Πορεία στην ομίχλη.

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

συλλογή « το ταξίδι μέσα μας»

Θα πω λοιπόν τα δυο φτωχά μου λόγια

κι εγώ πριν φύγω με τη σειρά μου

θα περπατήσω σχεδόν τυφλός στα σκοτεινά

μ’ ένα παράφωνο τραγούδι

μιλώντας σε φανταστικούς διαβάτες

σφίγγοντας το ένα χέρι μου με τ’ άλλο

σα νιώθω μόνος

.

μες στην ομίχλη θα σηκώνονται

στριγγές και κούφιες

άγνωστες ολότελα κραυγές

φωνές το ίδιο αλλότριες

είτε σημαίνουν χαρά είτε λύπη

σφυρίχτρες διαπεραστικές και σάλπιγγες

αλαλαγμοί και βογγητά

ο σκουριασμένος στεναγμός

μιας βρύσης δίχως νερό

.

σημαίες θ’ ανεμίζουνε γιορταστικά

στο περιθώριο της νύχτας

λάβαρα με παράδοξα χρώματα

αλλόκοτους συνδυασμούς

.

θα ματώσω χέρια και γόνατα

τη γλώσσα μου θα δαγκάσω χτυπώντας σε τοίχους

θα εξουθενωθεί το κορμί μου

τίποτα όμως δεν θα’ χω να φοβηθώ

καθώς ο δρόμος θα ‘ναι πια μέσα μου

οι φλέβες και τα νεύρα

αυτή η σπονδυλική μου στήλη

αν μου μείνει μόνο μια κλωστή

απ’ αυτή θα κρατηθώ

μισό δευτερόλεπτο πριν σπάσει

αν…

View original post 28 more words

Άυπνα όνειρα | Ηλίας Στόφυλας

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

eirio

Πάντοτε ζούσα για έναν αιφνιδιασμό,
όπως όλοι οι χαμένοι.
Ήλπιζα στα όνειρα τα άυπνα
και ήθελα να χρωστώ τα πάντα
σε ένα θηριώδες ελάχιστο.
Να μπαίνω στο νερό
και να αναποδογυρίζω μαζί του
το προετοιμασμένο μου μέλλον.
Να εξαφανίζομαι μέσα στο έξω,
μακριά από τη μονοτονία του καθολικού.
Ήλπιζα ακόμη,
μέχρι που είδα
εκείνες τις έφιππες αράχνες,
να κουβαλάνε τη σορό μου.
Τη σορό που όλο και μεγάλωνε.
Μια μέρα γονάτισε μπροστά μου
και με ικέτεψε για μία ακόμη αναβολή.
Της χάιδεψα την πλάτη
και της είπα όλη την αλήθεια:
«Το παρελθόν δεν μπορεί να περιμένει».
Της φόρεσα το πιο όμορφο σάβανο
και την άφησα μόνη
στη μέση της αγάπης.
Μόνη με έναν θάνατο που δε λέει να ενηλικιωθεί.


* από την ποιητική συλλογή Μεταθανασία, εκδ. 24Γράμματα, Ιούνιος 2020

View original post

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Μπάμπουσκα 

Μία ρώσικη κούκλα
μια μπάμπουσκα
κι από μέσα βγαίνει μια μικρότερη
κι από μέσα βγαίνει άλλη
ακόμα πιο μικρή
και συνεχίζει
μέχρι που βγαίνει η μικρότερη.
Η πρώτη είναι δολοφονημένη,
η δεύτερη μέσα στο σπίτι σκλαβωμένη,
βιασμένη η πιο μικρή
μόλις δώδεκα ετών.

Απέναντι της μια άλλη μπάμπουσκα,
που κρύβει μέσα της άλλες διακόσιες δεκατρείς
μπορεί και περισσότερες
όλες αρσενικές.
Η μία παριστάνει τον επιχειρηματία,
η άλλη τον γείτονα και οικογενειάρχη,
η άλλη τον νοικοκύρη,
η άλλη κάποιον, που κάθε Κυριακή εκκλησιάζεται.
Κάποια τον πολιτικό,
που σε μια θέση εξουσίας έχει βολευτεί.

Μα αν κοιτάξεις πίσω
από την πρώτη μπάμπουσκα
θα δεις από πίσω μία δεύτερη
και πίσω μία τρίτη
και ακόμα πιο πίσω άλλες
πλήθος μπάμπουσκες,
που η καθεμιά δικαιοσύνη διεκδικεί
κι ενώνονται όλες μαζί
να κατακτήσουν ολόκληρη τη γη.

2 ποιήματα | Γιώργος Κοζίας

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

kozias

Τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα

Στο όνειρό του αντίκρισε τον Σοπενχάουερ.
-Πρόσεξε, του φώναξε,
με κυνηγούν επτά αντιπρόσωποι των νόμων.
Κραδαίνουν αόρατα ραβδιά.
-Ησύχασε, τον παρότρυνε εκείνος,
όλοι έχουμε ανάγκη
τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα.

[ Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες, Εκδόσεις Στιγμή, 2007 ]

***

Λαβωμένη κοιμωμένη

Παίρνει ο σατανάς έναν πάσσαλο τον καρφώνει
στη γη. Μου λέγει. Βάλε πάνω την κίσσα σου.
Την έβαλα. Τώρα σύρε να φέρεις το τουφέκι σου.
Το έφερα. Γέμισέ το. Το γέμισα. Σημάδεψε. Ρίξε.

Τη στιγμή που ήμουνα έτοιμος να ρίξω.
Ορθώνεται μπροστά μου μια παιδούλα.
Τραυλίζοντας. Βλάμη. Τι καλή μου αποκρίνομαι.
Είναι η ερημιά βλάμη μου.

Κι έστησε ένα μοιρολόγι. Ο Θεός να με κολάσει.
Ω νιάτα μου. Ω αγνότητά μου.
Φούρκα δίχως γιορτινά.
Γάμε δίχως καλεσμένους.
Παράφρονα κυνηγέ αλύτρωτης τρυγόνας.

[ Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε, Εκδόσεις Στιγμή, 1995 ]

View original post

Ρογήρος Δέξτερ, Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ [και άλλες σχεδίες]

ΘΕΟΔΩΡΑ ΒΑΓΙΩΤΗ

Ο Άγιος Αυγουστίνος απαντούσε συχνά, όταν τον ρωτούσαν τι είναι χρόνος, πως ήξερε τι είναι μέχρι τη στιγμή που τον ρωτούσαν. Το ίδιο συμβαίνει, θαρρώ, και με την ποίηση. Αυτό αποτελεί το μοναδικό διέξοδο που έχουμε, το πιο στιβαρό συμπέρασμα αναφορικά με το τι είναι η ποίηση ή το ποίημα, γι’ αυτό εν τέλει η επιλογή της «σχεδίας» αντί του ποιήματος ως όρου ποιητικής γραφής από έναν νέο δημιουργό που παρουσιάζει για πρώτη φορά το έργο του, μας καθησυχάζει.

Ο Ρογήρος Δέξτερ (Ρ.Δ.) εκδίδει τον Μάιο του ’22 την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο που φέρει την ατμόσφαιρα μίας φαντασιακής ιστορίας των τελών του 19ου αιώνα στο Λονδίνο, μια και Ο Δόκτωρ Τζέκιλ και ο κύριος Χάιντ (1886, Ρόμπερτ Λιούις Στήβενσον) είναι η πρωτότυπη πηγή έμπνευσης γι’ αυτόν (τον τίτλο). Ο Τζέκιλ βέβαια είναι ο παράτολμος γιατρός που πειραματίζεται με τον εαυτό του προσπαθώντας να διαχωρίσει το καλό από το κακό, ενώ ο Χάιντ είναι φυσικά ο κακός εαυτός του. Τόσο το πείραμα όσο και ο ίδιος έχουν άδοξο τέλος: αποτυχία – αυτοκτονία. Μια και οι Τζέκιλ και Χάιντ είναι ένα και το αυτό πρόσωπο, τι ακριβώς συνεπάγεται η επιλογή της δολοφονίας («μαχαίρωσε»), αν όχι και πάλι αυτοκτονία; Μα και η αποτυχία δεν είναι τίποτε άλλο παρά αποτυχία διάσπασης του κατεξοχήν διπόλου «καλού-κακού».

Δύο ακόμη πράγματα για τον τίτλο: πρώτον, η αναφορά στη γνωστή νουβέλα δημιουργεί και συντηρεί τον μύθο γύρω από το πρόσωπο του ίδιου του Ρ.Δ. που έχει επιλέξει δια της ανωνυμίας να δημοσιεύει το έργο του εδώ και κάποια χρόνια ξεκινώντας από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και χωρίς να δείχνει ουδεμία διάθεση αποκάλυψης. Δεύτερον, η χρήση του όρου «σχεδία» αντί του ποιήματος (πράγμα που αντιμετωπίζω με κατανόηση, ενδεχομένως και συμπάθεια) μπορεί να ερμηνευτεί ως άποψη που θέλει την ποίηση στο υψηλό άπιαστο βάθρο ή ως αποδοχή της γνωστής αδυναμίας όλων να αποσαφηνίσουν την ποίηση, τουλάχιστον στον βαθμό που η «σχεδία» το πετυχαίνει δίνοντας μάλιστα στο σύνολο της συλλογής ένα πολύ συγκεκριμένο ύφος. Η σχεδία βέβαια προέρχεται από το αοριστικό θέμα του ρήματος «έχω» (σχ-) και σχετίζεται με το «σχεδιάζω», «σχεδιασμός», «σχέδιο». Όλα συντείνουν στην επινόηση του σχεδίου μιας κατασκευής και στη γραφική του απόδοση. Περαιτέρω, η «σχεδία» είναι μία πρόχειρη κατασκευή που προορίζεται να πλεύσει, αλλά όχι στα βαθιά νερά. Ο Οδυσσέας είδε τη σχεδία του να καταστρέφεται ολοσχερώς από την οργή του Ποσειδώνα, ενώ χρειάστηκε η θεϊκή παρέμβαση (Λευκοθέα) προκειμένου να τον σώσει.

Οι 57 σχεδίες, λοιπόν, εκτείνονται σε σύνολο 103 σελίδων (7-110) και χωρίζονται σε δύο διακριτά μέρη, εκ των οποίων το πρώτο -άτιτλο- αποτελεί τον κορμό της βασικής συλλογής και το δεύτερο μέρος, που τιτλοφορείται “Carmina Tristia” (Ποιήματα της Λύπης), είναι μικρότερο σε έκταση. Είναι συνήθης η χρήση ξένων λέξεων (αμερικανική και λατινική γλώσσα), η αναφορά σε ξένα ονόματα και τοπωνύμια, ενώ οι επιμέρους τίτλοι (των σχεδιών) συχνά έχουν διαζευκτική μορφή (είναι επί της ουσίας διπλοί). Τα λατινικά και αμερικανικά στοιχεία προκύπτουν από σχετικές σπουδές του συγγραφέα (ή τουλάχιστον αυτή είναι η μοναδική πληροφορία που έχουμε κάτω από το πέπλο της ανωνυμίας) που όμως αντιστρέφει το «κλασικιστικό ύφος» με την προσήλωση στον κόσμο των παρακμιακών και μη bars. To bar είναι ιερός τόπος. Είναι και το κολαστήριο. Είναι ο τόπος που δημιουργεί τις προϋποθέσεις της ποίησης, είναι όμως και ό,τι κατατρύχει τον Ρ.Δ.

Οι περισσότερες σχεδίες απλώνονται μπροστά μας σε αρκετά μεγάλη έκταση με στίχους στοιχισμένους αριστερά (ας πούμε ορθόδοξα). Το περιεχόμενό τους ισορροπεί μεταξύ του storytelling και των λυρικών στοιχείων. Ο Ρ.Δ. χρησιμοποιεί κατά κύριο λόγο α’ πρόσωπο ενικού οριοθετώντας κατά κάποιον τρόπο την ποιητική του στο εύρος των αρχών της βιωματικότητας, ενώ είναι εμφανείς οι επιρροές από το πεδίο της αμερικανικής ποίησης του 20ου αιώνα, της μπιτ λογοτεχνίας ή της χειμαρρώδους ενδόμυχης, σαρκαστικής και κυνικής σκέψης ενός Μπουκόβσκι. Οι παραλληλισμοί αυτοί δεν αντικατοπτρίζουν, κατά τη γνώμη μου, την ουσία των σχεδιών του Ρ.Δ., αλλά περισσότερο τις αναγνωστικές του τάσεις, καθώς οι σχεδίες του ούτε μπιτ είναι ακριβώς ούτε ομοιάζουν με τα ποιήματα του Μπουκόβσκι σε τέτοιο βαθμό που να τα χαρακτηρίσουμε «μπουκοβσκικά». Από το πρώτο κιόλας ποίημα, ο συναισθηματικός κουρνιαχτός δεν μπορεί παρά να σηκωθεί στον αέρα, να απεγκλωβιστεί μέσα από αυτή την αμερικανική περιβολή που δεν τη μιμείται ανεπιτυχώς ο Ρ.Δ., αλλά ούτε την κατακτά, αφού τελικά το αποτέλεσμα είναι ένα προσωπικό ύφος που, κατά τη γνώμη μου, πασχίζει εσφαλμένα να παγιωθεί πάνω σε αλλότρια ερείσματα.

Στρεφόμενος στον ίδιο του τον εαυτό και μπαίνοντας στο αέναο «παιχνίδι» της συγγραφής («Μοιάζει να κύλησαν μάταια τόσα χρόνια/Στο κούφιο από ιδέες κεφάλι μου»), ταλανίζεται από τη ματαιότητα της ανάγκης για έκφραση, για πλήρωση. Γιατί ό,τι είναι πρόσφορο να μεταφερθεί στο χαρτί είναι ταυτόχρονα και ένας βαθμός απώλειας. Αυτή η χαρακτηριστική ενδογενής ρήξη που γεννά έμπνευση φέρει το ανάλογο κόστος («Μόλις πιάσω κουπί στα ξένα κάτεργα/ Και ξαναγίνω/Το παλιό κορμί/Χαμένο στα κράσπεδα της Βαβυλώνας·»). Ο Ρ.Δ. «σερβίρει» ποτά στα πιο καταραμένα πλάσματα της νύχτας, σε ανθρώπους που τους απαρνήθηκε η ίδια η ζωή, που παραδομένοι στο αλκοόλ ψάχνουν διεξόδους. Οι ήρωές του είναι όμως επί της ουσίας εγκλωβισμένοι μέσα σε αυτόν τον μικρό-απέραντο δεξτερικό κόσμο και δεν λυτρώνονται παρά συνδυάζοντας πράγματα που συνιστούν ταυτόχρονα μεγαλείο και πτώση.

Το ίδιο διπολικό μοτίβο διέπει όλη τη συλλογή και ως προς το στυλ γραφής∙ ο Ρ.Δ. κινείται από τη λυρικότητα, όταν καταπιάνεται με θέματα που αφορούν την τέχνη [πχ. «Άμουσος (μπροστά στο δέος των χρωμάτων)»], το μεταφυσικό στοιχείο και τον θάνατο (π.χ. «Αυτοσχέδιο για τη Jill Ή Όνειρο στο Everglades (B’)”, «Η κυρά-Γραφτώ» ή όλο το δεύτερο μέρος) στον ακραίο ρεαλισμό (π.χ. «Οι δύο όψεις [στο ίδιο νόμισμα]» ή «TENDER IV» κλπ.). Η διπλή διάθεση απέναντι στο καθετί είναι σαν το παιχνίδι της διελκυστίνδας, παρόν ακόμη και μέσα στο πεπερασμένο σύμπαν της μίας ή της άλλης σχεδίας, κυρίως διακριτό στο θέμα του έρωτα∙ η γυναίκα είναι «νεράιδα», είναι πλανεύτρα, είναι ο αδιαφιλονίκητος πόθος, είναι αυτή που τροφοδοτεί το σώμα με ζωή. Η απουσία της γυναίκας (ή του έρωτα) ισοδυναμεί με θάνατο και ο θάνατος σημαίνει παύση της διέγερσης και της ερωτικής επιθυμίας. Ως εκ τούτου, το σώμα αποθεώνεται: στη σχεδία «Λόγια στο Outnet Ή Pseudo-Blues [prose song “written on a toilet roll”]», η γυναίκα και η ηδονή συνυπάρχουν μέσα στην καρδιά μιας έννοιας που παρουσιάζουν στοιχεία ομαδοποίησης, ομοιότητας και εξάρτησης («Τα γυμνά όταν το θέλουν κορίτσια της ερημιάς/ Να σε φωνάζουν στη λιακάδα τους/Και σε καλούν στον οργασμό τους/Να γαμηθείτε μέχρι να ξημερώσει»).

Ο Ρ.Δ. χρησιμοποιεί μία γλώσσα που παρουσιάζει ποικιλομορφία. Ήδη αναφέρθηκα στη χρήση πολλών αμερικανικών και λατινικών λέξεων. Συναντούμε επίσης πολλούς ιδιωματισμούς, τυπικές προφορικές φράσεις και αργκό όρους. Η αργκό γλώσσα είναι το «ένδυμα» του ηρώων του υποκόσμου και του αλκοόλ: «δεν κάθεται στα ζάρια», «χάνω προπάντων στα χαρτιά και στην αγάπη», «τ’ αρσενικά να κόβουν τον κώλο της», «Ένα βράδυ έκοψε ξαφνικά φτερό στο μπαρ» κλπ. Ενίοτε η χρήση τέτοιων φράσεων μοιάζει εξεζητημένη ή υπερβολική, αν και αυτό το συναίσθημα πρέπει να δημιουργήθηκε μέσα μου από την αίσθηση ότι ο δημιουργός εγκλωβίζεται πρώτον στη γενικευμένη θεματολογία που διέπει την underground λογική του Μπουκόβσκι και δεύτερον ότι -εισχωρώντας τώρα βαθιά στην ποιητική- ακόμη περισσότερο ο δημιουργός εγκλωβίζεται στο ποιητικό υποκείμενο.

Προσπαθώντας τώρα να εξηγήσω λίγο πιο αναλυτικά την τελευταία μου φράση, πιστεύω πως η ποιητική εδώ είναι προσωπική – εξομολογητική και χειμαρρώδης. Αυτό το γεγονός είναι ένας ευχάριστος συναισθηματικός κόλαφος για τον αναγνώστη τουλάχιστον στις δέκα πρώτες σχεδίες, ίσως και παραπάνω. Περαιτέρω, όμως παρουσιάζει ένα μοτίβο αρκετά αναγνωρίσιμο, που δεν χάνει τίποτε σε ποιότητα, όμως επιτελεί τον ίδιο ή έναν παρόμοιο σκοπό στο σύνολο της συλλογής. Χωρίς να είναι διακριτά τα όρια του ποιητικού υποκειμένου από τον δημιουργό, ενεργεί, μαθαίνει, παθαίνει, βιώνει, κάνει έρωτα, υποφέρει, συλλογίζεται σχεδόν πάντα σε α’ πρόσωπο (όπως προανέφερα). Ελάχιστες φορές παρατηρείται η χρήση πρώτου πληθυντικού προσώπου, συγκεκριμένα μόνο όταν ο δημιουργός προσπαθεί να καταστήσει κοινωνούς τους αναγνώστες στη γενική ηθική κοσμοθεωρία του. Και αυτό δεν είναι μεμπτό, αν και σπάνια αντιμετωπίζω με συμπάθεια τις ηθικοφιλοσοφικές διαπιστώσεις που διατυπώνονται με αυτόν τον τρόπο. Στην περίπτωση του Ρ.Δ. πολύ συχνά η χρήση τους εντάσσεται στο πλαίσιο της προσωπικής εμπειρίας, της αναγκαίας βιωματικότητας που επιβάλλει η ποιητική του, ωστόσο -κατά τη γνώμη μου- πρέπει να βρει έναν άλλο τρόπο να καταστήσει ελκυστική την όποια ιδεολογία του.

Κλείνω το κείμενο αυτό με τη γενική διαπίστωση πως η συλλογή του Ρ.Δ. φέρει τη σφραγίδα των συνειδητών ποιητικών επιλογών. Φέρει ακόμη τη σφραγίδα του ιδιότυπου χαρακτήρα που κρύβεται πίσω από την ανωνυμία, την προσωπική αισθητική, την εμπειρία, τη γνώση, την πεποίθηση γύρω από τον άνθρωπο και την ύπαρξή του. Ο Ρ.Δ. με την πρώτη του συλλογή δείχνει αναμφισβήτητα το ιδιαίτερο ύφος του, το οποίο όμως μπορεί να απελευθερώσει εντελώς από πρότυπα που λειτουργούν «κανονιστικά» και να ανάγει τις σχεδίες του σε ποιήματα που μπορούν «να πλεύσουν στα βαθιά νερά».

Οι 2 όψεις
[στο ίδιο νόμισμα]

Βγήκε έξω απ’ το μπαρ
Φωνάζοντας τα ξημερώματα
Και ο θόρυβος ακούστηκε πιο μακριά
Σα να έσπαγε το τσόφλι ενός αβγού
Και ύστερα
Ότι έπεσε νόμιζες στο πλατύ ποτάμι
Που θα τον ξέβραζε
Στη θάλασσα με τα ποντοπόρα καράβια
Και τις νεράιδες των ωκεανών· αλλά
Στην πραγματικότητα ίσως να ήταν άλλος
Ένας μεθυσμένος που χάθηκε
Στα βρόμικα νερά μια νύχτα κραιπάλης
Ξοδεύοντας και το παραμικρό του νόμισμα
Ξοδεύοντας και τον τελευταίο του χρόνο
Στα ποτά στα χαρτιά στις γυναίκες
Ευτυχισμένος μέχρι λίγο πριν πνιγεί
Γιατί δε βρέθηκε κανείς μπροστά του
Να τον εμποδίσει
Από τους φιλήσυχους πολίτες
Που κοιμόντουσαν ατάραχοι
Και δε θα ήθελαν ποτέ
Αν ξυπνούσαν ξαφνικά
Να μοιραστούν μαζί του ούτ’ ένα κέρμα
Από εκείνα που ρίχνουμε ψηλά
Όταν γυρεύουμε μάταια
Παίζοντας στην τύχη τις ελπίδες μας
Παίζοντας στα ζάρια όλο το μέλλον
Να στείλουμε στα τσακίδια μια θλίψη·

*Ρογήρος Δέξτερ, Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ [και άλλες σχεδίες], Εκδόσεις Στίξις, Αθήνα – Ρέθυμνο 2022.

Χρήστος Νιάρος, Τρία ποιήματα

ΑΙΘΕΡΟΒΑΣΙΕΣ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ ΣΕ ΜΙΑ ΣΕΛΙΔΑ

Με τα ομοιώματα των ονείρων
να φτιάχνουν ιστορίες καλοκαιριού στο όρθιο των φιλιών μας,
ένα ακόμη φθινόπωρο μας οδηγεί
σε ένα άλμπουμ γλυκών αναμνήσεων,
η μεγαλύτερη αρετή ήταν ό,τι ήμουνα και εκεί παρών,…Ακόμη και σαν διάλειμμα εργασίας,
μια τσακισμένη όμως σελίδα ημερολογίου που αντικρίζω πια, κρατάει την σιωπή της στο στόμα μου κλειστή,
σαν μυστικό θαμμένο στο χώμα ή σαν να μην έγινε τίποτε από όλα τα παραπάνω.

*

ΟΛΑ ΤΑ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΑ ΣΤΑΓΟΝΕΣ

Περπατώντας και περπατώντας,
νύχτες φθινοπωρινές, όνειρα χειροπιαστά σταμάτησαν και με κοίταξαν με παράπονο,
κλείνοντας και την ομπρέλα τους,
η μόνη μου επαφή με την πραγματική ζωή θα είναι οι βρόχινες σταγόνες που τινάζονται πίσω μου,
στο διάδρομο του σπιτιού όλα τα ενδεχόμενα τους, αφήνουν αποτυπώματα.
Σαν τα δάχτυλα στους τοίχους ή σαν χειραψίες.
Επί μονίμου βάσεως δηλώνω παρών στις τυχόν αλλαγές του καιρού, εντός και εκτός του και παίρνω τα μέτρα μου για παν ενδεχόμενο.

*

ΘΑ ΣΥΝΑΝΤΗΘΟΥΜΕ ΣΥΛΛΑΒΙΣΤΑ

Θα συναντηθούμε στα όνειρα των ημισφαιρίων,
αφού συγκατοικούμε εδώ και χρόνια στις γραμμές τους και ο καθένας από μια διαδρομή έρχεται.
Είναι μια συνάντηση που δεν περιμένει να νυχτώσει για να κάνει την βόλτα του.
Από φύλλο σε φύλλο τα φθινόπωρα μας ,σε σελίδες άγραφες της μνήμης και των συναισθημάτων,
ζούνε τα πάντα των γεύσεων που αφήνει η κάθε μέρα σαν ενοίκιο ή σαν μεροκάματο.
Έτσι είχες υποσχεθεί κάποτε και τα λόγια μας στεγνώσανε σαν τεχνάσματα της λογικής πλυντηρίου ρούχων,
χωρίς ένα καλό υπόλοιπο τους να ναι αρκετό να μας ντύσει υπομονή και επιφωνήματα,
μα μου φαίνεται ό,τι κάποια λόγια του αέρα που μας κατοικεί
στα απόμερα και γνωστά μας μέρη μας νοσταλγικά μας επαναφέρει. Εκεί λοιπόν και σε αυτά αλλά και στα καινούργια στέκια θα συναντηθούμε,
χωρίς δώρα στα χέρια και αποσιωπητικά ιδρώτα τα χείλη μας,
θα κάνουμε φύλλο και φτερό τον χρόνο.
Μα και αν μπερδεύουμε ημερομηνίες και απογεύματα,
Τις λέξεις τους χωρίς νεύρο και τσαγανό θα τις πάρει ο χειμώνας σαν πούπουλο και η σιωπή του θα γίνει κύμα ωκεάνειο,
μάτια με μάτια όταν συναντιούνται,
συλλαβιστά γράφουν ιστορία ακόμη και τα απρόβλεπτα μιας νίκης ή ενός εγωισμού,
κοντά στην σόμπα διαβάζοντας βιβλία ή ακούγοντας μουσική δωματίου,
είναι και αυτό ένα λογικό πλαίσιο συγκατοίκησης για να γεράσουμε ή για να μας πάρει η νύχτα,
μα αγωνιστήκαμε, φτιάξαμε, παλαίψαμε με νύχια και με δόντια, για ένα κεραμίδι και μια αγάπη δώσαμε πήραμε.
Έτσι είχαμε υποσχεθεί, τώρα που το θυμάμαι
και κει που ανανεώνουμε την αναπνοή μιας υπόσχεσης που είναι κάτω από το χαλάκι της κουζίνας,
αλλά και στα ψιλά γράμματα των συμβολαίων συγκατοίκησης,
σώμα με σώμα όλα ξυπνάνε, με τα απολύτως απαραίτητα τους θα εγκιβωτιστούμε στις εποχές της άνοιξης,
χωρίς μετάφραση και τυπικότητες θα αφεθούμε στα μποφόρ και στα χώματα,
να κάνουν και αυτά την δουλειά τους όπως και τα χελιδόνια της ξενιτιάς,
καλοκαίρια αειθαλή θα μας συναντήσουν σίγουρα από ποτέ.
Κάπως έτσι και οι καρδιές μας θα ωριμάζουν και από ημισφαίριο σε ημισφαίριο,
Εδώ σε τόπο χλοερό και εκεί σε χρόνο αληθινό,
θα κρατούν το λόγο τους και στους καθρέφτες της κάμαρης αλλά και θα μας τραγουδάνε στο κήπο και στις νύχτες,
χωρίς προαπαιτούμενα και προσκλήσεις.

*Πρώτη δημοσίευση εδώ: https://www.fractalart.gr/tria-adimosieyta-poiimata-toy-christoy-niaroy/

Γρηγόρης Σακαλής, Τα όρια

Ένας δάσκαλος στην Ανατολή
προσπάθησε
να γίνει Μποντισάτβα
καθόταν και κοίταζε
ένα τοίχο
επί εννέα χρόνια
χωρίς τροφή
έπινε μόνο ένα χυμό
που του έφτιαχναν
οι μαθητές του
καθάρισε το μυαλό του
από κάθε περιττή σκέψη
ώσπου ατρόφησαν
τα πόδια του
τον παρακάλεσαν
οι μαθητές του
“Δάσκαλε
έλα να φας
να ξαπλώσεις
σ΄έχουμε ανάγκη”
τους άκουσε
έπαψε να είναι
Μποντισάτβα
έδειξε τα όρια
της ανθρώπινης φύσης.

Αντώνης Τσόκος, Αναβολές

I.
Οι φίλοι μου
φορούν ακάνθινο στεφάνι
παριστάνουν τον Χριστό
λογαριάζουν ν’ αναστηθούν
φοβούνται τον θάνατο
και όλο το αναβάλλουν.

ii.
Μια παρέα εφήβων
σέρνει τα βήματά της
στη διαδρομή προς το σχολείο
φορούν όλοι
τα πόδια των προγόνων τους.

iii.
Ξημερώνει
οι πινακίδες των Ι.Χ.
λαμπιρίζουν στον ήλιο
είμαι και σήμερα
ο πιο μοναχικός τεμπέλης
στον κόσμο.

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ψηφιδωτό Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης”, εκδ. Κύμα, 2022, σελ. 145.

Al Masarik, Δύο ποιήματα

ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΕΥΚΟΛΟ

Θα έρθει κάποια νύχτα, την ώρα που κοιμάσαι
και θα γλιστρίσει στο κρεβάτι σου
σα τη γάτα που πάει σιγά σιγά να κλέψει
θα σταθεί να σε κοιτάξει που κοιμάσαι
και θα ζυγιάσει το κορμί σου
σαν ναυτικός σ’ ένα
μπουρδέλο της Τιχουάνα.
οι κουρτίνες θα κουνηθούν
αν τις έχεις κρεμάσει
& εκείνο θα πλησιάσει ακόμη πιο κοντά
μέχρι ν΄ ακουμπήσει το πρόσωπό σου
πάλι σαν τη γάτα
θα σου ρουφήξει απ’ τη μύτη την ανάσα
την ώρα που θα κοιμάσαι.
και μαζί με την πνοή σου
θα σου πάρει τα όνειρα
& το μυαλό θα σταματήσει
σαν πεθαμένη μηχανή αυτοκινήτου
που αφήνει το τελευταίο πουφ απ’ την εξάτμιση.
πουλάκια θα τσιτσιρίζουνε
στις τουαλέτες θα τραβάνε καζανάκια
& όλα θα ‘ναι τόσο απλά
όταν θα φύγει από πάνω σου η ζωή
όπως μια γριά που σηκώνεται
απ΄ την κουνιστή πολυθρόνα της

το φως γίνεται σκοτάδι
μέχρι να χαθεί εντελώς.
έτσι όπως σβήνουν τα φώτα στο δρόμο
γύρω στις 5 το πρωί.

*

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΕΣ

Στο εργοστάσιο ετοίμων ενδυμάτων που δουλεύω εργάζονται
πολλοί νεαροί Κινέζοι
όλοι τους λάτρεις του κουνγκ-φου
κλωτσιούνται μεταξύ τους,
πέφτουν κοφτές, ξεφωνητά, φτύνει ο ένας τον άλλο,
πηδάνε πλάι-πλάι σαν καβούρια
συχνά μου δείχνουνε κινέζικα περιοδικά
με φωτογραφίες κουνγκ-φου σταρ του σινεμά
που καταματωμένοι πηδάνε στον αέρα
μόνο με το ‘να πόδο 2 μέτρα και…

πάνε και βλέπουνε 2 με 3 ταινίες τη βδομάδα
με την ίδια πάντα υπόθεση
το μικρό κινέζικο χωριό
που μοιάζει με τις πόλεις στα γουέστερν
κι ο τόπος στενάζει
από μερικούς Γιαπωνέζους παλιανθρώπους
σκατόφατσες που κόβουνε βόλτες πάνω-κάτω
σκοτώνουν γυναίκες και παιδιά
σαν πλιατσικολόγοι ινδιάνοι
μέχρι που σκάει το παλικαράκι με τους στενούς γοφούς
και κάνει εκατοντάδες χοντρογιαπωνέζους αλοιφή
και αυτός δεν παθαίνει ποτές του τίποτα
μέχρι και οι σφαίρες τον φοβούνται

οι πιο πολλοί από τους νεαρούς Κινέζους είναι φοιτητές
σπουδάζουν οικονομικές επιστήμες ή κάτι τέτοιο
κι έχουν κάνει περμανάντ τα μαλλιά τους
για να μην φαίνονται τελείως ίσια
πάνε και βλέπουνε αμερικάνικο ποδόσφαιρο
μετά από τις κουνγκ-φου ταινίες

τα αμερικανάκια στην ίδια μ’ αυτούς ηλικία
μοιάζουνε στον Λάο Τσε και η κουβέντα τους είναι για τον
βουδισμό και το όπιο της προηγούμενης βραδιάς.

*Μετάφραση: Τέος Ρόμβος
**Από το βιβλίο “Ανθολόγιο των κακών Αμερικάνων”, εκδ. Opportuna, Πάτρα 2022.

Ένα έτσι, οι μέρες περνάνε

Οι μέρες περνάνε. Προσπαθούν να φτάσουν τον χρόνο.
Στο σημείο όπου κάτι τελειώνει και κάτι αρχίζει ξανά.
Βρίσκομαι μες στις μέρες αυτές. Υπέροχες μέρες.
Δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο από το να τις βοηθώ
να επιτύχουν τον σκοπό τους. Δεν κοιτάω πίσω.
Μα δεν κοιτώ και μπροστά. Ίσως και οι δύο κατευθύνσεις
να συναντιούνται στην θέλησή μου να πετύχω
μια παύση αυτής της ασταμάτητης κίνησης.
Η επιθυμία μου να σταθώ έστω και για μια στιγμή στον χώρο
που καταλαμβάνει αποκλειστικά η ευτυχία μου να υπάρχω.
Η θέση από όπου μπορώ να κοιτάξω ολόγυρα
δίχως να αναγκαστώ να επιλέξω ποιος είμαι
ή τι κάνω και γιατί το κάνω. Το όνομά μου.
Για ποιο λόγο αγαπώ ή μισώ αυτό τον κόσμο
και όσους τον κατοικούν. Στα αλήθεια, ποιοι είσαστε;
Απλές αιτιάσεις ενός φαινομένου που ξεπερνάει την ποίησή μου.
Μικρές ρωγμές στην καρδιά του απόλυτου όντος.
Το πρόσωπό σου παρεμβάλει το σήμα. Είσαι κοντά.
Τα λόγια σου επαναλαμβάνονται ως ηχώ μέσα στις αποστάσεις.
Δεν γνωρίζω ποιος απαντά. Ποιος καλεί και ποιος
συνεχίζει να στέκεται ακίνητος καθώς όλα είναι πάντα σιωπηλά.
Τα χέρια μου προσπαθούν να κρατήσουν το πλάνο σε διαβούλευση.
Το μυαλό μου στοιβάζει τους χειμώνες και το επόμενο
κάθε φορά καλοκαίρι στο θησαυροφυλάκιο.
Πετάω το κλειδί όσο πιο ψηλά μπορώ. Αντίο.
Προσεύχομαι να μην αγγίξει το έδαφος πριν εξαφανιστώ.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2022/10/05/6719/