Παντελής Μπουκάλας, Έκτορες

Από τη γλώσσα μας σέρνει
η ζωή.
Καν ουρλιαχτό να μην ακούγεται.
Καν τη χαρά του βογκητού να μη γευόμαστε.
Έτοιμους μας βρίσκει.
Κάθε που της βγάζουμε τη γλώσσα μας
περιγελαστικά
άλογα βέβαιοι σχεδιαστές του μέλλοντός μας
μας την αρπάζει
και μας σέρνει
πάνω στη ματωμένη σκόνη της αλήθειας
έκτορες συντετριμμένους λιανισμένους.
Να ζωγραφίζει ένα μηδέν το βιαστικό μυαλό μας
στη σκόνη χυμένο.
Κάθε που ξεμυτάει από το έρκος μας το μάταιο θα…
μας μαγκώνει
μας σέρνει από τη γλώσσα ο θάνατος.

Αλλά και δίχως γλώσσα γίνονται τραγούδια.
Και το μυαλό διπλώνει το μηδέν
πάνω στη σκόνη.
Το απειρίζει.
Εντέλει νικητές οι έκτορες.
Ότι ολόσωμα θνητοί.
Μια φτέρνα ένδοξη το κορμί τους ολάκερο
Μια φτέρνα που ο πόλεμος τη σχηματίζει γλώσσα
ανένδοτη.

Μίλτος Σαχτούρης, Τὰ δῶρα

Σήμερα φόρεσα ἕνα
ζεστὸ κόκκινο αἷμα
σήμερα οἱ ἄνθρωποι μ᾿ ἀγαποῦν
μιὰ γυναίκα μοῦ χαμογέλασε
ἕνα κορίτσι μοῦ χάρισε ἕνα κοχύλι
ἕνα παιδὶ μοῦ χάρισε ἕνα σφυρί
Σήμερα γονατίζω στὸ πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στὶς πλάκες
τὰ γυμνὰ ποδάρια τῶν περαστικῶν
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κανεὶς δὲν τρομάζει
ὅλοι μείναν στὶς θέσεις ποὺ πρόφτασα
εἶναι ὅλοι τους δακρυσμένοι
ὅμως κοιτάζουν τὶς οὐράνιες ρεκλάμες
καὶ μιὰ ζητιάνα ποὺ πουλάει τσουρέκια
στὸν οὐρανό
Δυὸ ἄνθρωποι ψιθυρίζουν
τί κάνει τὴν καρδιά μας καρφώνει;
ναὶ τὴν καρδιά μας καρφώνει
ὥστε λοιπὸν εἶναι ποιητής

*Artwork: Χ.Π.Σοφίας

Δημήτρης Μακούσης, Υποθέτοντας δυο μάτια δυο χέρια

Υποθέτοντας δυο μάτια δυο χέρια
ένα στόμα διψασμένο και πόδια βαθιά μέσα στην νύχτα
ένα ποτήρι ν’ αχνοφαίνεται στην μπάρα
το πρίσμα του κόσμου που συντηρεί ο πάγος
κι εκείνο τ’ όνομα σ’ ένα χαρτάκι γραμμένο
η υδρόγειος που γυρίζει ακόμα στο σύμπαν
τα ντεσιμπέλ εναλλάσσονται όπως οι εποχές
αν κι ο καιρός ολοένα πια κι ενώνεται
με κείνο το μονότονο ξημέρωμα
π’ αναβλύζει στην σιωπή και δεν γνέφει
ίσως φωνάζει ο αυριανός παγκόσμιος πόλεμος
μα της πόλης ο θόρυβος τα παιδιά της μεθάει
ο ήλιος διστάζει ν’ ανατείλει στην πέτρα
χιονίζει σ΄ ασίγαστο φως

*Collage art: Bill Noir

Κώστας Δεσποινιάδης, Τρία ποιήματα

Η ζωή μου στοιχειωμένη από ημερομηνίες
θάνατοι, επέτειοι, χωρισμοί.

Δεν ξέρω για τον χρόνο,
αλλά το ημερολόγιο
είναι μια ανθρώπινη επινόηση
φριχτή
που πελεκάει τη μνήμη.

*

Άσπλαγχνη μνήμη, άδικη
ό,τι ωραίο έζησα λειώνει
σαν να ‘ταν χιόνι
κι όλα τα άσχημα εδώ
βουνά αμετακίνητα.

*

Τι να ‘λεγε ο Φιοντόρ
για τούτο το όνειρο πάλι
Εκείνη ποδοπατημένη
από έξαλλα πλήθη
απλώνει το χέρι
να την σώσω
κι έπειτα το τραβά πίσω
σπρώχνω ν’ ανοίξω χώρο
η στέπα διαστέλλεται
θηλιές με πνίγουν
και δίνες ρώσικες
μα δεν θέλω να ξυπνήσω
Εκείνη στο όνειρο
-Φιοντόρ-
μην χάσω πάλι

*Από τη συλλογή “Ζέλμπα”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Δεκέμβριος 2017.

Ευθύμιος Λέντζας, Από το “Μερίδιο”

Αυτές είναι οι μέρες μου
δίνοντας νόημα στον ήλιο
με το ένα μάτι στο όνειρο
το άλλο στη μέθη του έρωτα.
Το σπασμένο μου αίμα και η
καρδιά που χτυπάει στη θάλασσα
κι απ΄ τη βροχή επιστρέφει στην
πέτρα και στην Βάλια Κάλντα.
Μισό καλοκαίρι το σώμα μου
και το φθινόπωρο αργεί.

Εδώ πεταλούδες πλαστικές, σύριγγες,
μια τουαλέτα χωρίς κωλόχαρτο – θάνατος:
παιδί με λυμένα κορδόνια, γόνατα χτυπημένα,
κραυγές και νυχτοκλάματα’ παγωμένος
καιρός και πάντα μια μάνα.
Ο Κίσσαβος σαν βγαίνει απ’ την κοιλιά μου:
πράσινη χολή – σάλιο, κεφάλι, μια σκάλα.
Τειάντα πέντε χρόνια για το μερίδιο των αγγέλων.

*”Μερίδιο”, εκδ. Θράκα, 2022.

Γιάννης Λειβαδάς, Καθέδρα

Η απόγνωση δεν μου επιτρέπει
να είμαι απογοητευμένος.
Θανατική οριστικότητα
διανθισμένη με μπαρούφες.
Δεν είμαι βέβαιος πόσο καλά
φτάνουν τ’ αναπόφευκτα της λογής μου
από το υστερόχρονο μιας άδικης κατάρας.
Χρησιμοποιώ τον όρο άνθρωπος
με τον τρόπο που ένας φυσιοδίφης αναφέρεται
σ’ ένα σπανιότατο κοίτασμα ανεκμετάλλευτων λίθων,
με τον νόμο του ανύπαρκτου λόγου που ορίζει τις εμφανίσεις
και τις εξαφανίσεις μου
δίχως ν’ ανάγονται σε κάποια προμελέτη
εισφοράς ή αντίδρασης.
Καθέδρα παντερημότητας.
Όλα έχουν γούστο.
Αποτελειώθηκα και κάνω
τα στραβά μάτια στο επέκεινα.
Αυτή την υπόνοια πως είμαι
ευτυχισμένος:
άντε πιάσ’ τη.

6-4-2021

Γιάννης Ζέρβας, Το εκκρεμές

Δεξιά. Αριστερά. Δεξιά
Τα μάτια του
Παρακολουθούν το εκκρεμές
Όπως αγώνα τένις
Με το κεφάλι χωμένο στα χέρια
Τους αγκώνες στηριγμένους στο τραπέζι
Την καρέκλα καρφωμένη στο πάτωμα
Πάνω απ’ τον κάτω όροφο
Χτισμένο στον πιο κάτω
Κι εκείνο σε θεμέλια
Και σ’ ανεξερεύνητα ερείπια
Πόλεων αρχαίων βυθισμένων σ’ άλλες πόλεις
Στρώματα μέσα σε στρώματα απολιθωμάτων
Ως το πυκνό κέντρο της γης
Που φλογισμένο περιστρέφεται
Σε νεφελώματα ανάμεσα σε γαλαξίες
Στο σύμπαν σφηνωμένους.

Κι αυτός εκεί.
Μόνο το βλέμμα ταξιδεύει.
Δεξιά. Αριστερά. Και πάλι.
Σε ελάσσονα τροχιά υπομονετικά
Να νοσταλγεί το κέντρο
Που δε βλέπει.

Νίκος Γαλάνης, Σε όλα τα πρωτοσέλιδα

Αύριο ο μαύρος φίλος μου
θα βρίσκεται στο πρωτοσέλιδο
γιατί είναι αυτός που κρέμασε τη σημαία ανάποδα
κάτω από τις κόκκινες και τις λευκές λεωφόρους
είναι αυτός που έβαλε τη μπλε νύχτα
με τ’ αστέρια σε κλουβί
φυλακίζοντας
έστω για μια στιγμή την ησυχία
Αύριο να κοιτάξεις προσεκτικά
κάτω από τη γέφυρα
δίπλα από το λευκό αυτοκίνητο
σε όλα τα πρωτοσέλιδα της πόλης
θα φλέγεται η καρδιά μου
και σε παρακαλώ μη βιαστείς
να της περάσεις αλυσίδες

*Από τη συλλογή “Τζορτζ Φλόιντ”, Ηράκλειο 2020. Ο ποιητής διατηρεί το ιστολόγιο στο https://nvgalanis.blogspot.com

Ειρηναίος Μαράκης, Αντιπολεμικό

Η αγάπη είναι πόλεμος, είπες
σε κάποια περασμένα Χριστούγεννα.
Κι εγώ, καθώς ξημερώνει
στα χαρακώματα
ένα σκοπό τραγουδάω
από χρόνια περασμένα
από χρόνια ειρηνικά
από εκείνα που μας οδήγησαν
στη συντριβή.

Όταν επέστρεψα στην πατρίδα
η γαλανόλευκη σημαία
στόλιζε το φέρετρό μου.
Έγραψαν πως έπεσα σαν ήρωας
στο μέτωπο της Σμύρνης.
Δεν είπαν πως σκοτώθηκα
μ’ ένα θλιμμένο χαμόγελο
και με τη φωτογραφία σου
στο χέρι.

Σοφία Χανιωτάκη, Τρία ποιήματα

ΣΑΝ ΦΥΛΑΚΗ

Σαν φυλακή μας έγινε η πόλη.
Αν είμαι έξω ή μέσα της, δεν ξέρω.
Επτά το πρωί.
Στέγες που έχουν άψυχους
και σπίτια χωρίς σώμα
σε δρόμους από έρημο
κι ορφάνια στρωμένους.
Κι άστεγοι πάνω τους,
να κοιμηθούν, να μη βραχούν, να μην κρυώσουν.
Κι αν βρέξει, έβρεξε.
Έχεις κοιτάξει άστεγο στα μάτια;

*

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΑΣ ΘΑ ΗΤΑΝ ΚΟΣΜΟΣ*

Αν διδασκόμασταν λίγο απ’ την ιστορία μας,
αν μας γοήτευε ο ήλιος που θα βγει
αν δεν φοβόμασταν τον διπλανό μας
αν εννοούσαμε αυτά που λέμε
αν δεν περιφρονούσαμε τους συν-ανθρώπους μας,
αν ήμαστε άνθρωποι-παιδιά, ερωτευμένοι με την ίδια τη ζωή
αν ξεδιψούσαμε εκείνον που διψά
δίχως να περιμένουμε φαΐ για ανταλλαγή,
αν δεν πουλούσαμε ανθρώπους και ζώα
αν δεν πουλούσαμε την ίδια την ψυχή μας…
Αν ξέραμε αγάπη τι θα πει,
ο κόσμος μας θα ήταν κόσμος.

*Κόσμος (εδώ): στολίδι.

*

ΜΕ ΛΕΝΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ

Υπάρχω για να χωρίζω τους ανθρώπους,
να μην τους αφήνω ν’ αγκαλιάζονται, να φιλιούνται, ν’ αγγίζονται.
Υπάρχω και πλέω σαν τη θάλασσα,
που ξεχωρίζει τα βλέμματα
που πνίγει τις ανάσες
που δεν αφήνει τις ψυχές
να πουν ούτε γεια ούτε αντίο.
Υπάρχω;
Είμαι εδώ, είμαι εκεί, είμαι παντού.
Και είμαι μέσα σου δυνατή σαν κυκλώνας.
Είμαι σκληρή και στέκομαι αγέρωχη μπροστά στον χρόνο.
Δεν με νοιάζει αν σου λείπω
δεν με νοιάζει αν μου λείπεις
γιατί είμαι μεγάλη, αλλά… υπάρχω;
Με λένε Απόσταση
και υπάρχω
σαν να μην υπάρχω.

*Από την συλλογή “Δέκα σελίδες”, εκδόσεις Βακχικόν.