μέρα
Γιατί είν’ αντίστροφη η μέτρηση
Ή έτσι χάνεται το χρώμα κάθε όντος, σα γυμνασμένο ζώο κατεβαίνοντας
Σκαλί σκαλί
Ώσπου να μείνουμε άχρωμοι
Και αφού ξέρουμε εξάλλου
Πως δεν υπάρχουνε ούτε μελλοντικοί παράδεισοι
Δεν απομένει πλέον άλλη σωτηρία
Απ’ το να γίνει ο καθένας μας παράδεισος.

*Μετάφραση: Αργύρης Χιόνης.

Ιφιγένεια Σιαφάκα, Δύο ποιήματα

ΜΟΝΟΣΑΝΔΑΛΟΣ

Ο θόρυβος μιας μικρής πυγολαμπίδας
το σώμα στην αποσύνθεση αναδεύει
Από έλλειψη πίστης στην απώλεια
ίσως από υπερβολική ελπίδα
στην επιστροφή του απωθημένου
την κάσα κουβαλάει μονοσάνδαλος
Εκλιπαρεί για το άλλο του σανδάλι
να βει γυαλιά, καθρέφτες και νυστέρια
π’ αστράφτουνε μονάχα σκάβει

Πώς ακονίζουνε τις γάγγραινες θυμάται

*

ΤΟ ΚΟΥΜΠΙ

Μας περιμένουν ώρες οι νεκροί στα ξύλινα κρεβάτια
με το χαμόγελο του λύκου Τη δαντέλα της φωτιάς
Απέριττοι Αυτάρκεις στη ζέση του εσχάτου ασπασμού
Την προδοσία σαν άχνη ξεφυσούν απ’ τα ρουθούνια

Λάζαροι πλαστικοί μ’ ένα κουμπί στα χείλη αιωρούνται
ραμμένο νήμα σ’ αυταπάτες Ξηλώσανε οι λέξεις

Άδικα οι προδότες δεν αναστήθηκαν στη γη

*Από τη συλλογή “Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν”, Εκδόσεις Σμίλη, 2019.

Xavier Villaurrutia, Σονέτο αφιερωμένο στο ρόδι

Την ολοσκότεινη ο έρωτάς μου προσεγγίζει
κηρύθρα που εντός της μιαν ενσαρκωμένη
σκιά κρύβει και που ερμητικό ένα ρόδι μένει,
το κοίλο τοίχωμά της πάντα να σκαλίζει.

Τον εαυτό μου εκεί κοιτώ να διυλίζει
τη δίψα του σιωπώντας που ‘ναι ξαναμμένη
και ακόρεστη, και τη φυλάω παγωμένη,
στο μέλλον μήπως θέλω να με ανακουφίζει.

Μπορεί ένα στόμα αλλότριο, ένα στόμα ξένο
να εμφανιστεί αύριο μες στον πόνο μου τον κρύφιο
και το αίμα μου να συναντήσει-χορτασμένο-,

τη σάρκα μου σκληρή και κρύα σαν καμίνι’
και μέσα μου στυφή μια γεύση, σαν ζωύφιο
τη δίψα της με τη δικιά μου ν’ αποσβήνει.

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Τα μάτια σου δυό πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων”, Εκδόσεις Ρώμη, 2019. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Νίκος Σφαμένος, Δύο ποιήματα

ΑΓΙΟΙ

δε θα ξεχαστούν ποτέ
τα λερωμένα όμορφα
πρόσωπα τους
οι γεμάτες αγωνία
ματιές
τα αιωρούμενα χέρια
και οι φωνές τους
καθώς καιγόντουσαν:

«πάρτε μας γρήγορα από εδώ!
Αυτός ο κόσμος είναι
για τους πετυχημένους!»

*

ΜΙΑ ΜΙΚΡΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

«δε μου βγαίνει πια»
του είπε
εκείνος πήγε να τρελαθεί
εκείνη έκλεισε το τηλέφωνο
εκείνος θυμήθηκε τις στιγμές τους
εκείνη μπήκε στο μπάνιο
εκείνος έπινε όλο το βράδυ

όλα τα άνθη
οι μέλισσες
οι θηλιές
τα κλειδιά
του κόσμου εισέβαλαν στο κεφάλι του
ούρλιαξε μα η πόλη είχε
ήδη κοιμηθεί

το επόμενο πρωί
οι φωνές του μανάβη τον ξύπνησαν
σηκώθηκε
πλύθηκε
έγραψε άλλο ένα ποίημα
δάκρυσε λίγο
και η μικρή ιστορία
αυτού του κόσμου
συνεχιζόταν

*Από τη συλλογή «Αντιηρωικό», 2016.

Μάρκος Μέσκος, Μικρή ευτυχία

Είναι μια μικρή ευτυχία που ζω∙
στα χέρια μου κρατάω το άσπρο ρίγος της ζωής
στα χέρια μου κρατάω το μαύρο ρίγος του θανάτου,
τα χρόνια μου περνούν κι ανθίζουνε όπως τριαντάφυλλα την άνοιξη
μαδιούνται το χινόπωρο,
αγαπάω τον κόσμο, πονάω για τον κόσμο,
σκέφτομαι και λέω ζωή είναι αγάπη,
σκέφτομαι και λέω θάνατος είναι αγάπη,
δακρύζω από χαρά όταν πυρπολεί τα δέντρα
το ερωτιάρικο αηδόνι,
δακρύζω από τη λύπη που σταμάτησε
στη ράχη του χελιδονιού,
χαίρομαι την αυγή, θλίβομαι τη δύση…

Είναι μια μικρή ευτυχία που ζω∙
και που πεθαίνω.

*Aπό τη συλλογή “Πριν από τον θάνατο” (1958).

*Το πήραμε από εδώ: https://poiimata.com/2022/05/22/mikri-eutyhia-markos-meskos/

Zaina Alsous, Description de l’Egypte

Ένα πρωί μια γραμμή καμένο μελάνι
στο σημειωματάριο του βοτανολόγου.

Μετά την εισβολή, ένας κήπος φυτεμένος στο Κάιρο.
Ο γαλλικός στρατός να καταγράφει την απόσταση

μεταξύ κτήνους και βαμβακοσπόρου.
Ο Ναπολέοντας είχε φτερά, πέταξε σαν τον Ερμή
πάνω απ’ τις πυραμίδες

Ένα κλωνί γαλάζιου να επινοεί την ατμόσφαιρα.
Το κείμενο το αρθρώνει κι έτσι γίνεται

εικόνα και κάν’ το εικόνα και ο λαός από κάτω’
δεξαμενή στατικών ρημάτων να σφυροκοπούν
ξέρω ήξερα ξέρω ήξερα.

Ένα πρωί η γέννησή μου είναι μια γραμμή από μελάνι
στη γλώσσα των φυτειών.

Μεγαλώνοντας παρακολουθώ τη μνήμη να με συναρμολογεί:
μια μυθοπλασία από παπαρούνες και ειδωλολατρία,

επικλινής σε πλεονάζουσα ζέση,
αίμα στην υποσημείωση. Υπάρχει μια πόρτα
που αναμεταξεί εμένα και το τότε,

οι συγγραφείς λένε η πόρτα είναι πάντοτε ανοιχτή,
τα φαντάσματα λένε η πόρτα δεν είναι για μας.

*Από την Ανθολογία “Αραβίδες ντίβες”, έκδοση Τεφλόν / Αρχείο 71, 2021. Μετάφραση: Πίτερ, Ράνια, Ελένη.

**Η Zaina Alsous είναι ποιήτρια προερχόμενη από την παλαιστινιακή Διασπορά που διαμένει στη South Florida των ΗΠΑ. Η πρώτη της ολοκληρωμένη συλλογή με τίτλο “A Theory of Birds” κέρδισε το Βραβείο Ποίησης Etel Adnan και εκδόθηκε από University of Arkansas Press το 2019.

Μαρία Θεοφιλάκου, Ποιήματα

Danny Lyon, Woman in phone booth (1966-1967)

ΥΠΟ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ

Η πρωινή εφημερίδα μού υπόσχεται
Μία λοξή κάπως σιωπή δίπλα στο ανοιγμένο σου
Παράθυρο, το από έξω
Μουτζουρωμένο πάντοτε
Με το αποτύπωμα του μελανού αέρα.

Κούπες καφέ, ξερός καπνός, ένα βραχνό μουρμουρητό σου
Χάσαμε
Την ικανότητα να ξεδιαλύνουμε πού πάνε οι στάχτες
Πώς εξαντλούν την άχνη τους, τι χρησιμεύουν
Στον ανεξάντλητο των πρωινών μας κόσμο.

*

Η ΛΑΜΠΑ

“Είμαι γριά τυφλή απ’ το ένα μάτι”,
μου φώναξε από το απέναντι μπαλκόνι
“κι ούτε τ’ αυτιά μου με βοηθάνε.
Καλημέρα”.

Κι ύστερα, κάθε ένα βράδυ,
το φως του μπαλκονιού ανάβει, αργά.

Έτσι συμβαίνει
στο έρεβος του κρεβατιού μου εγώ
χαζολογώντας
νερά ν’ ακούω από μακριά,
βαθιά σαν νύχτα,
να σκίζονται από ένα σίγουρο καράβι.
Νερά που αφρίζουνε στο γλυκερό
έρημο βράδυ, και λέω η λάμπα της
θα φταίει που μαζεύονται
πίσω από το κλειστό μου τζάμι.

Πάλι μετά, ώρα προτού χαράξει,
σηκώνεται ανελλιπώς και μου τη σβήνει.
Κι ο ήχος σταματάει κι αυτός.

*

ΦΩΝΗ ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΣΤΗ

Ένας παλιάτσος στην αδειανή γωνιά του δρόμου
βγάζει και βγάζει απ’ την τσέπη
το μαντήλι με τους κόμπους του
και το περνάει τριφτά πάνω από
τις μπογιές στο πρόσωπό του,
μα εκείνες επιμένουν

−Εκ γενετής κλόουν λοιπόν!

Ποιος το ’πε αυτό;
Θυμώνοντας
τραβάει κάτω απ’ τη γλώσσα του μι’ αστραφτερή
μακριά καρφίτσα,
που τη φυλάει για έκτακτες περιπτώσεις,
και σπάζει ένα-ένα τα μπαλόνια του

*

ΠΟΙΗΤΕΣ ΠΕΤΑΞΤΕ ΤΑ ΧΑΡΤΙΑ ΣΑΣ

Είναι η ώρα του ανέγνοιαστου στον ήλιο.
Ποιητές πετάξτε τα χαρτιά σας!
Ένα, δυο, εκατοντάδες στον αέρα
Χαρτιά, της διαρκώς σκυφτής σας λιτανείας
Για μιαν ανίατη πληγή.
Χαρτιά, ανέμυαλα να προσγειώνονται
Στο πάτωμα που τρίζει ερημία·
Ας δικαιώσετε λοιπόν τους αναστεναγμούς του!
Στο δρόμο βγείτε
Την τύχη ακολουθήστε
Ανοίγοντας πρώτη φορά τα μάτια
Ώστε να δούν αυτά
Τα πόσα ανείδωτα,
Τα δίχως ανταπόκριση στον έρωτά τους, που περάσαν
Χρυσά του Δεκεμβρίου πρωινά. Ποιητές πετάξτε τα χαρτιά
Μ’ ωραίους αυτοσχεδιασμούς στον άφρονα αιθέρα
Ποιητές όλους τους δρόμους περπατήστε
Μ’ ωραία πυξίδα την καρδιά της ποίησης που γεννιέται
Και που ’ναι η πάντα ανεξάντλητη ποτέ αδραγμένη
Η για-όλα-αυτά θριαμβεύτρια, η τόσο φευγαλέα
Η διάφανη ομορφιά.

*Πηγή: Το ιστολόγιο της ποιήτριας στο τραίνο της ποίησης στη διεύθυνση: https://trenopoiisis.blogspot.com/
Αλλά εμείς πήραμε τα ποιήματα από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2022/04/blog-post_17.html?fbclid=IwAR0-kws3ZYZIuyY4UMFnnUX5k_UIkgqQNl4NN04fyc2pe_dw3A6BVMci8_g

**Πηγή της εικόνας: https://www.clevelandart.org/art/2013.131

Safia Elhillo, Οι άντρες μ’ ακολουθούν

στο ίνστανγκραμ
στο τουίτερ
απ΄ τον σταθμό του μετρό στο σπίτι
καθώς περνώ την εξώπορτα
εδώ και χρόνια περιμένουν να γίνω δεκαοχτώ
με τα μάτια τους
με τ΄ αυτοκίνητά τους
με τα παιδιά τους στο πίσω κάθισμα
στο άδειο πάρκινγκ τα βήματά τους αντηχούν σαν από εκατοντάδες σώματα
με τη γλώσσα έξω
με τα δόντια τους ν’ αστράφτουν σαν μύγες
αφού πληρώσω και βγω απ’ το ταξί τους
μέχρι το μπάνιο
μέχρι το ασανσέρ
μπορεί ακόμα κι όταν πεθάνω και βγω απ’ το πιτσιλωτό μου σώμα

θα γυρίσω το κεφάλι και θα τους δω να στέκονται με το ’να χέρι ξαναμμένοι
θα κρατύν τα αχαμνά τους
με τ’ άλλο θα προσπαθούν ν’ αγγίξουν τα μαλλιά μου.

*Από την Ανθολογία “Αραβίδες ντίβες”, έκδοση Τεφλόν / Αρχείο 71, 2021. Μετάφραση: Πίτερ, Ράνια, Ελένη.

**Η Safia Elhillo είναι Σουδανοαμερικανή ποιήτρια και έχει παρουσιάσει έργα της σε αρκετές χώρες. Γεννήθηκε το 1990 στο Rockville του Maryland των ΗΠΑ.

Λουκάς Αξελός, Τρία ποιήματα

ΨΗΜΕΝΟ ΚΑΛΑΜΠΟΚΙ

Την είδε που έστριβε στην γωνία.
Μόλις είχαν φιληθεί
και αυτή βρήκε στα κρυφά
την ευκαιρία
να αγοράσει
ένα ψημένο καλαμπόκι
διευρύνοντας
με άμυλο και αλάτι
τον γευστικό της ορίζοντα.

Ν. Μάκρη, Αύγουστος 2017

*

ΦΩΤΙΑ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ ΔΑΣΟΣ

Αναμαλλιασμένα σύννεφα
μπερδεύονται
γύρω από τα βουνά.
Το άγγιγμά τους,
έντονη ανατριχίλα,
σαν μαύρα μαλλιά
που απλωμένα σε ανδρικό στήθος
οδηγούν σε οξείς σπασμούς.

Σε κεραυνούς
που βάζουν φωτιά
στο μαύρο δάσος
λαμπαδιάζοντάς το.

Αθήνα, Ιούλιος 2018

*

ΟΛΑ ΚΑΠΟΤΕ

Όλα κάποτε,
ακόμα και τα καύσιμα της αγάπης,
όλα, τέλος πάντων,
τελειώνουν.
Σαν τα καράβια που βυθίζονται
χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη
να δικαιολογηθούν
που άφησαν ημιτελή
την ρότα προορισμού τους.

Ν. Μάκρη, Αύγουστος 2013

*Από την ενότητα “Ψημένο καλαμπόκι” που συμπεριλαμβάνεται στη συλλογή “Το σθένος των λέξεων”, Εκδόσεις “Στοχαστής”, 2020.