Αργύρης Χιόνης, Όταν τα δέντρα θα μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων

Θα ’ρθει μια μέρα που τα δέντρα θα μισήσουν την αχαριστία των ανθρώπων και θα σταματήσουν να παράγουν ίσκιο, θροΐσματα κι οξυγόνο. Θα πάρουνε τις ρίζες τους και θα φύγουν. Μεγάλες τρύπες θα μείνουνε στη γη εκεί που ήταν πριν τα δέντρα. Όταν οι άνθρωποι καταλάβουνε τι έχασαν, θα πάνε και θα κλάψουνε πικρά πάνω απ’ αυτές τις τρύπες. Πολλοί θα πέσουν μέσα. Τα χώματα θα τους σκεπάσουν. Κανείς δεν θα φυτρώσει.

*Από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2022/12/27/όταν-τα-δέντρα-θα-μισήσουν-την-αχαριστ/

Sandro Penna, Ποιήματα

ΣΧΟΛΕΙΟ

Τα γαλανά πρωινά
οι μαθητές σε μαύρες
γρήγορες σειρές. Σκυμένοι πάνω
στα βιβλία, έπειτα. Σημαίες
υπαίθριας νοσταλγίας
τα δέντρα στα παράθυρα.

*
Τα μαύρα σκαλοπάτια της ταβέρνας μου
κατεβαίνεις όλος ποτισμένος από άνεμο.
Τα όμορφα μαλλιά έχεις ριγμένα
στα μάτια, ζωντανά σε έναν παλιό μου κόσμο.
στη γεμάτη καπνούς ταβέρνα
τώρα υπάρχει η μυρωδιά του λιμανιού και του ανέμου.
Ελεύθερος άνεμος που πλάθει τα κορμιά
Απ’ άσπρα ναυτόπουλα και τους κινεί το βήμα.

*

Κάτω απ’ τον ουρανό του Απριλίου η ειρήνη μου
είναι αβέβαιη. Το ανοιχτό πράσινο κινείται τώρα
στον άνεμο ιδιότροπα. Ακόμα κοιμούνται
τα νερά – νομίζεις- με ανοιχτά τα μάτια.

Αγόρια τρέχουν στο χορτάρι και μοιάζει
να τα σκορπίζει ο άνεμος. Χαμένη όμως,
είναι μόνον η καρδιά μου, και πάνω της μένει
η αστραπή (αχ νιάτα) απ΄ τα άσπρα τους
πουκάμισα που ήταν τυπωμένα στο πράσινο

*

Ακίνητα είναι στον ουρανό τα αστέρια.
Αυτό το καλοκαίρι είναι όμοιο με τ’ άλλο καλοκαίρι.
Το αγόρι όμως που περνάει μπροστά σου,
αν δεν το φωνάξεις, δεν θα ‘ναι πια το ίδιο.

*

Βγαίνω απ’ τη δουλειά μου γεμάτος
από στείρες λέξεις. Στην εξώπορτα όμως,
οι θεοί τοποθέτησαν για τέρψη μου
ένα αγόρι που παίζει με την πλήξη.

*
Αν είναι άδεια τα δέντρα κι ο Ιανουάριος
μόλις αρχίζει, σε έναν καθαρό ήλιο λάμπει
πάνω στα χαλίκια του έρημου πια πάρκου,
το φτύσιμο ενός αγοριού που πέρασε
τρέχοντας, σπρωγμένο ίσως από τον
Μακρινό Απρίλιο.

*Από το τομίδιο “Sandro Penna, Ποιήματα”, εκδ. Το μικρό Δέντρο, Αθήνα, Δεκέμβρης 1981. Απόδοση: Σωτήρης Παστάκας.

Νικηφόρος Βρεττάκος, Τρία ποιήματα

ΠΛΑΪ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Κάτω στον κάμπο τον πλατύ κι απ’ τον ήλιο κάτου,
Μες στη βοή που φέρνει μας του πέλαους το νερό,
Είκοσι εργάτες που έχουμε το χρώμα του θανάτου
Με τα τσαπιά μας σκάβουμε το χώμα το ξερό.
Εμπρός παιδιά. Το έργο μας το βράδυ να χαρούμε.
Χαρά θεού το χλόισμα να ιδούμε στον αγρό.
Κι ακουμπισμένοι στα τσαπιά, τη θάλασσα κοιτούμε,
Ενώ απ΄ το μέτωπο ο άνεμος στεγνώνει τον ιδρώ.
Κι όταν τελειώνει το έργο μας, βουβοί και κουρασμένοι,
Κοιτούμε με παράπονο τον όμορφο ουρανό,
Και τα τσαπιά στους ώμους μας κρεμώντας λυπημένοι,
Νέο έργο ν’ αρχινήσουμε τραβάμε στο βουνό.

*

ΤΡΕΙΣ ΑΣΤΕΓΟΙ

Μια χειμωνιά, τρεις άστεγοι που από τον πάγο σβύναν
Σε μια ταβέρνα που έκλεινε μπήκαν ορμητικοί.
Κ’ ενώ πολύ διψούσανε καθόλου αυτοί δεν πίναν,
Αλλά το χώμα κοίταζαν κι οι τρεις τους, σκεφτικοί.
Κι ο ταβερνιάρης που άλλοτε την ώρα αυτή σφαλούσε
Γιατί είχε σπίτι ερημικό και φαμελιά πολλή,
Να τους ειπεί πως πέρασε η ώρα δεν τολμούσε
Γιατί ήτανε παράξενοι και σκοτεινοί πολύ.
Κι όταν σαν άχνιζε η αυγή τον αποχαιρετήσαν
Ένα κρασί τους πρόσφερε κι αυτός να ζεσταθούν
Ενώ από οίχτο κι ανθρωπιά τα μάτια του δακρύσαν.
Μ’ αυτοί κ’ οι τρεις περήφανοι, δεν πήρανε να πιούν.

*

ΚΙ ΑΠΟΨΕ…

Κι απόψε μ’ έφτασε ο άνεμος μαζύ με τη νυχτιά.
Την τέντα της ο στρόβιλός του παρασύρει.
Μαύρα πλοκάμια μού κρεμούν στο στήθος τραχηλιά
Κ’ είμαι σα φύλακας στης γης το κοιμητήρι.
Και νάτανε το βήμα μου γοργό σαν αστραπή
Να μη με φτάνει η νύχτα η παγωμένη.
Να δρασκελούσα ανάλαφρα τη στρογγυλή αυτή γη.
Τον ήλιο ακολουθώντας όπως κατεβαίνει…

*Από τη συλλογή “Οι γκριμάτσες του ανθρώπου”, Εκδόσεις Αντωνόπουλου, Αθήνα 1940.
**Δεν διατηρείται το πολυτονικό σύστημα.

Κατερίνα Φλωρά, Άχρονο

Στην εκπνοή του κόσμου
βαριά τα βλέμματα τριγύρω
ακατανόητη οικειότητα
σαφή όρια και αποστάσεις

Στου χρόνου την άκρη
η αλλαγή μοιάζει κοντά
μικρή όμως η κλωστή
σιγοκαίει προς το μέρος μας

Μιας χαράς στιγμή
προσπέρασε σα σκιά
ούτε στάθηκε λιγάκι
να γνωριστούμε καλύτερα

Ως πότε θα συνεχίζουμε
ακάματα την πορεία
στων χρόνων τα περάσματα
με τέρμα το άχρονο

Κωνσταντίνος Βορβής, Η συνείδηση του μηδενός

Δεν χρειαζόμαστε την ορατότητα. Η φύση, τα στοιχεία συνωμοτούν απόψε υπέρ μας, υπέρ της οπτικής μας των πραγμάτων. Δεν θέλουμε καμία συγκίνηση. Καμία χαρά και καμία θλίψη. Δεν τολμούμε ούτε διστάζουμε. Παρά μόνο κινούμαστε με ταχύτητα προς τα εμπρός, προς αυτό που έρχεται, προς αυτό που δεν προλάβαμε να αποφύγουμε αλλά ούτε ζήσαμε. Πάτησε λοιπόν το γκάζι! Με αυτή την ταχύτητα ο θάνατος ακαριαία είναι εγγυημένος. Πάτησε το γκάζι! Τι φοβάσαι; Ένα παρόν εκπεσμού τεμαχισμένο σε άπειρες μικρές στιγμές που βιώνουμε υποφέροντας ωχριά μπροστά σε μια μόνο στιγμή, σε μια λάμψη που οδηγεί στη λύτρωση! Εκεί που κάθε ορθή και εσφαλμένη κρίση μας υποτάσσεται στην αλήθεια μιας απόλυτης άρνησης! Της άρνησης που δεν είναι παρά η πιο δυναμική κατάφαση του κόσμου! Για αυτό πάτα το γκάζι, να γίνουμε ένα με τη νύχτα, να νιώσουμε την έξαρση της παλιάς μας αλήθειας, ξανά στις ίνες του σώματός μας, και ας είναι να μας καταστρέψει, κι ας μας στερήσει την εμπειρία της αγρύπνιας μέσα στον κόσμο! Ίσως τότε θυμηθούμε, ίσως εκτιμήσουμε ξανά, την ανώφελη προσμονή του εφήμερου – αυτή που μας αρνήθηκε και την απαρνηθήκαμε.

Ρογήρος Δέξτερ, De paradoxis

VII

[De Chorea Nympharum
Ή
De interpretatione recta]

•από πέρα• κι αντίπερα•
Στα γυάλινα πηγάδια•
Λες και τις σπέρνει ο βοριάς•
Φυσώντας•
Πέτρες στα κεραμίδια• και
Πέτρες στα παράθυρα• “πάλι
Περνά το νεραϊδόσογο”• θά ‘λεγε
Η γιαγιά• που σχωρέθηκε στα 90•
Αδύνατη σαν οδοντογλυφίδα• και
“Σουτ• μην κρένετε”• ρίχνοντας•
Χοντρό αλάτι στη φωτιά• να
Κάνει παφ και κρότο• να
Φύγουν στον άνεμο τα ξωθικά•
Με την αλλόκοτη λαλιά τους•
“Σαν το ψαθί που το πάτησαν
Χάμω”• πέρασμα λοιπόν•
Από ξουθιές και ανερούσες•
Όπως τα γάργαρα νερά•
Που κελαρύζουν• ίσια κάτω στο ρέμα•
Δε θα σου βάσταγε να πας•
Τη νύχτα τραγουδώντας•
Ούτε κι “αργά τ’ αποταχύ” • μήτε και
“Πάρωρα το γιόμα” • αυτά
Λαχαίνουν μία στις χίλιες• ή
Μήπως ξέσπασε
Κι άλλος πετροπόλεμος•
Στην απάνω γειτονίτσα• που
Μόνο οι κλήρες
Κατέχουν καλά•
Από πριν γεννηθούν• ένα ξέρω•
Ότι οι πέτρες πέφτουν πάνω μου•
Και δεν είναι• βότσαλα στη λίμνη•
Τουλάχιστον
Από έναν κύκλο στο νερό•
Να γύριζα πίσω•
Σε μια λιακάδα αλλιώτικη•
Σε κάτι τραγούδια ξεχασμένα• και
Όχι εδώ• γιατί•
“Αυτού που μπήκες νιούτσικε
Πίσω δε ματαβγαίνεις”•

*

media vita in morte sumus

•έως πότε θα σέρνεσαι• ψιθύρισε•
Κουνώντας το κεφάλι του• κι αν
Ζούσε σήμερα•
Τί πίκρα θά ‘χε ο αδερφός μου•
Ο πατέρας μου λιώνει στο λάκκο του
Και οι ζωντανοί στο δικό τους• είπα•
Ν’ απαντήσω•
Μήνες αργότερα
Πήγε κι αυτός από καρδιά στα 70•
Να συναντήσει τους προγόνους μας• ελπίζω•
Σπάζοντας τα δεσμά
Τής σάρκας και τής ύλης•
Τουλάχιστον νά ‘φυγε χαρούμενος•
Αλλά και πάλι•
Ποιος ξέρει στ’ αλήθεια•
Σε τί παλίμψηστο
Θα ξεπέσει στο μεταθάνατο•
Κι εγώ ακόμη εδώ•
Να σέρνομαι κάποτε•
Και άλλοτε να με σέρνουν
Από τη μύτη διάφορες•
Σκέψεις• θλίψεις• γυναίκες•
Μέχρι να βρούμε μαζί•
Τον βαθύ γκρεμό
Που μας ταιριάζει•

*

Verae Historiae

•η μία κόρη•
Έμεινε έγκυος νωρίς•
Σ’ ένα ταξίδι μακρινό•
Στην ύπαιθρο• όπου και χάθηκε•
Κάπου• λένε• κοντά στο Ροδολείβο• η άλλη
Μετρούσε εκτρώσεις• μέχρι τα 40• ώσπου
Τη βρήκαν κόκκαλο• μ’ ένα μπουκάλι χάπια•
Στο κρεβάτι της• η μάνα
Των κοριτσιών• έφυγε γρήγορα• από θρόμβωση•
Ενώ ο πατέρας
Τίναξε τα μυαλά του στον τοίχο•
Το βράδυ που έμαθε
Πως η αλήθεια
[Που νόμιζε ότι γνώριζε καλά]
Δεν ήταν•
Παρά ένα καλοστημένο ψέμα•
Μην μπορώντας ν’ αντέξει•
Ότι και ο δικός του χάρτινος πύργος
Γκρεμίστηκε αύτανδρος• δεν
Ξέρω τελικά•
Αν κάποιος από τους τέσσερις
Είχε άδικο• ίσως κανείς•
Και αυτό είναι όλο•

*Δημοσιεύτηκαν και εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2022/05/de-paradoxis.html?fbclid=IwAR1K5UOWqAWBC5pav4HJdygYnRzf5EtQAg2iPIyCd0J1dE04whWxJ0SS-bk

**Στην εικόνα: Egon Schiele, «Four trees» (1917). Πηγή για την εικόνα: Wikimedia Commons.

Σταύρος Βαβούρης, Η αλληγορία της πικροδάφνης

Οι πικροδάφνες προχωρούν σε δυο ατέλειωτες σειρές·
απʼ το σημείο που ξεκινάς
έως το σημείο για όπου προορίζεσαι
ανηφορίζουν έξαλλες μαζί σου
και μπορεί κανείς, πολύ δικαίως να υποθέσει
πως ξεφυτρώνουν μέσα από τη θάλασσα
κι ότι εξακολουθούν νʼ ανθίζουν μέσα στον αέρα·
γιατί,
γιατί ανασαίνεις την πικρή τους ευωδιά χωρίς ανάπαυλα
δίχως να παρεμβάλλονται άλλα αρώματα
νʼ ανακινεί αισθήματα και πρόσωπα πικρά
που τέλειωσαν το ρόλο τους στις μέρες σου
που εν τούτοις στάζουν το φαρμάκι τους
πάντοτε στις ρίζες της ζωής σου·
πικρές κινήσεις, αλυσίδες χωρισμών,
άρνηση, προδοσίες,
απʼ το σημείο που ξεκινάς
έως ότου, εκεί, που σταματάς για τις καθημερινές σου ασχολίες.
Και στο γυρισμό τα ίδια φυσικά·
γιατί και πώς νʼ αλλάξουν;

Αλλʼ αυτά, στο τέλος μοιάζουν λόγια –τα πες τα ξανάπες–
μοιάζουν φωνές, που απόμειναν
παράξενα αλληγορικά τραγούδια μες στον άνεμο
που μʼ όποιον τρόπο κι αν ειπώθηκαν
που κι αν τα ξεχωρίσαμε
καμιά φορά μεσʼ απʼ τη λύσσα του νοτιά
δεν καταλάβαμε ποτέ
τʼ ήταν αυτό που θέλησαν να πουν
γιατί ειπώθηκαν άραγε με τόση αλληγορία
για τι ʼχαν τέλος πάντων, προσπαθήσει να μας πείσουν.

Προτιμότερο κανένας να σωπαίνει.
Έρχεται καιρός που αντιλαμβάνεσαι
πως είσαι βασιλιάς εξόριστος σε μια περιοχή
που ʼχουνε στύψει οι χρυσοθήρες
μετά η επιδημία κι ο σεισμός.
Μιλάς και χρειάζεσαι πολίτες να σʼ ακούσουν.
Δεν σε χρειάζεται κανείς.
Βγαίνεις το βράδυ στο μπαλκόνι με την αίσθηση
πως θα σʼ εξακοντίσουνε ως τʼ άστρα οι επευφημίες του πλήθους.
Στους δρόμους, το πολύ, περαστικοί αδιάφοροι.
Στο δέρμα σου βουίζει και σαρκάζει
η Σιωπή.

Κι έτσι είναι που απαυδήζεις τέλος απʼ τα ποιήματα και τα όνειρα.
Γυρεύεις τότε να ʼβρεις τη Ζωή.
Τη βρίσκεις. Νοσταλγείς μετά, τα ποιήματα ξανά.
Στρέφεις και βλέπεις:
πως δεν υπάρχει δρόμος γυρισμού
πως δεν υπάρχουν ξέχωρα ζωή και ποιήματα.
Πως όλα είναι όνειρα, ζωή και ποιήματα
μια αξεχώριστη έννοια
μια αξεχώριστη θολή βοή.

Είναι προτιμότερο λοιπόν κανένας να σωπαίνει;
Κάποτε οι παραβολές κι οι αλληγορίες τελειώνουν
και για όλους, φτάνει η ώρα του Σταυρού.
Τότε, με τη λόγχη στο πλευρό
τι ποιήματα μπορείς να κάνεις;

Σκατά·
κάθομαι τώρα και μιλώ για πικροδάφνες
απʼ το σημείο που ξεκινήσαμε
ίσαμε δω που φτάσαμε
ίσαμε δω απʼ όπου τώρα προσπαθώ να εξηγηθώ
στύλος καμένος απʼ τʼ αγιάζι και τη λάβρα των καιρών
τίγρης, με χαίνουσα πληγή στο στήθος όλο,
πάνθηρ δραπέτης από τσίρκο
που χρόνια ανέχτηκε να τον χειροκροτούν
γιατί μπορούσε κι έκανε παράσταση τη λύσσα του
κάθομαι και μιλώ κι αλληγορώ,
ενώ τόσο εύκολα κι απλά μπορώ να πω:
οι πικροδάφνες είμαι εγώ.

*Από την ενότητα «Σημειώσεις για έναν άνθρωπο που πέθανε» (1956), του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής, 1998.

Josef Albers, More or less / Λίγο – πολύ

Easy – to know
that diamonds – are precious

good – to learn
that rubies – have depth

but more – to see
that pebbles – are miraculous

Εύκολο – το να ξέρεις
ότι τα διαμάντια – είναι πολύτιμα

καλό – να μάθεις
ότι τα ρουμπίνια – έχουν βάθος

αλλά περισσότερο – να δεις
ότι τα βότσαλα – είναι θαυματουργά

*

There is no world without a stage
and no one lives for not-appearing

Seeing of ears invites to speak
knowing of eyes invites to show

Notice also, silence sounds
listen to he voice of color

Semblance proves it can be truth
as every form has sense and meaning

Δεν υπάρχει κόσμος χωρίς σκηνή
και κανείς δεν ζει για να μην εμφανίζεται

Η θέαση των αυτιών προσκαλεί στο να μιλήσει
η γνώση των ματιών προσκαλεί στο να δείξει

Παρατήρησε επίσης, η σιωπή ηχεί
άκουσε τη φωνή του χρώματος

Η εμφάνιση αποδεικνύει ότι μπορεί να είναι αλήθεια
καθώς κάθε μορφή έχει αίσθηση και νόημα

*

To distribute material possessions
is to divide them

To distribute spiritual possessions
is to multiply them

*

Να μοιράζεις υλικά αγαθά
είναι για να τα χωρίσουμε

Να μοιράζεις πνευματικά αγαθά
είναι για να τα πολλαπλασιάσουμε

*

Calm down
what happens

happens mostly
without you

Ηρέμησε
ό,τι συμβαίνει

συμβαίνει κυρίως
χωρίς εσένα

*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο Black Mountain Poems – An Anthology, New Directions 2019. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

**Στη φωτογραφία: Ο Josef Albers κάθεται στο πάτωμα σε μια έκθεσή του το 1956.

Ζέφη Δαράκη, Ο υποβολέας

Θέλετε να κατεβώ τη σκάλα
εν συνεχεία στρίβοντας
δεξιά στο διάδρομο και
πάλι αριστερά κάτω
στα υπόγεια
εκεί που ερειπώνεται ο ουρανός
των λέξεων, θέλετε
πλήρη αποσαφήνιση των γεγονότων;

Δεν δικαιούσθε να συσκοτίζετε
τα “εν ονείρω”, απάντησε ο υποβολέας
Το μήνυμα να είναι σαφές
προς όλο το ακροατήριο
Διότι στα υπόγεια κάτω ανάμεσα στις φλόγες
αναστέλλονται οι απσαφηνίσεις

Γιγαντώνονται επικίνδυνα οι ασάφειες
και πρυτανεύουν ακατανόητες εικόνες ρίγους

Δημήτρης Τρωαδίτης, Βεβαιότητα

η αιωνιότητα ενυπάρχει
μέσα σε όλα
ακόμα και μέσα
στον πεπερασμένο εαυτό μας
σεργιανάει πέρα
από το τίποτα

σαν κλείνουμε τα μάτια
βλέπουμε τα πάντα
μα όταν τ’ ανοίγουμε ξαφνικά
πέφτει απότομα η αυλαία
της εφήμερης ζωής

*Ο πίνακας της ανάρτησης είναι του Νίκου Εγγονόπουλου.