Κώστας Ταχτσής, Δεν ντρέπομαι 

Μια μέρα θα με πουν φακίρη
μεσ’ απ’ το στήθος μου έβγαλα κόκκινα περιστέρια
μεσ’ απ’ τα μάτια μου καπνό
πέρασα ξίφη στα όνειρά μου
διέπραξα κλοπές δι’ υποβολής
από αγάπη, σας τ’ ορκίζομαι, από τύψεις ίσως
μια μέρα θα με πουν ομοφυλόφιλο
εκείνον ευγενή κι ομοφυλόφιλο
εμένα πονηρό απλώς
θα με πουν οχιά: ένα κοινό προδότη!
εμπρηστή!
οι τίμιοι συμπολίτες μου
θα ’ρθουν και θα κοπρίσουνε στον τάφο μου (εικονικόν)
μα τα παιδιά τους — α, οι έφηβοι!
αυτοί θα μ’ αναστήσουνε, και θα με πούνε ποιητή
ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2022/09/30/δεν-ντρέπομαι-κώστας-ταχτσής/

Η «σαλή ψαλμωδία» της Ρωξάνης Νικολάου

Επιμέλεια-Εισαγωγή: Κώστας Ρεούσης
Ρωξάνη Νικολάου, «Σαλός μαγνήτης» (Φαρφουλάς, 2022)

Μηνύματα μιας ευγενικά αρχαίας συγκινησιακής αγωγής. Μακριά, πολύ μακριά, από τη σύγχρονη πρόστυχη πραγματικότητα της αδηφάγου καθημερινότητας μιας αστικής πόλης, η Νικολάου, καλλιεργεί τους στίχους της ακριβώς όπως φροντίζει, πιθανώς, τον κήπο της. Προσγειωμένη στο παρόν του παρελθόντος μας προϊδεάζει για το αναγνωστικό ταξίδι στα ποιήματα που απαρτίζουν τη συλλογή της, «Σαλός μαγνήτης», θέτοντας ως προμετωπίδα έναν επιγραμματικό στίχο της: «Επιστρέφει ηττημένη η ηχώ· γυρεύει το στόμα μου.».

Τα 53 ποιήματα της συλλογής κατανεμημένα σε τρεις ενότητες –η πρώτη άτιτλη (31 ποιήματα), η δεύτερη με τίτλο «Εξ αίματος» (15 ποιήματα) και η τρίτη με τίτλο «Ψεύτης ύπνος» (7 ποιήματα)– αρθρώνουν έναν ενιαίο και αρραγή δροσερότατο ποιητικό λόγο, ελκύοντας την καταγωγή τους από εκείνον τον κοσμογονικό 7ο π.Χ. αιώνα όπου και η λυρική ποίηση μ’ ένα βαθιά ανθρώπινο άλμα προσπέρασε, εάν όχι ισοπέδωσε, την κυριαρχία του έπους. Συγγενής, βιολογικά και γλωσσικά, των αρχαίων ελληνίδων ποιητριών, η Ρωξάνη Νικολάου, ακούει τη φωνή τους ως φυσική και αναπόσπαστη συνέχεια ενός αρχέτυπου πελασγικού λόγου τολμώντας να τραγουδήσει το τραύμα, την πληγή και τον πόνο της χαράς, της λύπης και της πίκρας του ανθρώπου και των στοιχείων της φύσης που τον ορίζουν.

Κατοικώντας το ποίημα που καταθέτει, μέσα στη φωτεινότητα της εκτοπλασματικής γνησιότητάς του, συντρίβει το φόβο και τον τρόμο του βιώματος χωρίς να τους αποκλείει απ’ τη γραφή της. Αντίθετα τους δεξιώνεται, με το μέτρο και την απόσταση, όμως, που τους πρέπει. Η ποιήτρια έχει συνειδητοποιήσει στον υπερθετικό βαθμό το σαρκοβόρο της ανθρώπινης συνθήκης. Διαβάζοντας, ή καλύτερα, συναντώντας το ποίημά της με τον ευφυή μακροσκελή τίτλο, «Απλώνεις λιγάκι το χέρι χραπ στο κόβουνε το πόδι χραπ… τέλος το κεφάλι το καβούκι ύστερα τσακίζουν με την πέτρα τους αυτοί που πρώτοι θα λυπηθούνε για το θάνατό σου», οι στίχοι της τρομερής υπερρεαλίστριας αγγλοαιγυπτίας ποιήτριας, που έγραψε στη γαλλική γλώσσα, Joyce Mansour, άστραψαν αβίαστα στο νου μου:

Να τρώτε ένα μάτι μέσα σ’ ένα αυγό
ένα άλογο ή ένα ελάφι
ένα μυαλό μαλθακό από υγεία
έναν στραβοκάνη σκύλο ένα βιολί
Να τρώτε για να τρώτε
Να πνιγείτε στο κρέας
Ταρακουνήστε τον κώλο σας πάνω σ’ ένα φανάρι
Να τρώτε για να πεθάνετε μ’ έναν αιμάτινο λυγμό
Τραφείτε για να μποδίσετε τους άλλους
να σας καταβροχθίσουν

— «Κανόνας Ζωής», από τη συλλογή της Joyce Mansour «Όρνια» σε απόδοση Έκτορα Κακναβάτου

Βέβαια, η Νικολάου δεν έχει «κανιβαλικές» τάσεις, ούτε καν εκδικητικές, εντούτοις αναγνωρίζει ήρεμη έως ατάραχη το σύγχρονο εχθρικό και πολεμικό τοπίο των διαπροσωπικών σχέσεων και τις καταστάσεις που αυτές προκαλούν.

Ενσταλαγμένη ποίηση της καθημερινότητας ανασύρει το θαύμα της ζωής στις στιγμές εκείνες που το βλέμμα ασκημένο στην αντίθεση θεωρεί την καλοσύνη. «Η μυστική μου αγρυπνία / Η σαλή μου ψαλμωδία.», γράφει η Νικολάου στο ποίημά της «Αίνιγμα». Κι είναι αυτή η πληρότητα του ενθουσιασμού και της μελαγχολίας που χαράζεται στο «πρόσωπο» των στίχων της ανακαλώντας το μαγικό στοιχείο ή άγγιγμα που φωτίζει και τις πλέον σκοτεινές διαδρομές της. Η ποιητική φωνή της Ρωξάνης Νικολάου ίπταται στιβαρή και ελεύθερη αδιαφορώντας για το μιζεραμπιλισμό και τα νεκρά έργα των οσφυοκαμπτικά πλουσιοπάροχων λογοτεχνικών ζωντόβολων της νήσου Κύπρου.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΑΕΡΑ
Έπεσα μες στο πηγάδι
που μ’ άνοιξε η γέννησή μου.

Μηδενικά στιγμών
και κοχύλια κατειλημμένα
από φόβο
βρέχει μ’ ελάχιστες διακοπές.

Μην έχεις έγνοια·
πάνω απ’ το κουφάρι μου
θα τραγουδάει ο αέρας
ότι μέχρι θανάτου κράτησα.

(σ. 25)

ΑΓΡΥΠΝΩ ΤΟ ΑΚΙΝΗΤΟ ΝΕΡΟ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΤΟΥΣ
«Αγρυπνώ το ακίνητο νερό
της φωνής τους
ύπνους παραστέκω
πραγμάτων που δεν
θα ξυπνήσουν ποτέ»

Βρύα σκεπάζουν
το ψύχος του θανάτου

μαργωμένοι οι τοίχοι
μαργωμέν’ η αυλή

τρώει τα μάτια του
η σκουριά

μα κάθε απολειφάδι ίσκιου
απ’ της ζωής τον πόλεμο
αρπάζει
και πίνει
το σπίτι τους.

(σ. 32)

ΜΗΠΩΣ ΓΕΝΝΗΘΕΙ
Ξαπλώνω κι ευθύς σηκώνομαι
μήπως γεννηθεί και δεν προλάβω
πίνω τον καφέ με την ψυχή στο στόμα
μπαινοβγαίνω στα δωμάτια
κι αφουγκράζομαι
μήπως γεννηθεί και δεν προλάβω
τρέχω έξω, στρίβω στο πρώτο στενό,
στο δεύτερο, μπαίνω στο ένα μαγαζί,
στο άλλο, μπαίνω όπου είναι ανοιχτά,
σ’ εστιατόρια, σ’ εκκλησίες, σε μουσεία,
σε πάρκα κι όπου είναι κλειστά
χτυπώ δυνατά, κάποιος με σπρώχνει,
σκοτεινιάζει, ένα φως ανάβει,
ένα παραθυρόφυλλο ανοίγει,
«φύγε, φύγε» μου φωνάζουν
ξαπλώνω σε παγκάκια, σε πέτρες, στο χώμα
με το ένα μάτι ανοιχτό
μήπως γεννηθεί και δεν προλάβω
μήπως γεννηθεί και κανένας δεν το δει
κατεβαίνω σε υπονόμους, σε πηγάδια
σε εγκαταλελειμμένες σήραγγες

με μάτια κατακόκκινα απ’ την αγρύπνια
καταγδαρμένη από την αγωνία
και το ψύχος του ανθρώπου
με παίρνει ο ανίκητος ύπνος

άπειροι δρόμοι ξανοίγονται
μέσα στην ατέρμονη σπείρα του
σε κάποιον από αυτούς θα το προλάβω.

(σ. 43)

ΚΑΙΟΜΕΝΗ ΡΟΔΑ
Η λάβρα έκαιγε τα μάτια και το στόμα μου
οι λεύκες έλαμναν πέρα δώθε κι από μέσα τους
έβγαινε τ’ αιώνιο μοιρολόι.

Ίσως να έπεσε από το άρμα κάποιου Φαέθοντα
που μέσα στον κόσμο έχασε τον δρόμο του
που ο κόσμος τον έχασε
όπως καθημερινά αμέτρητα πλάσματα
από τα υπέρλαμπρα πετάγματα
και τις θανάσιμες πτώσεις τους·
θέλω να πω: από τα θανάσιμα πετάγματα
και τις υπέρλαμπρες πτώσεις τους

από ένα ακόμα τρελαμένο άρμα, σκέφτηκα,
θα ξέφυγε η καιόμενη ρόδα και κύλισε εδώ
στα πόδια μου.

(σ. 61)

ΤΟΣΟ ΤΟ ΝΕΡΟ ΣΤΗΝ ΠΛΗΓΗ, ΤΟΣΗ Η ΔΡΟΣΙΑ ΣΤΗ ΣΤΑΧΤΗ, ΤΟΣΟ ΤΟ ΑΙΜΑ ΣΤΗ ΦΩΝΗ, ΤΟ ΖΥΓΙΣΜΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ
Θυμήθηκα την κραυγή της Ρίτας τα μεσάνυχτα, πριν πεθάνει την άλλη μέρα. Την είχε πάρει ο ύπνος σε όχθη ορμητικού ποταμού ενώ έσφιγγε πάνω της ένα σώμα που είχε φύγει από χρόνια.

Ακούω τα φύλλα που γεννιούνται, θροΐζουν, μαραίνονται, σαπίζουν· ίσως κι εκείνα ν’ ακούν εμένα.

Ο λάκκος με τα φίδια που με πίνει για να γίνει στέρνα γλυκομίλητη σε κήπο.

Ερ.: Πώς άρχισες να γράφεις ποιήματα;
Απ.: Από μια αίσθηση κακοτυχίας που με γυρόφερνε
είχε δυναμώσει πολύ εκείνη τη μέρα.

(σ. 68)

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://exitirion.wordpress.com

Η Ποίηση στην εποχή του κορωνοϊού και του εγκλεισμού: Αφήστε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν

Photo: Brian McGowan/Unsplash

Γράφει ο Ειρηναίος Μαράκης*

Σε κάθε περίοδο κρίσης η Ποίηση και η Τέχνη γενικότερα παίρνουν θέση, όπως οφείλουν άλλωστε, σχετικά με όσα συμβαίνουν στη δημόσια και ιδιωτική σφαίρα ώστε με το δικό τους μοναδικό τρόπο να προσεγγίσουν και να αναδείξουν τις αλλαγές που συμβαίνουν μέσα στην κοινωνία και στις ζωές των ανθρώπων. Η πανδημία του κορωνοϊού δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Ήδη μέσα από τις πρώτες μέρες του εγκλεισμού όσο οι μεγάλες πόλεις, τα χωριά και οι δρόμοι μετατρέπονταν σε απέραντες ερήμους λόγω του εγκλεισμού κι ενώ στα νοσοκομεία οι θεματοφύλακες της δημόσιας υγείας έδιναν, και δίνουν ακόμα, την άνιση μάχη κατά του ιού, οι ποιητές κι οι συγγραφείς έδωσαν, και συνεχίζουν να δίνουν, μένοντας στο σπίτι, τη μάχη της έκφρασης των νέων συνθηκών.

Από τις πρώτες μέρες γράφτηκαν ποιήματα και διηγήματα για την περίοδο, που είτε διαβάστηκαν και μοιράστηκαν στο στενό ή ευρύτερο κύκλο που έχει – αν έχει – ένας ποιητής, είτε δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικές σελίδες και ιστολόγια. Παράλληλα αντίστοιχες σελίδες καθώς και εκδοτικοί οίκοι (αναφέρω ενδεικτικά: Εκδόσεις 24 Γράμματα, περιοδικό κι εκδόσεις Ατέχνως, Booksitting.wordpress.com, Strophes.blogspot.com, Nyctophilia.gr), οργάνωσαν δράσεις με πρόσκληση σε ποιητές και συγγραφείς ώστε να καταθέσουν τα πονήματα τους, διοργάνωσαν λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και προχώρησαν στην έκδοση σχετικών βιβλίων, αναδεικνύοντας ως κύρια ασχολία τους την καταγραφή των αλλαγών που έφερε στη δημόσια και ιδιωτική ζωή η πανδημία.
Αυτή η έκρηξη δημιουργικότητας, στην ποίηση καθώς και σε όλες τις τέχνες, κατάφερε να βοηθήσει αρκετούς συνανθρώπους μας ώστε να αντιμετωπίσουν από μια καλύτερη θέση τις μέρες του εγκλεισμού κι αυτό δεν είναι λίγο…

Ενστάσεις

Όμως απέναντι σε αυτή τη θετική και θεμιτή εξέλιξη, δηλαδή με τις ποιητικές απόπειρες στο διαδίκτυο και σε βιβλία, υπάρχουν κι ενστάσεις. Έχω εντοπίσει δύο κατηγορίες μέσα από τη διαδικτυακή μου περιήγηση στο Facebook – εκεί πια θα βρούμε ένα μεγάλο πλήθος ποιητών και εκδοτικών οίκων που έρχονται σε επαφή με πιθανούς φίλους και αναγνώστες τους – καθώς και σε προφίλ ανθρώπων που ασχολούνται με την τέχνη της γραφής.

Η πρώτη ένσταση δηλώνει ρητά και κατηγορηματικά ότι μπορεί πολλοί και πολλές να γράφουμε με αφορμή την πανδημία του κορονοϊού αλλά ότι η δημοσίευση και η έκδοση σχετικών εργασιών χρειάζεται να περιμένει καθώς προτιμότερο είναι να αφήσουμε να ωριμάσουν τα συναισθήματα κι οι εμπειρίες και ύστερα να προχωρήσουμε σε αυτές τις διαδικασίες. Με αφορμή τη συγκεκριμένη ένσταση αναρωτιέμαι: Ποιος, άραγε, είναι ικανός να το αποφασίσει αυτό; Και με πια κριτήρια; Δηλαδή, η συγκεκριμένη ένσταση προτείνει μια λογική του τύπου #μετάθαδημοσιεύσουμε… που, σε εμένα προσωπικά, θυμίζει το περίφημο και τόσο λανθασμένο #μετάθαλογαριαστούμε της πολιτικής και σχετικά με τις αποφάσεις της κυβέρνησης για τη δημόσια υγεία και τα εργασιακά δικαιώματα στον καιρό της πανδημίας που αφενός στρέφονται εναντίον της εργατικής τάξης και των ευπαθών ομάδων κι αφετέρου έχουν ήδη ξεκινήσει να εφαρμόζονται χωρίς να περιμένουν τη λήξη της ιστορίας με τον κορωνοϊό.

Όμως η σκληρή αλήθεια είναι ότι και μετά και τώρα χρειάζεται να δημοσιεύουμε και να πάρουμε θέση ως δημιουργοί αξιοποιώντας κάθε μέσο που έχουμε στη διάθεση μας. Άλλωστε η καθεμία περίοδος έχει την αξία της κι αντίστοιχα θα κριθεί ή/και όχι… Όπως και #τώραθαλογαριαστούμε*, έχουμε ήδη ξεκινήσει, αλλά και μετά με σκοπό την προάσπιση της δημόσιας υγείας και των δικαιωμάτων μας.

Αν όμως η πρώτη ένσταση έχει κάποια βάση καθώς εκφράζει ένα γνήσιο ενδιαφέρον για την ποίηση της περιόδου κι από ανθρώπους καθόλου άσχετους με το αντικείμενο, η δεύτερη ένσταση, η οποία είναι ιδιαίτερα προβληματική, με πλήρη απαξίωση και με μια απίστευτη τυφλότητα σχετικά με την αναγκαιότητα αυτών των δράσεων υποστηρίζει ότι όλος αυτός ο οργασμός διαγωνισμών, δημοσιεύσεων κι εκδόσεων αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο στο οικονομικό όφελος των εκδοτών τους οι οποίοι εκμεταλλεύονται τους κάθε λογής ποιητές ή συγγραφείς εντός κι εκτός εισαγωγικών. Δεν μπορούμε βέβαια να ισχυριστούμε ότι δεν ισχύει ή, καλύτερα, ότι δεν θα εφαρμοστεί σε κάποιο μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό όλο αυτό ή ότι δεν θα καλλιεργηθούν τέτοιες πρακτικές στη συνέχεια εκμεταλλευόμενες ένα ιστορικό γεγονός όπως η πανδημία του κορωνοϊού. Αλλά αν αυτή η ένσταση χρησιμοποιείται, όπως έχω παρατηρήσει, γενικεύοντας τα αρνητικά παραδείγματα και με μια γλώσσα άκρως ειρωνική ισοπεδώνοντας στην ουσία όλες αυτές τις προσπάθειες, τότε δεν είναι παρά μια κακόβουλη ένσταση που, τολμώ να ισχυριστώ, ότι φλερτάρει… με τη λογοκρισία.

Φυσικά, στον καπιταλισμό ζούμε – ακόμα, δυστυχώς – αλλά είναι αδύνατο και… παράλογο να μην επιδιώξουν κάποιο κέρδος οι εκδοτικοί οίκοι από αυτή την διαδικασία. Το θεμιτό θα ήταν να μην το κάνουν σε βάρος των δημιουργών. Υπάρχει και το παράδειγμα εκδοτικού που δηλώνει ότι τα έσοδα από αντίστοιχο βιβλίο θα πάνε σε φιλανθρωπική δράση. Η κατάληξη λοιπόν, όλων των παραπάνω είναι ότι δεν μπορούμε να γενικεύουμε, αντίθετα χρειάζεται να βλέπουμε ξεχωριστά το κάθε παράδειγμα και να κρίνουμε ανάλογα. Δηλαδή να κρίνουμε εκ του αποτελέσματος.

Κλείνοντας αυτό το σχόλιο ή αυτή την παρέμβαση, αν θέλετε, δηλώνω ότι και οι δημιουργίες στην εποχή του κορωνοϊού και οι αντίστοιχες ενστάσεις ή όποιες ακολουθήσουν ακόμα είναι ιδιαίτερα χρήσιμες. Η συμβουλή μου σε αυτό είναι μόνο μία: Αφήστε όλα τα λουλούδια να ανθίσουν! Αρκεί να είναι λουλούδια κι όχι γαϊδουράγκαθα, σωστά; Νομίζω ότι τα βασικότερα στοιχεία για μια ορθή αντιμετώπιση του φαινομένου, του οποίου βρισκόμαστε ακόμα στο ξεκίνημα του, είναι η ύπαρξη ταπεινότητας, ο σεβασμός σε μια περίοδο δύσκολη και πρωτόγνωρη για ολόκληρη την ανθρωπότητα, όχι η υπεροψία σχετικά με την δική μας θετική ή αρνητική συμβολή σε όλα αυτά κι από οποιοδήποτε μετερίζι βρισκόμαστε. Κι αυτό ισχύει ανεξάρτητα από την αισθητική ποιότητα, το βάθος και το συναίσθημα των ποιημάτων και των διηγημάτων που βλέπουν ή που θα δουν το φως της έντυπης και διαδικτυακής δημοσιότητας τους επόμενους μήνες. Να είστε σίγουροι ότι μέσα από αυτή την διαδικασία θα προκύψουν και διαμάντια. Εμείς, ως αναγνώστες, ποιητές και φίλοι του βιβλίου δεν έχουμε κανένα δικαίωμα να καταδικάσουμε την συγκεκριμένη, πολύμορφη προσπάθεια αλλά με σύνεση και σεβασμό να αναδείξουμε τις πραγματικές της διαστάσεις.

*Το σχόλιο γράφτηκε κατά την διάρκεια του εγκλεισμού, αν και οι διαπιστώσεις του θεωρώ πως αναδεικνύονται επίκαιρες ακόμα και τώρα. Ίσως και περισσότερο από πριν. Δεν είναι τυχαίο που μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων είχαμε και την ανάπτυξη των κινημάτων του #Support_Art_Workers και του #Support_Health_Workers που μαζί με το εργατικό κίνημα στη χώρα μας και διεθνώς δίνουν τη δύσκολη αλλά αναγκαία μάχη για την υπεράσπιση της δημόσιας υγείας και για την αξιοπρεπή διαβίωση των καλλιτεχνών ανοίγοντας παράλληλα και τα άλλα ζητήματα της επικαιρότητας που αφορούν είτε την πάλη ενάντια στο ρατσισμό και τη φασιστική απειλή, είτε ενάντια στην περιβαλλοντική καταστροφή και την κλιματική αλλαγή. Στις ΗΠΑ, μάλιστα, όλα τα παραπάνω συνδέθηκαν και με το κίνημα #Black_Lives_Matter που βγήκε ξανά στους δρόμους μετά τη ρατσιστική δολοφονία του George Floyd από αστυνομικό στη Μινεάπολη. Στις ΗΠΑ, και την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, θεωρητικά ισχύουν ακόμα τα μέτρα του εγκλεισμού λόγω της πανδημίας κι ενώ τα θύματα του νέου ιού έχουν φτάσει σε δυσθεώρητα ύψη… (18/6/2020)

**Πρώτη δημοσίευση στο ιστολόγιο Λογοτεχνία και Σκέψη (29/4/2020)
Δεύτερη γραφή: (18/6/2020)

Νίκος Γαλάνης, στον Βλαδίμηρο Μαγιακόφσκι

Ι.
Δείτε παιδιά
Ο ψηλός κύριος
Με τις πελώριες πατούσες
Τα φαρδιά χέρια
Τα πλατάνια στα μάτια
Κι αυτή τη γατίσια ουρά
Είναι ποιητής
Ο ποιητής των ποιητών.

Εάν τον κρατήσετε απ’ τα πόδια
Φουσκώνει κι ορθώνεται ψηλά
Ολόκληρο σοβιετικό αερόστατο
Με το τεράστιο αστέρι
Των προλεταρίων στο μέτωπο
Και το σημειωματάριο των αιώνων
κολλητά στα σπλάγχνα.

Είναι ο Μαγιακόφσκι
Ο υπερβολικός των υπερβολικότερων
Αυτός είναι ο ποιητής

Βλέπετε πως κατεβαίνει δρασκελώντας
τα πεζοδρόμια της Μόσχας
Κι απ΄ την πλατεία με το όνομά του
πηγαίνει προς το μέλλον
Εκεί που κλείνουνε τα μουσεία οι τσάροι
γιατί τρέμουνε στα οράματά του
Κι ακόμη πιο πέρα στη θάλασσα των κεραυνών.

Δείτε παιδιά
Θαυμάστε τον τόν κύριο αυτόν
Είναι ποιητής
Να τον προσέχετε
Θα πεθάνει για εσάς
Γιατί δε διστάζει σε κανένα φόβο
Αγαπά τη ζωή του ο ποιητής γι΄ αυτό τη χάνει.

*Από τη συλλογή “στον Βλαδίμηρο Μαγιακόφσκι”, αυτοέκδοση, 2019.

Louis Dubost, Το μονοπάτι…

Η άκρη του κόσμου
είναι στην άκρη του δρόμου

κι ο δρόμος πάει μέχρι που;

*

Στην άλλη άκρη είναι η ευτυχία

Και η άλλη άκρη
είναι ακόμη μακριά;

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2022/09/24/to-monopati/

Αργύρης Μαρνέρος, Ασπιρίνη

Είναι εκείνη η ασπιρίνη
Που βρίσκω κάθε πρωί
Πάνω στο τραπέζι
Τυλιγμένη
Μέσα σ’ ένα κομμάτι
Χαρτί εφημερίδας
Είναι εκείνη η υποψία
Που με κάνει να προτιμώ
Τον πονοκέφαλο
Απ’ τα ναρκωτικά.

*Από τη συλλογή “Σκοτεινός θάλαμος” (1975).

**Πηγή: Χειροκροτήστε ποιητική τριλογία 1972-1980
https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=9084.0

Χρήστος Λάσκαρης, Τρία ποιήματα

ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΣΚΑΒΟΥΝ ΒΑΘΙΑ

Τον κέρδισε η σιωπή.
Είχε πολύ
μέσα στην ποίηση βαδίσει.

*

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑΝ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΗ

Λιτοί,
και υποβλητικοί οι στίχοι του.
Μπροστά τους οι δικοί μου ωχριούν.

Μου λείπει το θάρρος να τους παινέσω.

*

ΕΠΙΜΕΝΩ ΣΕ ΕΝΑΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ

Επιμένω σε ένα άλλο κόσμο.
Τον έχω τόσο ονειρευτεί,
τόσο πολύ έχω σεργιανήσει μέσα του

που πια
είναι αδύνατο να μην υπάρχει.

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Δύο ποιήματα

ΝΑ ΣΥΝΤΡΕΞΕΙΣ

Αγάπη της αλήθειας
και περιπάθειάς μου
έλα να με συντρέξεις.
Λύπες σκληρές σαν λόγχες
στραγγίζουν το σθένος μου.
Αγάπη της περιπάθειας
αντιπαλεύω με φοινικές λύπες,
στείλε την παρηγοριά σου.

*

ΜΟΝΑΔΙΚΟΤΗΤΑ

Κάλυψε με τα χείλη του τα δικά της.
τα άρπαξε και τόσο δυνατά τα έσφιξε,
την ανάσα της έχασε.
Η γλύκα από το σμίξιμο στα χείλη
την ψυχή και τις αισθήσεις ανασταίνει.
Της χρωστούσε αυτό το φιλί,
χρόνια το περίμενε.

Έχουν και τα φιλιά τη μοναδικότητά τους.

*Από τη συλλογή “Ντελικάτη γυναίκα”, εκδ. Πόλις, 2021.

Δανάη Σιώζιου, Δύο ποιήματα

ΣΤΟ ΛΟΥΝΑ ΠΑΡΚ

Δύο γιγάντιες χελώνες
από μακρύ ταξίδι έφτασαν
ατο λούνα παρκ
περιμένουν το παιδί
να κατέβει
απ’ τα περιστρεφόμενα αλογάκια
να το πάρουν μαζί τους
η μητέρα του έχει
σύννεφα στους ώμους
στο στήθος βροχή
χαιρετά το παιδί
οι χελώνες το παίρνουν
πάνε στη θάλασσα

*

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΩΡΑ

Το παιδί κρυμμένο
πλέκει τις ώρες με τα πόδια
υποχωρεί μαζί με τον τοίχο
ώσπου χάνεται εντελώς

κάποτε εμφανίζεται

σκουπίζει τη στάχτη απ΄ τα μάτια τους
τοποθετεί ένα καντηλάκι
στο κέντρο τους

μέσα είναι τώρα φωτεινά
και παντού κρέμονται
χριστουγεννιάτικες κάλτσες

*Από τη συλλογή “Χρήσιμα Παιδικά Παιχνίδια”, εκδ. Αντίποδες, 2018.

Ειρήνη Βακαλοπούλου, Δύο ποιήματα

ΕΝΑΣ ΗΛΙΟΣ ΟΠΩΣ ΞΗΜΕΡΩΝΕΙ

ένας ήλιος
όπως ξημερώνει ο κόσμος πρώτη φορά
η γυναίκα με στάχυα δάχτυλα
άρπαξε το φρέσκο φως του

το κάρφωσε στο κεφάλι της
μη γείρει και πέσει
μη χάσει το ολόισιό του ακτινοβόλημα

η τελευταία της στάση
η στάση του μετανοημένου
το γόνατό της έσταζε αίμα
μα γυμνό μάτι δεν μπόρεσε να δει

αργά κάποτε
όπως ξημερώνει ο κόσμος πρώτη φορά
στεκούμενη ελιά γερμένη

μόνο οι ανοίξεις
τη σοφή της εικόνα διαθέτουν
την εγκράτεια που θέριεψε
στα προηγούμενα χέρια της

*

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

ο σταυρός στον ουρανό
ένας τάφος στερεωμένος

μα το υδρόφυλλο σύννεφο
χειρονομίες φτιάχνει
του κόβουν στη μέση το γιορτινό της μέρας

λίγο πιο κάτω ο άνθρωπος
ν’ αφαιρεί από το βάρος του

*Από τη συλλογή “Τα εύφορα μέλη”, εκδ. Εκάτη, 2020.