Αναστάσιος Δρίβας (1899-1942), Δύο ποιήματα

Η ΚΙΤΡΙΝΗ ΑΧΤΙΔΑ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Η κίτρινη αχτίδα του φθινόπωρου
ζωγραφίζει το μουσκεμένο δάσος
πόση ευγένεια παλαιϊκιά πόσο πάθος
Έρημος ακούω εδώ τη δροσιά
να μιλάει ο αχός του κόσμου
Χρωματισμένα σύννεφα χρυσαφιά λυωμένα
ξεπροβοδούν έναν ήλιο νεκρό πέρα στην άφωνη δύση
Έρχεται: – το κρυερό σουρούπωμα
οι σκιεροί χρωματισμοί
το νύχτιο σιωπηλό περπάτημα των άστρων

*

ΞΕΡΩ· ΣΤΗΝ ΑΓΡΙΑ ΝΥΧΤΑ

Ξέρω· στην άγρια νύχτα
το πολικό αστέρι ακλόνητο
φωτίζει τον απελπισμένο ναύτη
– ω! μη μου χαθείς ελπιδοφόρο αστέρι,
χρυσόθωρο, ερωτικό μου αστέρι.

*Τα ποιήματα τα πήραμε από εδώ: http://hellenicpoetry.com/uncategorized/drivas/

ένα έτσι, Είχα μία ώρα για να σώσω τον κόσμο 

Photo: Peter Kertis

Είχα μία ώρα
για να σώσω τον κόσμο
από την καταστροφή
απλά και μόνο λέγοντας κάτι
μία οποιαδήποτε έκφραση
ότι ήθελα, ότι πίστευα
γενικό ή συγκεκριμένο
ικανό να σώσει τον κόσμο
από την καταστροφή.
Δοκίμασα τα πάντα.
Αφού εξάντλησα το μυαλό μου
έπιασα τα βιβλία μου
τα τραγούδια και τις προσευχές.
Στα τελευταία λεπτά
είχα ήδη καταρρεύσει
σε κάτι άρρωστο και ξένο.
Όταν η ώρα πέρασε για τα καλά
πήρα τηλέφωνο την μητέρα μου
και της ζήτησα συγνώμη κλαίγοντας
ζητώντας της να με συγχωρέσει.
Ο θόρυβος της πόλης
συνέχιζε να τρυπά τους τοίχους μου.
Η αλήθεια είναι εξάλλου
πως ο κόσμος δεν με ενδιέφερε ποτέ.

*Από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2022/09/07/6582/

Αλέξανδρος Σάντο Τιχομίρ, Θυσία

Πόσο θα ’θελα
να σου χαρίσω την καρδιά μου
για να τη φας
σαν φρούτο που μόλις κόπηκε
από το δέντρο μόνο για σένα.
Πόσο θα ’θελα
τα σκέλια μου ν’ ανοίξω
και σαν θάλασσα να γεννήσω
τον υιό που πάντα επιθυμούσες.
Μα είμαι άνεμος
που πάνω στα κλαδιά σου
τυλίγεται κολλώδης και ψυχρός,
και σαν ιστός υφαίνω σου για ενθύμιο
εκείνο το φουλάρι
που προφύλασσε τον λαιμό Της
απ’ την απόλυτη αγάπη σου.

Με τούτο το ενθύμιο
τώρα ικετεύω
την ίδια εκείνη αγάπη·
κι ας ξέρω πως τελικά δόθηκε
μονάχα σα σιγανή απόκριση
σ’ ένα θρόισμα των φύλλων.

*Από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2022/09/05/θυσία-αλέξανδρος-σάντο-τιχομίρ/

Ζωή Καραπατάκη, Φθινοπωρινά

Ι

Ανθρώπινες φωνές ακούγονται
απ’ τη στροφή
του μονοπατιού
που δεν πήραμε
Μπλεγμένες
με τις απογευματινές αχτίδες
του φθινοπώρου

ΙΙ

Ο βόμβος της μέλισσας
γύρω απ’ το γιασεμί
είναι πιο σημαντικός
από το λόγο
του γραμματέα στην επιτροπή υγείας

ΙΙΙ

Στα ψηλώματα του βουνού
ενώ τρώω το ψωμί
διασταυρώνω το βλέμμα μου
με της γερακίνας

ΙV

Ένα χαϊκού είναι
και το αβρό
Πέταγμα
της πεταλούδας

V

Γεμάτα με το σαρκικό φως
του φθινοπώρου
μειδιούν
δυο κομμένα πεπόνια στο πάγκο

Μιλένα Σπανού, το τέταρτο κλειδί

…πήρε το ρίσκο να αποκρίνεται μόνον σε όποιον την φώναζε Μαρία
/πες το ψευδώνυμο μιας Ελένης, μιας Στεφανίας
ή κάποιας άλλης τρόφιμης στο ίδιο ίδρυμα θανάτου ή παράδεισου/
θα στάλαζε κόκκινο γρεναδίνης σ ένα ξερό μαρτίνι
και θ άναβε το εκατοστό τσιγάρο της πάνω στον ηλεκτρικό γλόμπο
επιτυχημένα…

*Από τη συλλογή “Το τέταρτο κλειδί” (υπό έκδοση).

**Από εδώ: https://milenaphotopoetry.wordpress.com/2022/09/02/tο-τέταρτο-κλειδί/

Μίλτος Σαχτούρης, Ὁ σωτήρας

photo©John Coplans, 1985

Μετρῶ στὰ δάχτυλα τῶν κομμένων χεριῶν μου
τὶς ὦρες ποὺ πλανιέμαι στὰ δώματα αὐτὰ τ᾿ ἀνέμου
δὲν ἔχω ἄλλα χέρια ἀγάπη μου κι οἱ πόρτες
δὲ θέλουνε νὰ κλείσουν κι οἱ σκύλοι εἶναι ἀνένδοτοι
Μὲ τὰ γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στὰ βρώμια αὐτὰ νερὰ
μὲ τὴ γυμνὴ καρδιά μου ἀναζητῶ (ὄχι γιὰ μένα)
ἕνα γαλανὸ παράθυρο
πῶς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικὰ
δίχως μιὰ χαραμάδα φῶς
δίχως μιὰ ἀναπνοὴ ὀξυγόνου
γιὰ τὸν ἄρρωστο ἀναγνώστη
Ἀφοῦ κάθε δωμάτιο εἶναι καὶ μιὰ ἀνοιχτὴ πληγὴ
πῶς νὰ κατέβω πάλι σκάλες ποὺ θρυμματίζονται
ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὸ βοῦρκο πάλι καὶ τ᾿ ἄγρια σκυλιὰ
νὰ φέρω φάρμακα καὶ ρόδινες γάζες
κι ἂν βρῶ τὸ φαρμακεῖο κλειστὸ
κι ἂν βρῶ πεθαμένο τὸ φαρμακοποιὸ
κι ἂν βρῶ τῇ γυμνὴ καρδιά μου στὴ βιτρίνα τοῦ φαρμακείου
Ὄχι ὄχι τέλειωσε δὲν ὑπάρχει σωτηρία
Θὰ μείνουν τὰ δωμάτια ὅπως εἶναι
μὲ τὸν ἄνεμο καὶ τὰ καλάμια του
μὲ τὰ συντρίμια τῶν γυάλινων προσώπων ποὺ βογγᾶνε
μὲ τὴν ἄχρωμη αἱμορραγία τους
μὲ χέρια πορσελάνης ποὺ ἁπλώνονται σὲ μένα
μὲ τὴν ἀσυχώρετη λησμονιὰ
Ξέχασαν τὰ δικά μου σάρκινα χέρια ποὺ κόπηκαν
τὴν ὥρα ποὺ μετροῦσα τὴν ἀγωνία τους

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://agrimologos.com/2011/11/30/30-11-11/

Γρηγόρης Σακαλής, Λέξεις

Σκέφτομαι μερικές φορές
με ποιές λέξεις
να χαρακτηρίσω τους ανθρώπους
που είναι βολεμένοι
στην παρούσα κατάσταση
μέχρι το λαιμό
σ΄ένα σύστημα που είναι
ταξικό, άδικο, τοξικό
κι απολαμβάνουν τ΄αγαθά του
μα ύστερα λέω
ας μη πω τίποτα
ας τους χαρακτηρίσει ο καθένας
με τις δικές του λέξεις
αυτό το σύστημα
που τα χρήματα
είναι η κυρίαρχη αξία
ίσως έτσι να είναι καλύτερα
ίσως έτσι να είναι δικαιότερα.

Ελένη Βακαλό, Τρία ποιήματα

Η ΩΡΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

Η έκταση
Της ερήμου
Που τα χόρτα
Κομμένα στις παρυφές
Να υποχωρούνε θυμίζουν
Τις βάρκες
Σ’ ακρογιαλιά
Χαμηλότερα αυτές
Και να φαίνεται η αμμουδιά
Όπως κι αν ήταν
Δυσπρόσιτη
Η αμμουδιά
Όχι αυτές

*

ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΩΡΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

Που οι γυναίκες αυξάνονται
Καθισμένες μαζί
Σε κορφές
Εκεί
Που αρχίζει το κατέβασμα της πλαγιάς
Λόφων – όχι υψηλοί
Με τα σώματα
Μπερδεμένα που φαίνονται στο φεγγάρι
Το ίδιο ομαλών

*

ΣΥΝΕΧΙΖΩ ΠΕΡΝΩΝΤΑΣ ΤΟ ΤΟΠΙΟ ΤΩΝ ΚΑΚΤΩΝ

Στον τόπο εκείνον σήπεται
Στερημένο διεισδύσεως
Κι επιμονής διεισδύσεως προς την άνοδο
Τον χώρο αναπνοής
Απ’ το πλήθος των άλλων
Απλώς μεγαλώνοντας να ζητήσει
Σε ανάστημα σώματος
Που χωρίς τους χυμούς ελάχιστο έχει μείνει
Ο κάκτος
Πιο μαλακός κι ευπρόσιτος έχει γίνει

Στα ερπετά περισσότερο μοιάζουν

*Από τη “Φυτική αγωγή”. Περιλαμβάνεται στο συλλογικό τόμο “Το άλλο του πράγματος – Ποίηση 1954-1994”, εκδ. Νεφέλη, 1995.

Δήμητρα Κουβάτα, Τρία ποιήματα

ΝΗΠΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Οι λέξεις μου
όταν σε συναντώ
μικρά παιδιά.
Πισωπατούν, δειλιάζουν.
Κρύβονται πίσω απ’ τη φούστα μου.

Και όταν γυρνάμε σπίτι μας,
λιγάκι πριν τον ύπνο
μονάχα τότε αναθαρρούν
κι αρθρώνουνε λαλίστατες
τα χρώματα,
τις εποχές,
την πρέπουσα τη σύνταξη
παιχνίδια
και τραγούδια.

Κι εγώ πάντα τις μαλώνω τρυφερά
“κάθε φορά τα ίδια”.

*

ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΓΕΝΕΙΑ

Θερμά παρακαλώ

να βγάλεις τα παπούτσια σου
στο ξύλινο πάτωμά μου.

Τρίζουν τα μέσα μου
όταν έρχεσαι.

*

COMME IL FAUT

Τη μασχάλη σου
δε θα την πω στιλπνή,
σαν την ανάστροφη πλευρά ενός κοχυλιού.
Αυτά είναι για τους πουριτανούς.

Θα την πω βαθιά,
σαν μια φρατζόλα ζεστό ψωμί
που παραμάσχαλα την πηγαίνω στη μάνα μου
και καθ΄οδόν την έχω σκάψει με τα χέρια μου
καταβροχθίζοντας όλη την ψίχα.

*Από τη συλλογή “Σκυλί δεμένο”, εκδ. Μανδραγόρας, 2017.

Hlín Leifsdóttir, Ανακτώντας μια φωνή

Και όταν η άρπα χτυπά,
φτιαγμένη από κομμένες φωνητικές χορδές,
ακούγεται μέσα από το αμφιθέατρο
η σιωπή κάθε ηλικίας να σπάει.
Μια γυναίκα σηκώνεται από το κοινό
κρατώντας μια πινακίδα, με τις λέξεις:
«Αυτή είναι η φωνή μου. Τη θέλω πίσω.»
Οι τρομαγμένοι επισκέπτες της συναυλίας ψιθυρίζουν:
«Δεν είναι αυτή η τσιγγάνα που τραγουδούσε έξω από το σιδηροδρομικό σταθμό;»
Περνάει πάνω στη σκηνή,
σπρώχνει τον αρπιστή μακριά
και προσπαθεί να παίξει τις χορδές της δικής της φωνής.
Το κοινό γέλασε γιατί ποτέ δεν έμαθε να παίζει άρπα.
Και με δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά της
μεταφέρει την άρπα στην πλάτη της σαν σταυρό.
Στην παρουσία
των φλάουτων της ορχήστρας θυμήθηκε τα πουλιά
που συνήθιζαν να τραγουδούν όταν ήταν ακόμη στα κλαδιά.
Και χάθηκε στη μνήμη
τα φλάουτα βγήκανε συντονισμένα.
Ξεκίνησαν για να τραγουδήσουν το παλιό τους τραγούδι.
Έξω από το αμφιθέατρο
η γυναίκα ακούει τα φλάουτα
που ακούγονται σαν πουλιά.
Της δίνει ελπίδα.
Και υπόσχεται στον εαυτό της
να εξασκηθεί πολύ σκληρά
έως ότου οι χορδές να γίνουν μέρος της ξανά.

*Μετάφραση: Ανδριάνα Μπιρμπίλη
**Το ποίημα δημοσιεύτηκε εδώ: https://theoharrispapadopoulos1.blogspot.com