Γιώργος Κοζίας, Μαύρη Επίδαυρος

Σαν τα κασόνια τους στοιβάζουν
τους κωφούς και άλαλους γραικούς
στην μαύρη τους Επίδαυρο
λίγο ακόμα να υποκριθούν
λίγο για να ξεσκάσουν
στα ψηλοτάκουνα να υποκλιθούν
ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς για να ξεχάσουν
.
Σαν τα κασόνια τους μοιράζουν
τους κωφούς και άλαλους γραικούς
στην μαύρη τους Επίδαυρο
στο κοίλον μπαίνουν οι ηθοποιοί
στη θυμέλη οι χειροκροτητές
στα κλέη να αυτοσυντηρηθούν
τα κατορθώματα τους να χορτάσουν
.
Κι όταν μπουκώσουν με ιστορίες
για νευρωτικούς βασιλιάδες
και υστερικές Ηλέκτρες
Σε αυτό το αλώνι για χορό
με ἆ!, ὤ! βαβαί! παπαῖ!
με ένα φράγκο οι βιολέτες
.
Απηυδισμένους τους αδειάζουν
τους κωφούς και άλαλους γραικούς
στους παρακείμενους γκρεμνούς…
.
Η ευτυχία τους θα ‘ναι ζήτημα βάθους.

*Από τη συλλογή “Εξάγγελος”, εκδ. Περισπωμένη, 2021.

Artem Kamardin, Τρία ποιήματα 

ΖΩΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΙΑ

Αν περικλειστεί από ψέματα
δεν μας ακούς,
αν δεν μας δεις λόγω του ύψους των τοίχων σου
,
οι φωνές μας, σιωπηλές για λίγο,
θα γίνουν εκκωφαντικές βροντές.
Αν δεν μας δείτε,
αν δεν μας ακούσετε
πίσω από τον κρότο των ρόπαλων και των ασπίδων της αστυνομίας,
το κόκκινο κεντημένο στον καμβά της ιστορίας θα επαναληφθεί.
Τα όνειρά σας θα γίνουν εφιάλτες
που αντηχούν από τα απαίσια μουγκρητά μας.
Αν δεν μας δείτε,
αν δεν μας ακούσετε,
θα γίνουμε σφαίρες,
θα γίνουμε βόμβες.
Αν περικυκλωθείς με πέτρινους τοίχους
,
που δεν ξεπηδούν ούτε από τις σάλπιγγες της Ιεριχούς,
θα έρθουμε στα πόδια τους, για να χτυπήσουμε
τα κεφάλια μας.
Και θα πλημμυρίσουμε τα σπίτια σας με το ίδιο μας το αίμα.

2017

*

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΜΕΝΩΝ

Επώνυμα με αίσχος,
στριμωγμένο από την κοινή γνώμη
Δεν θα προσπαθήσω να διαφωνήσω μαζί τους.
Δεν χάνω
τον χρόνο μου ή τον δικό σου.
Αλλά για να απαλλαγώ από το σιωπηλό βάρος του βάρους της ψυχής,
ομολογώ: Είμαι ένοχος για όλα τα εγκλήματα!
Ακούει! Αν θέλεις δεν μπορείς να το πιστέψεις:
είναι χίλιες φορές χειρότερα από
αυτά που σου είπε η προπαγάνδα.
Είμαι η σφαίρα, είμαι η αλήθεια, είμαι ο φόβος του θανάτου.
Έβαλα απορρυπαντικό στις φλέβες μου
και φόρεσα τη στολή της Βέρμαχτ,
κακοποιώ ανιδιοτελώς ανηλίκους.
Φαίνομαι να είμαι τόσο δυσδιάκριτος,
αλλά στην πραγματικότητα, είμαι η ενσάρκωση
όλων των παιδικών σου εφιάλτων,
δεν είμαι εγώ,
είμαι μια έκρηξη, είμαι ένας τρόμος, είμαι μια αδιαπέραστη αιωνιότητα,
είμαι μια τρελή κραυγή,
Είμαι δειλός με χήνα.
Παραβιάζω τους πνευματικούς σας δεσμούς
και δεν χρειάζομαι μεγαλύτερη ανταμοιβή από
το μίσος σας.
Μια μέρα, αιμορραγώντας σε μια σκοτεινή πόρτα εισόδου,
πυροβολημένη από έναν αστυνομικό ή έναν πολιτοφύλακα, ξεχώρισα ευδιάκριτα στον κόκκινο-μαύρο
πράσινο τοίχο : Η επανάσταση είναι η εκδίκηση των καταδικασμένων! Και αυτό δεν θα είναι το τελευταίο. Χιονοθύελλα Οι ελπίδες μας για το καλύτερο θαμμένο κάτω από το κουφάρι μιας αρκούδας, στηριγμένες στους ώμους ενός αδύναμου διανοούμενου, συνθλιμμένες από την επίγνωση της απελπιστικής πυκνότητας και την έλλειψη λογικής στην προσπάθεια να αλλάξει κάτι. Όσο οι θεοφόροι έχουν κάτι να φάνε,
η αργή νέκρωση θα συνεχιστεί.
Αλλά μια μέρα αυτή η νέκρωση θα σας επηρεάσει προσωπικά.
Κι αν δεν ζεσταθούμε με τη φωτιά της επανάστασης,
μια χιονοθύελλα θα ψάλλει νύμφη
σε όσους έχουν αποκοιμηθεί στο χιόνι κάτω από το άψυχο κουφάρι της αρκούδας.

01.01.2015

*

ΚΑΗΜΕΝΗ ΓΗ ΤΑΚΤΙΚΕΣ

Σήμερα θα κάνω χωρίς εισαγωγικές προτάσεις,
και ακόμη περισσότερο: Δεν θα πω το όνομά μου.
Η χώρα μας διοικείται από τον εχθρό,
οπότε λυπάμαι, το μόνο
που μου μένει είναι η τακτική της καμένης γης.
Η κατάρρευση οποιασδήποτε επιχείρησης είναι αναμενόμενη,
αν την πληρώσεις με τη ζωή κάποιου άλλου,
ακόμα κι αν είναι πιο δελεαστικό και δεν μπορείς να βρεις το τίμημα.
Μπορείς να πιστέψεις σε οτιδήποτε,
απλά καταλάβεις:
δεν μπορείς να αντικαταστήσεις την ελευθερία με ψωμί,
δεν μπορείς να διαβρώσεις τη συνείδησή σου με θεάματα.
Το μοτίβο του τηλεοπτικού καλωδίου
οδηγεί τους ανθρώπους στην υπακοή,
αλλά δεν καθοδηγούμαστε,
υποχωρούμε καίγοντας χωριά,
καταστρέφοντας ολόκληρες περιοχές.
Φέρνουμε
μόνο άσχημα νέα στο σπίτι σας.
Εκτροχιάζουμε τα τρένα
που σας φέρνουν σταθερότητα.
Εμείς θα μπούμε χωρίς να βγάλουμε τα παπούτσια μας,
και αφού βρώσουμε τη στειρότητα των διαμονών σας
με την αλήθεια της μπότας,
θα σταθούμε όρθιοι και
χωρίς να στρίψουμε ούτε έναν μυ του προσώπου
θα ανακηρύξουμε νικητές,
θα το παραδεχτούμε δυνατά: ναι!
Στο σώμα της κοινωνίας
είμαστε καρκινικά κύτταρα,
δηλαδή κύτταρα που έχουν συνειδητοποιήσει
την ατομικότητά τους.

2014

Χρήστος Τσιαήλης, Τρία ποιήματα

0.

μηδέν,
Του Χρόνου οριακός
καθρεφτισμός
έναρξη αντίστροφης
μέτρησης ετών
υποκειμενικό κατασκεύασμα
κι αυτή η ιστορία
Ησιόδου αμφισβήτηση
Μονοθεϊσμός και Αγάπη
κάτω οι ειδωολάτρες (!)
ακούγεται η ηχώ
σε άδεια αγγεία
θαμμένα στο πλούσιο χώμα

1.

[Πίσω όμως σε χρόνο πραγματικό, κάτι δεν συμβαίνει, ή συμβαίνει πολλάκις και ταυτόχρονα κι όμως καταγράφεται ως μοναδικό συμβάν, αφού θα ληφθεί έπειτα από τριακόσια έτη ως μυστική απόφαση, μα κι αυτό ιστορία είναι της ανθρώπινης υστερίας, κι η ιστορία γίνεται ό,τι σκαρφιστούμε, ας μην επεκταθούμε περαιτέρω]

-εκ τω υστέρων-

2.

Από την άλλη πλευρά της ιστορίας
ω άνθρωπε,
έτσι όπως την καταγράφεις
θα δεις καθαρά
πως χίλια χρόνια αργότερα
ο Τζένκινς Χαν
θα τον μιμηθεί επιτυχώς
για τη δημιουργία
της μεγαλύτερης αυτοκρατορίας
όλων των εποχών
έτσι ποσοστώνονται
τα κρεματόρια των ψυχών.

*Από τη συλλογή “Ούγκα – Οστικοί ιστορισμοί”, εκδ. Γκοβόστης, 2022.

Γιώργος Ζησιμόπουλος, Τρία ποιήματα

ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ

Όταν απέξω μας κλειδώνει ο χρόνος
οι λέξεις που έφυγαν
βαθιές ανάσες στις
σιωπές μας σπέρνουν
να μη θελήσουμε ποτέ
να κοιμηθούμε.

*

ΧΩΡΙΣ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

Μια ζωή γεμάτη
απουσίες.
Σε άδειες ώρες
δε γίνονται μαθήματα
οι νύχτες των αδικημένων.

*
ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑ

Όταν όλα σωπαίνουν
σαν κάτι
ακούγεται.
Όταν όλα μιλάνε
σαν κάτι
πεθαίνει.

*Από τη συλλογή “Δήλος”, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016.

Αλέκος Λούντζης, Τρία ποιήματα

ΧΑΜΕΝΟ ΣΚΙΤΣΟ Α.Κ.

Αδύνατη βιογράφηση ενός
πατρός και πατρίδος του εαυτού του
πόσο μάλλον κανενός
Κι ας τον είπαν “εθνικό”
Μ’ ένα στιλέτο χιούμορ

Σύμβολο ακατάλυτο, φριχτό
απρόσιτος σε ξένους και δικούς του
σαν ραγισμένο βάζο
αυτός, ο ισοβίως νέος
απρόσωπος ποιητής

*

ΟΙ ΕΠΟΜΕΝΟΙ

Κατ΄ αρχήν
Σου ΄ρχονται
Πάντοτε καταπάνω σου

Απρόσιτοι, αδίστακτοι, αναίτιοι

Οι επόμενοι
Μ’ όλα τα φριχτά στερητικά τους
Εμείς
Με τα φριχτά δικά μας στερητικά
Μαζί και χώρια
Μ’ όλες τις προφανείς συνέπειες

Πάντοτε πάνω σου

Καθότι σειρά σου

Σου ‘ρχονται
Χωρίς φωτιά χωρίς μάχαιρα
με χάδια στοργικά
αλλάζει ο κόσμος δέρμα

*

ΣΥΛΛΟΓΙΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ

Οι πιο μετριοπαθείς
στο τέλος κοιτάνε την καριέρα τους
μάλλον άχρηστοι για τη συλλογική υπόθεση

Οι πιο παθιασμένοι
μελετούν να σώσουν τον κόσμο των άλλων
συχνά επικίνδυνοι για τη συλλογική υπόθεση

Οι πάντοτε και παντού Άλλοι
πασχίζουν στα περιθώρια της σελίδας
γιατί εκείνοι είναι η συλλογική υπόθεση

Οι γύπες πάλι
φροντίζουν απλώς για την ανανέωση του είδους
παρακολουθούν απο ψηλά μέχρι κάθε υπόθεση να ωριμάσει

*Από τη συλλογή “Οι επόμενοι εμείς”, εκδ. Στιγμός, 2021.

Joaquin Giannuzzi, Δύο ποιήματα

ΣΤΗΝ ΑΛΛΗ ΠΛΕΥΡΑ

Κάποιος πέθανε στην άλλη πλευρά του τοίχου.
Κάθε λίγο μια φωνή εγκλωβισμένη σε λυγμούς.
Είμαι ο πλησιέστερος γείτονας κι αισθάνομαι
υπεύθυνος’ οι τύψεις
βρίσκουνε πάντοτε μια ευκαιρία.
Στο υπόλοιπο κτίριο
κανένας δεν φαίνεται ενήμερος. Κουβεντιάζουν,
γελούν, ανοίγουν τηλεοράσεις, καταβροχθίζουν
μεγάλες ποσότητες κρέατος. Αν γνώριζαν
τι συνέβη εκεί κοντά, δε θα ήταν αρκετή ούτε
η σκέψη του θανάτου
να διαταράξει τους ρυθμούς της πολυκατοικίας.
Θα αγνούσαν τον νεκρό
και θα είχαν τους λόγους τους’

Στο κάτω κάτω, κανείς δεν πεθαίνει περισσότερο από τον άλλον.

*

ΧΩΡΙΣ ΣΙΝΙΑΛΑ

Πεντακόσια διαμερίσματα έχει τούτο το κτίριο.
Δεν γνωρίζω ποιος ζει στην άλλη μεριά του τοίχου.
Κάποιες φορές ακροάζομαι το θόρυβο, όπως ένας γιατρός
το στήθος ενός αρρώστου.
Υπάρχει μια βουή ωκεανού,
παράξενα και σπλαχνικά μηνύματα
που δεν δύναμαι να αποκωδικοποιήσω. Σε κάποιο μέρος
του τσιμεντόλιθου το νερό κελαρύζει
όπως στα σωθικά ενός ανθρώπου. Συγκεχυμένες
φωνές που ατονούν χωρίς συνέχεια,
ξεμακραίνουν και γυρνούν σε μια κοφτή κραυγή.
Αιχμάλωτοι που αγνοούνται,
καταδικασμένοι σε μια ζωή που ωριμάζει σε δέσμια
συναισθήματα. Κάποιος χτυπά συνθηματικά
έναν τοίχο αλλά τον κωδικό γνωρίζει μόνο ο ίδιος.
Δεν υπάρχουν σινιάλα μεταξύ μας.

*Από το βιβλίο “Χοακίν Χιανούτσι – Ποιήματα”, εκδ. Θράκα, 2014.
**Μετάφραση: Στάθης Ιντζές.

Παναγιώτης Μηλιώτης, Η απόφαση ενός οπαδού να κατέβει στον αγωνιστικό χώρο της απεργίας

Γιατί παραμένω οπαδός
μιας πραγματικότητας που σε τίποτε την τάξη μου δεν ωφελεί;
Στις κερκίδες μ’ αρέσει να φωνάζω
υπέρ της μίας ομάδας και κατά της άλλης
κι όταν κερδίζει η δικιά μου ικανοποιούμαι.
Είναι ωραίο το ποδόσφαιρο,
αλλά πόσο έχουμε πραγματική πρόσβαση στον αθλητισμό;
Όλοι μας φοράμε φανέλες και κρατάμε σημαίες
κι ενώ υμνούμε την αγαπημένη μας ομάδα
με κατακλύζουν σκέψεις κι ερωτήματα – που μου χαλάνε το ρυθμό του ύμνου.
Όπως, ότι από Δευτέρα, – θα πάω άκεφος, φτηνός και μαγκωμένος στη δουλειά,
για να καταλήξω το απόγευμα στο super-market
και να αισθανθώ τα μαχαίρια της ακρίβειας.
Ποιος έχει κουράγιο και τι λόγους να βρει
μετά από τέτοια άνιση μάχη
τους άλλους οπαδούς να τους μισεί;
– Όχι, δεν είναι αυτοί οι πραγματικοί μας εχθροί-
Και ποιο το νόημα να παραμένουμε
οπαδοί της αδράνειας άρα και της επιβολής
μιας ιδεολογίας και μιας πολιτικής
που σε τίποτε την τάξη μας δεν ωφελεί;
Πρέπει να κατέβουμε και στον αγωνιστικό χώρο της απεργίας
όπως μας τα λέει και η Χρύσα στο γραφείο,
αλλά και της αγαπημένης μου ομάδας η ιστορία.
Ναι, να κατέβουμε χιλιάδες κι αληθινά ενωμένοι
κάτω από την κόκκινη σημαία, που υψώνεται πεισματάρα
κι απ’ τους πραγματικούς μας τους εχθρούς – κατασυκοφαντημένη.

Αργύρης Χιόνης, Όταν τα δέντρα θα μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων

Θα ’ρθει μια μέρα που τα δέντρα θα μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων και θα σταματήσουν να παράγουν ίσκιο, θροΐσματα κι οξυγόνο. Θα πάρουνε τις ρίζες τους και θα φύγουν. Μεγάλες τρύπες θα μείνουνε στη γη εκεί που ήταν πριν τα δέντρα. Όταν οι άνθρωποι καταλάβουνε τι έχασαν, θα πάνε και θα κλάψουνε πικρά πάνω απ’ αυτές τις τρύπες. Πολλοί θα πέσουν μέσα. Τα χώματα θα τους σκεπάσουν. Κανείς δεν θα φυτρώσει.

*Από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2022/12/27/όταν-τα-δέντρα-θα-μισήσουν-την-αχαριστ/

Sandro Penna, Ποιήματα

ΣΧΟΛΕΙΟ

Τα γαλανά πρωινά
οι μαθητές σε μαύρες
γρήγορες σειρές. Σκυμένοι πάνω
στα βιβλία, έπειτα. Σημαίες
υπαίθριας νοσταλγίας
τα δέντρα στα παράθυρα.

*
Τα μαύρα σκαλοπάτια της ταβέρνας μου
κατεβαίνεις όλος ποτισμένος από άνεμο.
Τα όμορφα μαλλιά έχεις ριγμένα
στα μάτια, ζωντανά σε έναν παλιό μου κόσμο.
στη γεμάτη καπνούς ταβέρνα
τώρα υπάρχει η μυρωδιά του λιμανιού και του ανέμου.
Ελεύθερος άνεμος που πλάθει τα κορμιά
Απ’ άσπρα ναυτόπουλα και τους κινεί το βήμα.

*

Κάτω απ’ τον ουρανό του Απριλίου η ειρήνη μου
είναι αβέβαιη. Το ανοιχτό πράσινο κινείται τώρα
στον άνεμο ιδιότροπα. Ακόμα κοιμούνται
τα νερά – νομίζεις- με ανοιχτά τα μάτια.

Αγόρια τρέχουν στο χορτάρι και μοιάζει
να τα σκορπίζει ο άνεμος. Χαμένη όμως,
είναι μόνον η καρδιά μου, και πάνω της μένει
η αστραπή (αχ νιάτα) απ΄ τα άσπρα τους
πουκάμισα που ήταν τυπωμένα στο πράσινο

*

Ακίνητα είναι στον ουρανό τα αστέρια.
Αυτό το καλοκαίρι είναι όμοιο με τ’ άλλο καλοκαίρι.
Το αγόρι όμως που περνάει μπροστά σου,
αν δεν το φωνάξεις, δεν θα ‘ναι πια το ίδιο.

*

Βγαίνω απ’ τη δουλειά μου γεμάτος
από στείρες λέξεις. Στην εξώπορτα όμως,
οι θεοί τοποθέτησαν για τέρψη μου
ένα αγόρι που παίζει με την πλήξη.

*
Αν είναι άδεια τα δέντρα κι ο Ιανουάριος
μόλις αρχίζει, σε έναν καθαρό ήλιο λάμπει
πάνω στα χαλίκια του έρημου πια πάρκου,
το φτύσιμο ενός αγοριού που πέρασε
τρέχοντας, σπρωγμένο ίσως από τον
Μακρινό Απρίλιο.

*Από το τομίδιο “Sandro Penna, Ποιήματα”, εκδ. Το μικρό Δέντρο, Αθήνα, Δεκέμβρης 1981. Απόδοση: Σωτήρης Παστάκας.

Νικηφόρος Βρεττάκος, Τρία ποιήματα

ΠΛΑΪ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Κάτω στον κάμπο τον πλατύ κι απ’ τον ήλιο κάτου,
Μες στη βοή που φέρνει μας του πέλαους το νερό,
Είκοσι εργάτες που έχουμε το χρώμα του θανάτου
Με τα τσαπιά μας σκάβουμε το χώμα το ξερό.
Εμπρός παιδιά. Το έργο μας το βράδυ να χαρούμε.
Χαρά θεού το χλόισμα να ιδούμε στον αγρό.
Κι ακουμπισμένοι στα τσαπιά, τη θάλασσα κοιτούμε,
Ενώ απ΄ το μέτωπο ο άνεμος στεγνώνει τον ιδρώ.
Κι όταν τελειώνει το έργο μας, βουβοί και κουρασμένοι,
Κοιτούμε με παράπονο τον όμορφο ουρανό,
Και τα τσαπιά στους ώμους μας κρεμώντας λυπημένοι,
Νέο έργο ν’ αρχινήσουμε τραβάμε στο βουνό.

*

ΤΡΕΙΣ ΑΣΤΕΓΟΙ

Μια χειμωνιά, τρεις άστεγοι που από τον πάγο σβύναν
Σε μια ταβέρνα που έκλεινε μπήκαν ορμητικοί.
Κ’ ενώ πολύ διψούσανε καθόλου αυτοί δεν πίναν,
Αλλά το χώμα κοίταζαν κι οι τρεις τους, σκεφτικοί.
Κι ο ταβερνιάρης που άλλοτε την ώρα αυτή σφαλούσε
Γιατί είχε σπίτι ερημικό και φαμελιά πολλή,
Να τους ειπεί πως πέρασε η ώρα δεν τολμούσε
Γιατί ήτανε παράξενοι και σκοτεινοί πολύ.
Κι όταν σαν άχνιζε η αυγή τον αποχαιρετήσαν
Ένα κρασί τους πρόσφερε κι αυτός να ζεσταθούν
Ενώ από οίχτο κι ανθρωπιά τα μάτια του δακρύσαν.
Μ’ αυτοί κ’ οι τρεις περήφανοι, δεν πήρανε να πιούν.

*

ΚΙ ΑΠΟΨΕ…

Κι απόψε μ’ έφτασε ο άνεμος μαζύ με τη νυχτιά.
Την τέντα της ο στρόβιλός του παρασύρει.
Μαύρα πλοκάμια μού κρεμούν στο στήθος τραχηλιά
Κ’ είμαι σα φύλακας στης γης το κοιμητήρι.
Και νάτανε το βήμα μου γοργό σαν αστραπή
Να μη με φτάνει η νύχτα η παγωμένη.
Να δρασκελούσα ανάλαφρα τη στρογγυλή αυτή γη.
Τον ήλιο ακολουθώντας όπως κατεβαίνει…

*Από τη συλλογή “Οι γκριμάτσες του ανθρώπου”, Εκδόσεις Αντωνόπουλου, Αθήνα 1940.
**Δεν διατηρείται το πολυτονικό σύστημα.