Δημήτρης Αρμάος (1959-2015), Nosferatu

Φωτογραφία: Δημήτρης Κανελλόπουλος

Σ’ ένα μοναδικό στίχο με στόχαση να κρύβεσαι

Κι αυτός ο στίχος πόλη με τα κάστρα της
Χρειάζεται την ιστορία για να τραφεί
Και για να μαραθεί το φως των υπαλλήλων

Λέω θα πρέπει ν’ αλλοιώνεται φριχτά το πρόσωπό μου
Όταν αρχίζει να χαράζει όγκους περιγράμματα
Στο διάβα της ψυχής από τα τελευταία σπίτια
Ο σπλαχνικός καντηλανάφτης της υποταγής
Στη ρίζα του βουνού σύθαμπο ακόμα
Οι μισητές δυνάμεις στρατωνίζονται στο σώμα μου
Ενώ ένα χέρι αόρατο περνάει μεθοδικά
Και σβήνει τα χαρακτηριστικά μου σα σε μαυροπίνακα
Το βλέμμα κιόλας νεκρωμένο αιμοδοτείται
Στη θέση τής δικιάς μου η έρημη
Ψυχή των βρικολάκων

Μια θρυαλλίδα πάει κι έρχεται στον κόρφο μου όπως γέρνω
Και παρατάω ανάλαφρα να πέσει το κυβέρτι
Μα δεν ξυπάζεται σαν άλλοτε το μέσα ψυχομέτρι
Στις πλάτες νιώθω φιλικά να με χτυπούν
Παλάμες διδαγμένες τάξη από ληστές.

*Από το βιβλίο «Δημήτρης Αρμάος, Μητρόπολη», Ανάτυπο από τα «Τετράμηνα» (τεύχος 39-40, Άμφισσα 1989, σελ. 2590-2591 / 9.

Κασσάνδρα Αλογοσκούφη, Γεωπολιτικές δολοφονίες παιδιών στο Robb Elementary

Έσπρωχνα την πλευρά του τετραδίου να ανοίξει στην άκρη παραλία
Εκεί, μουλιάζουν στοιβαγμένα τα αλάτια σε ανοιχτόκαρδες γούρνες
Παρηγορούνται με μία τράτα από μεθυσμένα θαλασσοπούλια
Πέλματα τσαλαπατούν ανενδοίαστα σε λίμνες με κόκκινους γυρίνους
Γύρω τα νησιά απλώνονται στις φακίδες μιας πρώτης εφηβείας.
Στις γρίλιες του θώρακα βλέπουμε φως που δεν παραβιάζεται.
Η ανατολή αργεί να ανατείλει τρεις φορές σε έργα κ’ μέρες προδοσίας
Η δύση καταβυθίζεται σαν δολοφονία στο σχολείο Robb Elementary
Έσπρωχνα τα τετράδια σε μια προσπάθεια να υπεραμυνθώ με εδάφια
Κι ο κόσμος μου γέμισε φύλλα σαν παιδιά διαμελισμένα στον κρόταφο
Ξερό φθινόπωρο που θρυμματίζεται κάποτε σαν αδικαιολόγητη βία.
Όταν τα σχολεία μας γίνονται Μικρή Συρία, τα αυτόματα παραμιλούν
Φταίνε οι προσομοιώσεις πολέμου στη Μέση Ανατολή κ’ o μισθοφόρος
πατέρας επιστρέφει ίδιος χαμένο μάτι του αντιστράτηγου Carton de Wiart.

*Αντιστράτηγος Adrian Carton de Wiart, πολέμησε γενναία στον WWI, WWII, αλλά και στον άδικο πόλεμο κατά των Boers. Στην επιστροφή του στην πατρίδα έχασε το αποκρουστικό γυάλινο μάτι μέσα σ’ ένα ταξί. Ισχυριζόταν ότι απόλαυσε τον πόλεμο.
** Στις 25 Μάη του 2022 στο σχολείο Robb Elementary στο Τέξας δολοφονήθηκαν 18 μαθητές και δύο δασκάλες απ’ τα πυρά του έφηβου Σαλβαδόρ Ράμος.

Κούλα Αδαλόγλου, Στιγμή

Έπαιζε ένας fado ρυθμός
γυρτό το κεφαλάκι σου στο στέρνο του
και λικνιζόσασταν
μέσα στον χρόνο ένα στροβίλισμα ευτυχίας.

Υγρό κρύο, σκούρα σύννεφα.
κι εγώ στην γκρίζα ομίχλη
μ’ ένα φόρεμα μοβ
όλο ξεμάκραινα.

Ανοιχτή η τηλεόραση ξεχασμένη
συνέχιζε να πυροβολεί κατά ριπάς

*Από τη συλλογή “Γιατί το μέλλον μια μικρή κουκίδα”, εκδ. Σαιξπηρικόν, 2018.

Χρήστος Κολτσίδας, Τρία ποιήματα

ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ

Χωράς να κινηθείς απ’ την μια άκρη στην άλλη

Εδώ έχει κίνηση και γέννηση και θάνατο
Πλατάγιασμα της πέτρας στο μαύρο πανί του ποταμού

Κι αν βγούμε βράδυ ώς το βουνό
-με κλαρίνο και λαούτο και φόβο για βοηθό-
έρχονται ζώα με στόμα κόκκινο που αχνίζει

Είναι ένας τόπος όμορφος
Τόπος ροής
τόπος κυνηγιού
τόπος μελισσοκόμων.

*

ΟΡΧΗΣΤΡΙΚΟ

Εκεί που ο ήλιος ψύχωνε σκιές
ήρθε κι ένας άνεμος να με βοηθήσει
Πλάκες υγρές
προσόψεις κτιρίων σκοτεινές
κι οι άνθρωποι σκυφτοί

Ακούγονται στο βάθος δοξαριές
μικρές κι απότομες

Ορεινή βλάστηση είναι στην καρδιά του τοπίου
κι όλα ορθώνονται με σύνεση
κι εγκράτεια τριγύρω.

*

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Χαρούμενος είμαι
Ξαπλώνω μες στης σιωπής
το μαύρο μαξιλάρι
Κι έχω για στήριγμα απαλό
χορούς αργούς δέντρο μικρό κι ένα λουλούδι φρέσκο
Της άνοιξης χαμόγελο
του γέρου προσκεφάλι
Γελάς κι εσύ κι έχεις λυγμό
τραγούδι φυτεμένο μέσα στα κόκαλά σου
Φυσάει αέρας τρίζουνε
τα ακροδάχτυλά σου.

*Από τη συλλογή “Τα ορεινά”, εκδ, Μελάνι, 2015.

Μια γόνιμη ποιητική συνεργασία: Χρήστος Νιάρος, Δημήτρης Τρωαδίτης, «Σύμπραξη Χρόνου»

ΑΘΗΝΑ ΒΟΓΙΑΤΖΟΓΛΟΥ*

Γράφει το λεξικό για την ερμηνεία της λέξης «σύμπραξη»: α) συνεργασία και επίτευξη κοινού στόχου, β) ένωση ανθρώπων υπό κοινές ιδέες, ιδεολογίες, σκοπούς, γ) συμμαχία. Και οι τρεις έννοιες ταιριάζουν στο συντροφικό ποιητικό εγχείρημα του Χρήστου Νιάρου και του Δημήτρη Τρωαδίτη, που ένωσαν σε ένα χαρμάνι, για την ακρίβεια σε ένα λιτό βιβλίο των εκδόσεων Στοχαστής, τις ποιητικές φωνές και ευαισθησίες τους. Ποιος είναι, εντέλει, ο κοινός τους στόχος; Και εναντίον τίνος συμμαχούν; Την απάντηση μάς τη δίνει η δεύτερη λέξη του τίτλου της συλλογής τους: «Σύμπραξη χρόνου», καθώς και το εξώφυλλο του βιβλίου, όπου φιγουράρουν οι δείκτες ενός αόρατου ρολογιού: μαύροι και κομψά διακοσμημένοι ο κοντός δείκτης (της ώρας), και ο λεπτοδείκτης (των λεπτών), κόκκινος, απέριττος και δραματικός ο δείκτης των δευτερολέπτων. Οι δυο ποιητές, λοιπόν, συμμαχούν ενάντια στον χρόνο, καθώς έτσι κι αλλιώς η τέχνη πάντα ενάντια στον χρόνο τίθεται, εξ ορισμού· στην ακινητοποίησή του στοχεύει, στην αθανασία. «Οι λεπτοδείκτες αμείλικτοι και η αγάπη άφαντη», γράφει ο Τρωαδίτης στο εισαγωγικό ποίημά του. Για «ειρωνεία του χρόνου» κάνει λόγο ο Νιάρος. Όμως δεν επαναπαύονται.

Οι δυο δημιουργοί έχουν διανύσει διαφορετικές διαδρομές: ο Τρωαδίτης έχει δημοσιεύσει αρκετές ποιητικές συλλογές, ο Νιάρος αποτολμά για πρώτη φορά να βγάλει ποιήματά του σε βιβλίο, αλλά κάθε άλλο παρά απουσιάζει από τον χώρο του λόγου, καθώς δημοσιεύει συχνά ποιήματα και πεζά σε εφημερίδες και στο διαδίκτυο, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε χώρες όπου το ελληνικό στοιχείο είναι ισχυρό: Γερμανία, Καναδά, Αυστραλία. Αλλά και ο τρόπος που γράφουν οι δυο «σύμμαχοι» είναι διαφορετικός: πιο ορμητικός, πιο εξωστρεφής/διαλογικός, πιο συνειρμικός ο Χρήστος Νιάρος, περισσότερο συγκρατημένος, πιο ερμητικός και πικρός στην εξομολόγησή του ο Δημήτρης Τρωαδίτης. Κι ωστόσο τους δυο ποιητές συνδέει κάτι κρίσιμο: η κοινή μοίρα του μετανάστη, καθώς εδώ και δεκαετίες είναι εγκατεστημένοι στη Μελβούρνη. Κι έτσι οι φωνές τους συντονίζονται, θα λέγαμε, στην κόψη δυο τόπων και δυο ημισφαιρίων (πατρίδας και Αυστραλίας), δυο χρόνων (των παιδικών αναμνήσεων από την Ελλάδα και του παρόντος στην ξένη χώρα), δυο καταστάσεων: πραγματικότητας και ονείρου, ρεαλισμού και πόθου για υπέρβαση της σκληρής καθημερινότητας. Ακροβατούν και οι δυο στους στίχους τους ανάμεσα στην αγάπη και τη μοναξιά, τον πόθο για επικοινωνία και τη διάψευση.

Έτσι, μολονότι ο Τρωαδίτης λέει αποφασιστικά:

Καλά κάναμε και φύγαμε
καλά κάναμε και μισέψαμε

[…]
δεν είχαμε τόπο να κουρνιάσουμε
δεν είχαμε καρδιά να νιώσουμε
καλά κάναμε και αποστατήσαμε

(«…Καλά κάναμε»)

συγχρόνως, και εξ αντιθέτου, συνεχίζει να αναπολεί το μητρικό παρελθόν και πάνω σε αυτή την κόψη πατρίδας και τόπου μετανάστευσης, παιδικότητας και ενηλικίωσης, ισορροπεί, εντέλει, επώδυνα ίσως μα και λυτρωτικά, μέσα από την ποιητική γραφή:

Τις νύχτες επιδιώκω
να πετάξω σ’ αναπολήσεις
σ’ εκείνο το πεύκο
που χάθηκε ένα πρωί
στην αυλή της εγκατάλειψης

[…]
να ισορροπήσω στον κοφτερό
τεθλασμένο ιστό της ζήσης μου.

(«Νυχτερινές προσδοκίες»)

«Η ένταση των ακροδαχτύλων», γράφει χαρακτηριστικά στο ποίημα «Καταλάγιασμα» (εννοώντας ασφαλώς τα ακροδάχτυλά του που γράφουν στίχους, στο χαρτί ή στον υπολογιστή) «συμβιβάζεται με την ξενιτιά μου / στη νυχτωδία αυτής της εξορίας / εξακολουθώ να ερωτεύομαι / τα ανείπωτα και τα ευτελή […] έξω από την ηχώ των ορίων μου». Τόπος διαφυγής λοιπόν η ποίηση, οδηγεί από την «εξορία» της «ξενιτιάς» έξω από τα όρια του τόπου και του χρόνου…

Ο Χρήστος Νιάρος, από τη μεριά του, συμπυκνώνει καίρια τον διχασμό ανάμεσα στα δυο ημισφαίρια, ανάμεσα στις δυο ζωές της ψυχής:

Λήθη και νοσταλγία
με βάλανε στη γωνία
δύο πατρίδες φιλοξενία,
μια καρδιά φιλοδοξία.

(«Έμμετρα»)

Και μολονότι συμπεραίνει ότι «δεν κόβεται και ο άρτος ο επιούσιος / στις εξορίες και στις μοναξιές», επιμένει να παλεύει ενάντια στη λήθη, μερικές φορές ακόμη και με μια έξαρση ενθουσιασμού, όπως στο εναρκτήριο ποίημα του βιβλίου:

ταξιδέψανε οι αναμνήσεις
με ταχύτητα επισκεπτηρίου
δοξαστικών δευτερολέπτων

(«Εποχιακό σεντόνι ΙΙ»)

Mε έναν ακόμη τρόπο, όμως, πιο υπόγειο, βάζει ο Νιάρος δόσεις πατρίδας στην ξενιτεμένη ποίησή του: συνομιλώντας με σημαντικούς Έλληνες ποιητές. Έτσι, για παράδειγμα, γράφοντας για το «σαλπάρισμα ματιών και πανιών» ότι

πάντα ένα μαντίλι
θα σε κρατάει
για να μην πας στον πάτο

(«Ασυνόδευτη βαλίτσα επιπλέει στο νερό»)

μας θυμίζει την ξενιτεμένη «Ξανθούλα» του Διονύσιου Σολωμού. Γράφοντας εμφατικά «δεν έχω άλλο χρόνο» θυμίζει ένα από τα τελευταία ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, την «Έλλειψη χρόνου» («Δεν έχω – λέει – καιρό. Δεν έχω καιρό»). Γράφοντας

ονόματα και πράγματα
ανακατεύτηκαν

[…]
ξεφτίζονται τα ονόματα και τα πράγματα
όταν δεν φρεσκάρονται οι σιγουριές τους

(«Χώματα και πράγματα με το μικρό τους όνομα σε βάφουν»)

απηχεί τόσο τον όψιμο Ρίτσο («Τα ονόματα δεν εφαρμόζουν πια πάνω στα πράγματα») όσο και τον Ελύτη των Ελεγείων της Οξώπετρας. («Δεν / Υπακούουν τα πράγματα στα ονόματά τους»).

Κι ωστόσο με την ποίησή του – γιατί αυτό πάντα κάνει η ποίηση – ο Νιάρος παλεύει να βρει τα ονόματα, τις λέξεις τις σωστές, που θα εφαρμόσουν πάνω στα πράγματα, και θα μας κάνουν έτσι να ηχήσουμε αυθεντικοί εις πείσμα των δύσκολων καιρών. Οι καιροί στον Νιάρο δεν είναι δύσκολοι μόνο λόγω της ξενιτιάς, της μοναξιάς, των διαψεύσεων του έρωτα και της κοινωνικής υποκρισίας, αλλά και λόγω της κρίσης που έχει φέρει στην ανθρώπινη επικοινωνία το διαδίκτυο, στον αχανή χώρο του οποίου οι άνθρωποι μοιάζει να επικοινωνούν περισσότερο απο ποτέ, αλλά συγχρόνως και λιγότερο από ποτέ – κάτι από την ουσία έχει χαθει, μαζι με την επαφή της ζωντανής σάρκας… Είναι πραγματική μνήμη, αναρωτιέται ο ποιητής, οι φωτογραφίες μέσα στα κινητά μας τηλέφωνα; Η μνήμη των μηχανών ταυτίζεται με την ανθρώπινη μνήμη;

όλα τρέχουν γρήγορα
στις εικόνες
που κρατάς
τις αποθηκευμένες στη μνήυμη του κινητού

(«Εικόνα»)

Είναι οι καθιερωμένες τελετουργίες του Facebook ουσιαστική επαφή;

Λυπημένες Λαμπρές
τα likes και τα loves σου

[…]
οι ληγμένες λήψεις τους
λαμβανονται λειψά.

(«Κάποια λάμδα στο laptop»)

Θα κλείσω τα παραδείγματά μου με το ποίημα του Νιάρου «Ζωές απλές», όπου όπως προχωράμε από τον πρώτο στίχο προς τον τελευταίο οι λέξεις και οι συλλαβές μειώνονται, για να καταλήξουν στο κοφτό, τυπικό «γειά» του τελευταίου στίχου – πολύ δραστικός τρόπος για να δηλωθεί, ακόμη και τυπογραφικά η συρρίκνωση της ανθρώπινης επαφής, που με την πρόφαση ενός σημειώματος στο messenger κρύβει τη φτώχια της, την απουσία ουσιαστικής διάδρασης με τον άλλον:

ΖΩΕΣ ΑΠΛΕΣ

Συναντηθήκαμε στην είσοδο πολυκαταστήματος,
είσαι δεν είσαι, τι κάνεις, δεν άλλαξες,
χάρηκα που τα είπαμε,
σε ποια σελίδα θα σε βρω,
τα λέμε στο messenger,
καλό υπόλοιπο,
να μου γράφεις,
χαθήκαμε,
γεια.

Ενώ όμως υπάρχει προβληματισμός, συνειδητοποίηση, θλίψη για τα τρωτά του υπερσύγχρονου κόσμου μας, παραίτηση δεν υπάρχει στο βιβλίο Σύμπραξη χρόνου. Η ίδια η «σύμπραξη» των δυο ομοτέχνων είναι μια δύναμη, ένα αίτημα, που μένει στον αναγνώστη να το εισπράξει και να το μετατρέψει σε νίκη επικοινωνίας, ολοκληρώνοντας τον προορισμό του ποιητικού λόγου. «Αυτοσχεδιάζω φάλτσα τα χρώματα / πέφτοντας στα δίχτυα του ηλιοβασιλέματος», γράφει ο Νιάρος. «Να φιλήσεις τα βλέφαρα της κόρης / για να λυθούν τα… μάγια», γράφει ο Τρωαδίτης. Ο λυρισμός, η ομορφιά της φύσης, η μαγεία, συγχωνεύονται στο βιβλίο τους με πινελιές ωμού ρεαλισμού, ειρωνείας και αυτοειρωνείας, ανοίγοντας μια μεγάλη βεντάλια ποιητικών τόνων, τρόπων και αισθημάτων. Ο χρόνος, για λίγο, ακινητεί μέσα στην ποικιλία των εικόνων τους· ο λεπτοδείκτης πετρώνει ανακουφιστικά.

*H Aθηνά Bογιατζόγλου γεννήθηκε στην Aθήνα το 1966. Σπούδασε Νεοελληνική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Kρήτης και εκπόνησε το διδακτορικό της στο King’s College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου (1989-1993). Δίδαξε στις Φιλοσοφικές Σχολές της Kρήτης και της Πάτρας και το 2001 εξελέγη λέκτορας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Iωαννίνων όπου σήμερα υπηρετεί ως αναπληρώτρια καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας. Για το συγγραφικό της έργο ανατρέξτε εδώ: https://biblionet.gr/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%89%CF%80%CE%BF/?personid=17270

Νίκη Κωνσταντοπούλου, Δύο ποιήματα

ΑΛΟΓΟ ΚΟΥΡΣΑΣ

Είμαι πάλι στο σημείο εκκίνησης
περιμένοντας το πυρ για να χυθώ
σαν άλογο κούρσας
πίσω από σένα να τρέξω.

Είμαι πάλι στο σημείο μηδέν
μετρώ τα δρομολόγιά μου
τα χιλόμετρα που φόρεσα
στα κουρασμένα μου πόδια

Σαν θεατής ψυχρός
περιμένοντας τη νίκη σίγουρος
κοιτούσες από μακριά
τη λεπτή μου φιγούρα.

Με σένα έμαθα να δρασκελίζω
χαράδρες, ρήγματα και γκρεμούς
Εσύ ακίνητος τραβούσες φωτογραφίες
και πόνταρες στοιχήματα

*

[ΕΚΕΙΝΟΣ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ]

στέκεται μέρες τώρα
στη μέση του δρόμου
τα αυτοκίνητα τον προσπερνούν
οι άνθρωποι περνούν απο δίπλα του ξυστά
ακουμπάνε τον ώμο τους
κι αμέσως τινάζουν το παλτό τους
τα περιστέρια δεν τον πλησιάζουν ούτε για λίγα ψίχουλα
τα παιδιά τον κοιτάζουν με περιέργεια
μέχρι οι μανάδες να τα απομακρύνουν γρήγορα

Τέτοια συντονισμένη αδιαφορία
θα ζήλευε και ο διάβολος.

*Από τη συλλογή “Εγώ απέναντι”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2017.

Ντίνα Γεωργαντοπούλου, Περιμένω

Περιμένω.
Δε μιλώ.
Δεν αγγίζω.
Περιμένω τη βροχή.
Μια γραμμή κόκκινη
σχεδόν / πολύ.
Νύχτα ορίζεται.
Στερούμαι.
Κοιταζόμαστε στα μάτια
έρωτας / θάνατος.
Στερούμαι
την πιθανότητα αλήθειας.
Θυμάμαι να νιώσω.
Περιμένω.

*Από τη συλλογή “Απροσποίητα”, εκδ. Βακχικόν, 2017.

Antonin Artaud, Μαύρος κήπος

Κυλήστε τ΄ουρανού ποτάμια στα μαύρα πέταλά μας.
Έχουν γεμίσει οι ίσκιοι τη γη που μας αντέχει.
Τους δρόμους μας ανοίξτε στα φορτωμένα των
αστεριών σας κάρρα.

Φωτίστε μας, συνοδέψτε μας με τις φάλαγγές σας,
με τις αργυρές σας λεγεώνες, στην οδό της
θνητότητας
που την περπατάμε στης νυχτός το κέντρο.
Έτσι μιλάει ο κήπος στο χείλος της παλίρροιας.
Το δε ψυχρό των αγίων σας κιόνων μέταλλο,

ώ μίσχοι, έχει ήδη δονηθεί. Ιδού η νύχτα που
προσφέρει
το συμπάντειο των κεράτινων πυλών της κλειδί
στων απελευθερωμένων ψυχών τις εκπορεύσεις

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Τα μάτια σου δυό πυροβολισμοί στα τυφλά – Αναγνωστικό υπερρεαλιστικών ποιημάτων”, Εκδόσεις Ρώμη, 2019. Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Αντώνης Τσόκος, Μαρία

Αυτή η Μαρία δεν έζησε ποτέ.
Μπήκε σε γλάστρα
και σκεπάστηκε με χώμα.
Την πότιζαν με ανάμα
μέθυσοι ιερείς.
Έμπηζαν κεριά
σε κάθε της βλαστό.
Τα μάτια της
κοκκινόμαυρα φιτίλια
καψαλισμένα ευχές
τρεμόπαιζαν μέχρι θανάτου.
Απ’ τα άκρα της
στράγγιζε το αίμα
που η μοίρα
της είχε υποσχεθεί.
Αυτή η Μαρία
έζησε όσο ζει μια προσευχή.

*Από τη συλλογή “Απ’ την Εμμανουήλ Μπενάκη ως τα μεσάνυχτα”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2019.

Ζωή Καραπατάκη, Χαϊκού

Ι

Πώς μουσκεύτηκε
το επανωφόρι της –
άνοιξης μπόρα

ΙΙ

Τραβάει κουπί
και κοιτάει μακριά –
μόνο γαλήνη

ΙΙΙ

Πετάνε ψηλά
ψαλιδίζουνε το μπλε
τα χελιδόνια

IV

Ο Μάης φυσά
το ζεστό αεράκι
μες στο δωμάτιο

V

Μικρά βατράχια
κοάζουν ασύστολα
που να κοιμηθείς!

VI

Μα ξεμυτίζει!
είν’ το νέο χορτάρι –
ανοιξιάτικο

VII

Οι παπαρούνες
κοκκινίσανε τη γη

VIII

Στητή προχωρεί
Τρεμουλιάζουν οι λεύκες
στο πέρασμά της