Οδηγία χρήσης:
για να γραφεί
αυτό το ποίημα
είναι αναγκαία
η συνεργασία
του αναγνώστη
ο οποίος
καλείται
να κλείσει
τα μάτια του
για ένα λεπτό
σκεπτόμενος
έντονα
το κόκκινο
χρώμα.
Λεωνίδας Καζάσης, Εξαπίνης διαπίστωση – ομολογία
Ξεκίνησα από το πανδοχείο, όπου διέμενα έξω από την, Μονεμβασία, την συνηθισμένη ( μετά την κολύμβηση στη θάλασσα ), πεζοπορία, προς, την Μονεμβασία, προς ανεύρεσιν τροφής και, κατόπιν,την ανάβαση προς το κάστρο. Το απόγευμα εκείνο, το Σεπτεμβριάτικο, έτεινε προς το τέλος.
Η Μονεμβασία, με την άγρια, ατίθαση, μα γητευτική αρμονία της, παντεπόπτης καιρών, εποχών, διακυμάνσεων αλός αλαλαγμών, εθώπευε ιδιόρρυθμα την πλάση! Της θεάσεως ερωμένη αναντικατάστατη! Κι εγώ φιλόδοξος, υποψήφιος εραστής της, προσπαθούσα, με όλη την δύναμη των αισθήσεών μου, που, την νόηση δελέαζαν, να εισχωρήσω μέσα της, αφομοιώνοντας, μα τι λέω ; Αφομοιωνόμενος, αφομοιωμένος από αυτήν.
Καθώς αγνάντευα, πεζοπορώντας, ατενίζοντας ορίζοντες ουράνιους, θαλάσσιους, ορεσίβιους, μα ορεογράφους, απογειονώμενος από την ευτελή – αβίωτη του άστεως πραγματικότητα, από απόλαυση φτερουγίζοντας! Φθάνοντας στα πρώτα σπίτια, τής Μονεμβασίας, αντικρίζω ένα νεογέννητο γαλής χρώματος καφετή, αποχρώσεως ανοιχτής, ματωμένο στο πρόσωπο, να σπαρταρά στην μέση του ασφαλτοστρωμένου δρόμου. Συγκλονισμένος από το θέαμα τής ζωής που σπαρταρούσε, προσπαθώντας, από κάπου να κρατηθεί – αλλά, πάντα, θωρακισμένος, όπως ευθύς θα αποδειχθεί από την άστοργη – ανήλεη υπεροψία προς το ζωϊκό βασίλειο, με την οποίαν οι πολιτισμένοι γαλουχούνται – περπάτησα προς την μέση του δρόμου, ζυγώνοντας το ματωμένο νεογνό που ψυχορραγούσε. Έτσι, βλέποντας εμένα αποσβολωμένο, οι οδηγοί τών διερχομένων αυτοκινήτων ελάττωναν ταχύτητα, για να δουν τι είχε συμβεί, φεύγοντας αμέσως, με της λυπημένης περιέργειας την συγκαλυμμένη αδιαφορία.
Με μία δεύτερη σκέψη, και, παρατηρώντας την υπέρμετρη ταχύτητα των οδηγών, αντελείφθην, ότι, εάν παρέμενε το ψυχορραγούν γατάκι στην μέση του δρόμου, θα το αποτελείωναν οι οδηγοί των αυτοκινήτων που έτρεχαν – ελπίζοντας στης ταχύτητος τον ίλιγγο, για να βγουν στην έξοδο τής αδιέξοδης πραγματικότητος, που, επέλεξαν να ζουν – σβήνοντας και τις ελάχιστες ελπίδες ζωής, που, το νεογέννητο γατάκι είχε.
Πιάνοντάς το λοιπόν από την ουρά – η πρώτη απόδειξη τής σκληρής, απόμακρης διαθέσεώς μου, ενώ θα μπορούσα, να το πιάσω ζεστά από την ραχοκοκαλιά του μικρού σώματός του – σήκωσα της γαλής την γέννα, μεταφέροντάς την, από την μέση του ασφαλτόδρομου, στην γειτονική, χωμάτινη γη, και, αναίσχυντα ευφησυχασμένος, συνέχισα την πεζή πορεία μου, προς, την Μονεμβασία, επικοινωνώντας διά της περιττής, επιβλαβούς κινητής τηλεφωνίας με την εξαδέλφη μου, συνδιαλεγόμενος αρκετή ώρα μαζί της. Κατόπιν, ίσως, ασύνειδα, λόγω εντάσεως της συνδιαλέξεως με την εξαδέλφη μου, αλλά, και λόγω της συναισθηματικής φορτίσεως, τής εκπορευομένης τού προ ολίγης ώρας δραματικού συμβάντος, του οποίου μάρτυρας αυτόπτης υπήρξα, άλλαξα το πρόγραμμά μου, κατευθυνόμενος προς το κάστρο, διανύοντας μία διαδρομή συναισθηματικής – πνευματικής εγρηγόρσεως, όπως η ανάβασις έως την είσοδο του κάστρου την καθιστά.
Φθάνοντας στην είσοδο, την διέβην. Μπαίνοντας στο κάστρο, και, ατενίζοντας από τα διάφορα σημεία του τους εμπνευστές ορίζοντες, βγήκα από αυτό, κατηφορίζοντας, προς την νεώτερη Μονεμβασία, προς αναζήτησιν τροφής και κορεσμού της πείνας μου.
Καθώς κατέβαινα, σκέψεις οχληρές, αιχμηρές άρχισαν, να κεντρίζουν την συνείδησή μου: “Εάν το νεογέννητο αυτό πλάσμα προερχόταν από ανθρώπινο θηλυκό, θα το εγκατέλειπες, μεταφέροντάς το στο χώμα, αφήνοντάς το, αιμόφυρτο να ψυχορραγεί; Σε ερωτώ, θα το εγκατέλειπες; Ασφαλώς όχι! Θα έτρεχες σαν τρελός, παίρνοντάς το στην αγκαλιά σου, και, θα ζητούσες, επίμονα, και, εάν χρειαζόταν, αγρίως, απειλητικώς, βοήθεια.
Όμως, αυτό το πλάσμα προέρχεται από μία γαλή και όχι από άνθρωπο, γι’ αυτό, πολύ του είναι, που, το τράβηξες από τον βέβαιο θάνατο του ασφαλτόδρομου, ρίχνοντάς το στο χώμα, αφήνοντάς το!
Ο υπεροπτικός, εγκληματικός ρατσισμός μου σε όλο το μεγαλείο του!
Άλλο ο άνθρωπος, άλλο το ζώο! Η ανθρώπινη ζωή αξίζει πολύ περισσότερο από την ζωή ενός ζώου, γι’ αυτό άλλωστε με κοιτούν, απορώντας – εάν όχι μειδιώντας μέσα τους – όταν λέγω, ότι εδώ και ένα χρόνο διατρέφομαι αναίμακτα, δίχως αίμα και πόνο ζώων”.
Δυστυχώς, αυτή η σκέψη υποτιμήσεως της ζωής και της παρουσίας των συνοίκων μας – μελών του ζωϊκού βασιλείου στον πλανήτη που, σε ιδεολογία έχει αναχθεί, με κατηύθυνε ακόμη, και, όταν η συνείδησή μου επενέβη, ώστε να αποφασίσω, να επιστρέψω στο γατάκι, διακομίζοντάς το.
Θα επέστρεφα στο γατάκι, αφού πρώτα απολάμβανα το φαγητό, και τα εύγευστα παγωτά ζαχαροπλαστείου στο κέντρο τής εκτός κάστρου Μονεμβασίας, και, αφού, θα είχαν περάσει, τουλάχιστον, τρεις ώρες από την στιγμή που βρήκα το γατάκι ετοιμοθάνατο.
Η εγκληματική – ρατσιστική ολιγωρία τής ανθρωπιάς μου!
Είχα βέβαια τής αντιφάσεως το θράσος, αφού έφθασα στο κέντρο τής Μονεμβασίας, πριν καθίσω να φάω, να ρωτώ στα φαρμακεία και τους περαστικούς, εάν υπάρχουν προϋποθέσεις ιατρικής περιθάλψεώς του, στην Μονεμβασία.
Όταν εγεύθην τα παγωτά, εξιστορώντας το περιστατικό στην εργαζόμενη στο ζαχαροπλαστείο, της εζήτησα μία χάρτινη σακούλα, μέσα στην οποία θα έβαζα το γατάκι – εάν το εύρισκα και, εφ’ όσον παρέμενε ζωντανό – την ρώτησα επίσης, εάν μπορούσε και, εάν ήξερε, να του προσφέρει τις πρώτες βοήθειες. Εκείνη μου είπε, ότι θα προσπαθούσε, να βρει κάποιον που να ξέρει, να το φροντίσει, ότι λυπόταν πολύ το γατάκι, αλλά δεν ήταν έτοιμη η ίδια, ώστε να σταθεί κοντά του, φροντίζοντάς το.
Έτσι παίρνοντας την χάρτινη σακούλα και έχοντας, για την καθημερινή, νυχτερινή πεζοπορία επιστροφής στο πανδοχείο, πάντα, φακό μαζί μου, ξεκίνησα για το σημείο, όπου το απόγευμα, είχα αφήσει το πληγωμένο, αιμόφυρτο, ψυχορραγούν γατάκι.
Η ένοχη ολιγωρία μου τώρα ανησυχούσε, τρόμαζε εμπρός στο αμείλικτο ερώτημα, εάν, και σε ποιά κατάσταση θα εύρισκα το γατάκι.
Μετά από αργό, ανιχνευτικό μέσα στη νύχτα περπάτημα μισής ώρας, βρήκα το γατάκι να ψυχορραγεί, όπως το είχα αφήσει.
Άφωνος από χαράς συγκίνηση ένοχη, το έβαλα στην χάρτινη του ζαχαροπλαστείου σακούλα και, κοιτώντας επίμονα στον σκοτεινό ουρανό, άρχισα, να βαδίζω προς το ζαχαροπλαστείο. Όταν έφθασα, είπα στην ζαχαροπλάστησα ζωηρά: “Το βρήκα ζωντανό ευτυχώς! Μήπως υπάρχει κάποιος που μπορεί, να το βοηθήσει;” Η εργαζόμενη μου έδειξε μία κυρία που καθόταν στις εξωτερικές καρέκλες του ζαχαροπλαστείου,συνομιλώντας με δύο γνωστούς της, λέγοντάς μου: “Αυτή η κυρία έχει για κατοικίδιο, γάτα, και, ασφαλώς, μπορεί, να βοηθήσει”.
Πλησίασα την κυρία, και της είπα, όσα συνέβησαν, δίνοντάς της την σακούλα, όπου είχα βάλει το ψυχορραγούν γατάκι.
“Σας φαίνομαι αστείος, που κλαίω για ένα γατάκι”, αποκρίθηκα, όταν ο ένας από τους δύο ομοτράπεζους τής κυρίας έκρυψε το πρόσωπό του, γελώντας με την φωνή μου, που, από τις εντάσεις, τής ενοχής μου από την μία, και τη λύτρωση από την χαρά που βρήκα το γατάκι ζωντανό από την άλλη, έχασε την πεποίθησή της και, αδύναμη παρέπαιε. Την ίδια στιγμή, η κυρία Νίκη, ψηλαφώντας το κεφάλι του νεογνού, είπε ότι είχε κρανιοεγκεφαλική κάκωση, και, πιθανόν, σε μερικές μέρες να κατέληγε. Προθυμοποιήθηκε, να το κρατήσει λίγες μέρες, παράσχοντας σε αυτό τις πρώτες βοήθειες, και, έπειτα, να το έστελνε στον κτηνίατρο, που είχε την έδρα του, στην γειτονική Νεάπολη.
Την ευχαρίστησα, και, μείναμε σύμφωνοι, να πάω την άλλη μέρα, να το δω. Την επομένη πήγα στον εργασιακό χώρο, της κυρίας Νίκης, και είδα το γατάκι, καθαρισμένο από τα αίματα, μέσα σε ένα χάρτινο “υποστατικό”, όπου εντός του υπήρχαν κούπες με νερό και τροφή. Η κυρία Νίκη, καθάρισε με οξυζενέ το πρόσωπο του νεογνού από τα αίματα, του έδωσε υγρή αντιβίωση, νερό διά σύριγγος, πολτοποιημένη τροφή και κορτιζόνη, για να μην πονά. Μου είπε δε, ότι θα κρατούσε το γατάκι στον εργασιακό χώρο της, αφού, πρώτα θα το εξέταζε ο κτηνίατρος.
Μετά από δύο μέρες μετέφερε το γατάκι, στην Νεάπολη, όπου ασκούσε το λειτούργημά του ο κτηνίατρος. Ο κτηνίατρος συμφώνησε με την εξ αγάπης φροντίδα προς τα ζώα, πείρας γνωμάτευση, της κυρίας Νίκης, περί κρανιοεγκεφαλικής κακώσεως, η οποία αιμάτωμα προκάλεσε. Έδωσε στο γατάκι και αυτός αντιβίωση, αφού του έβαλε ορό ενδοφλεβίως, αλλά το γατάκι κλυδωνιζόταν εκ νέου από υποθερμία’ ήταν ημερών, ζήτημα, εάν είχε κλείσει μήνα σε αυτή την ζωή, που δεν την άντεξε.
9/2022
Tόλης Νικηφόρου, ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται…
Θα ξαναγεννηθούμε σε μιαν άλλη χώρα
θ’ ανακαλύψουμε και πάλι τις πρώτες λέξεις
και θα προφέρουμε περήφανα κάθε ελάχιστο αυτονόητο
στη γνώση μάταια θ’ αναζητήσουμε τον κόσμο
θα περιπλανηθούμε στους μεγάλους δρόμους
με τις σειρήνες μέσα στην ομίχλη
και κάποτε έκθαμβοι θα συναντήσουμε
την πρώτη μας αγάπη
στα μάτια μας θ’ αστράφτει
η ίδια προαιώνια λάμψη
τίποτα δεν θα θυμηθούμε και τίποτα
δε θα ‘χουμε ξεχάσει
*«Ένα λιβάδι στην ομίχλη που ονειρεύεται» 2002.
**Το ποίημα πάρθηκε από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2023/07/15/ena-livadi-stin-omixli-pou-oneirevetai/#like-5283
Ανέστης Ευαγγέλου. Φορές-φορές συλλογίζομαι
Φορές-φορές συλλογίζομαι τί χρειάζονται όλ’ αυτά
τί χρειάζεται η ξοδεμένη δύναμή σου,
η μετρημένη σου χαρά και η βαθιά σου οδύνη,
το πιο πολύτιμο που έκανες, η ποίησή σου.
Τί θ’ απογίνουμε, τί θ’ απογίνουν.
*Αναδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2023/07/06/φορές-φορές-συλλογίζομαι-ανέστης-ευα/
Κατερίνα Κολιοπούλου, Δύο ποιήματα
καταδύομαι
Άνεμος με δάχτυλα φυσά
Καταμεσής του Αυγούστου
δύο φουντωμένες ουρές χαϊδεύονται
τέσσερα μάτια ράβονται
Άλλη μια κόρη γεννήθηκε
Αδιάβροχη είναι -νομίζει-
Ξέρει πως δεν ξέρει αν
το φθινόπωρο θα κρατά ομπρέλα
θα βραχεί
ή θα πνιγεί
Προς το παρόν -λέει- έχει καύσωνα
*
ημερολόγιο σποράς και φυτέματος
Αφού οι κόρες των ματιών ακόμη διαστέλλονται
κι η νύχτα στο βογκητό της μέρας
ντυμένη καπνίζει
κι αφού το σώμα σου στυλώνεται
με μαγκούρα τη λέξη,
σκοτούρες
άτυπης εκεχειρίας
διαθλώνται σε φως
Σε χέρια τεχνιτών
διυλίζεται η σκόνη
φυτρώνουν ακόμη
νεραντζιές στην Πατησίων
*Από τη συλλογή “εντωμεταξύ”, εκδ. Ενύπνιο 2022.
Νίκος Πετρέλλης, Τρία ποιήματα
ΗΛΙΟΣ ΚΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ
Πλέγμα κλαδιών και τζάμι
ήλιος και μουσική
η χαρά του χθες
η σιωπή των δύο
έξω φυσάει
το τηλέφωνο ανοιχτό
κι εσύ όλο να πέφτεις
να πέφτεις
*
ΑΓΑΠΗ
Τα βράδια μετά τη δουλειά
της διαβάζω ποιήματα
-θέλεις;- θέλω
μετά όταν ξεντύνεται λέει
σταμάτα τώρα λίγο
θέλω να ξεντυθώ
*
ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗ
Πίσω ο κόκκινος ουρανός
μπροστά φοίνικες μαύροι
και κάτω η θάλασσα
σούρουπο
πάνω στο τζάμι που μας καθρεφτίζει
βλέπω τα μάτια σου
καμαριέρα από τις γειτονιές μας
καμαριέρα από την κόλαση βγαλμένη
*Από τη συλλογή “Ο ήχος της καύτρας στο σκοτάδι”, εκδ. Σμίλη, 2022.
Ελένη Ντούξη, Δύο ποιήματα
ΤΟ ΠΑΝΩΦΟΡΙ
Αν είχες το μπουρίνι των χεριών σου
καρφιτσωμένο στου στήθους τη φευγάδα
θα ξερίζωνες απαλά το πέταλο του φθινοπώρου
από τον σβέρκο μου.
Κι αν είχες στόμα ανοιξιάτικο
με μια αντιστροφή σελήνη να ασθμαίνει
Θα ήξερες πως όλες οι εποχές στους ώμους μου
παγώνουν χωρίς το πανωφόρι σου.
*
ΔΕΥΤΕΡΟ ΣΚΑΛΙ
Όπως ήμουν ξαπλωμένη πάνω σου
με τα ρουθούνια κάτω από το δέρμα σου
σκεφτόμουν αν έσβηνα, έτσι θα ήθελα να σβήσω
αντίθετα με όλους τους άλλους,
με μια εισπνοή.
Και αυτό για να μην εκπνεύσω
το πόσο σ’ αγαπώ
και φανεί σαν απρέπεια.
*Από τη συλλογή “Αντιδραστήρας”, εκδ. Ενύπνιο, Αθήνα 2020.
Παύλος Ανδρέου: Ένας επαναστάτης με αιτία
*Γράφει η Τζένη Φουντέα-Σκλαβούνου
Η ποιητική συλλογή του πρωτοεμφανιζόμενου εκδοτικά Κύπριου ποιητή Παύλου Ανδρέου θαρρείς πως είναι απαρχής μέχρι τέλους μια κραυγή πολλαπλών αποχρώσεων. Κραυγή απόγνωσης, απειλής, ραγισμένη, κραυγή-μαχαίρι, κραυγή-ημιτόνιο. Κάποιες στιγμές, ελάχιστες, σαν πάψουν οι ήχοι, κυριαρχεί μια ομόφωνη σιωπή. Διατρέχονται όλα τα στάδια μιας επαναστατικής αλληλουχίας, ενός παλιρροϊκού κύματος. Ο Π.Α. με την ορμή-οργή της νεανικής ψυχής του πρωτοστατεί σε μια διμέτωπη μάχη. Από τη μια κόντρα στους εξωτερικούς εχθρούς του, αυτούς που λήστεψαν και σφάγιασαν την πατρώα γη κι από την άλλη κόντρα στους δαίμονες που ταλανίζουν την ύπαρξή του, την απώλεια, την εγκατάλειψη, την προδοσία, την αβεβαιότητα, την ανομολόγητη ερωτική επιθυμία.
Ο αγώνας του ποιητή είναι επώδυνος. Ο Π.Α. τσαλαβουτά μέσα σε τραύματα “Ετοίμασαν το χειρουργείο/Τους άνοιξαν/ Μετά τους έραψαν/εξιτήριες ευχές/Με βελόνα χωρίς μύτη”, ταξιδεύει κρατώντας αποσκευές με “μια σκισμένη ετικέτα”, λαγοκοιμάται στο “παλιό σφαγείο” στην Αμμόχωστο, ονειρεύεται τον έρωτα με “φωτοστέφανο χωρίς στεφάνη”. Όπου κι αν βρεθεί μια απάνθρωπη μνήμη τον ακολουθεί. “Δυο μοιράστηκαν το κάθισμα/ κόντρα στον παιδικό κανόνα και τον νόμο”.
Παγωτό Δακρυγόνο, ο τίτλος του βιβλίου. Σουρεαλιστικός, προαναγγέλλει τη συνέχεια. Το παγωτό στο παιδικό στόμα λιώνει, μεταμορφώνεται σε δακρυγόνο αέριο, σφραγίζει τα μάτια. Ο Π.Α. βυθίζει την πένα της ποίησής του στον σουρεαλισμό, ίσως γιατί ο ιδεαλισμός της νιότης του δεν αντέχει να περιγράψει την απελπισία μέσα από στίχους ρεαλιστικούς. Για τον νεαρό ποιητή όνειρο και επανάσταση δεν αλληλοαποκλείονται, συμμαχούν σ’ έναν εσωτερικό ουρανό που εγκυμονεί την αποκάλυψη.
Με υπερεκχειλίζουσα φαντασία, σαρκασμό αλλά και τρυφερότητα μπαινοβγαίνει στο φως και στο σκοτάδι υποσκάπτοντας τον μικρόκοσμο του αναγνώστη. Συνειδητά ή ασυνείδητα, όπως ταιριάζει σε γνήσιο παιδί του Αντρέ Μπρετόν, η ποίηση στα χέρια του γίνεται το όπλο και η ερωμένη του. Ποίηση-οδοιπορικό ενηλικίωσης, φρέσκια, τολμηρή, στοχευμένη, αλλά και την ίδια στιγμή άναρχη, σκόρπια, αινιγματική, συνειρμική. Κι είναι χάρη σ’ αυτή την αντίφαση που ο δημιουργός πετυχαίνει μια λυτρωτική ενδοσκόπηση.
ΥΠΕΡΗΧΟΓΡΑΦΗΜΑ
Προτίθεμαι να καταστρέψω
την τρέχουσα ταυτότητά μου
γιατί δεν της έμοιασα ούτε στιγμή.
Δεκαετίες αποκαλούμενος
καταθλιπτικό ον.
Το DNA εντούτοις με δικαίωσε
“θάλασσα σε κοιλοπόνεσε
σε μητρότητα παρένθετη”.
Έκτοτε καλοκαίρια ολόκληρα
τρυπώ σωσίβια μανιωδώς
να αποδείξω ότι
είμαι κύμα
γι’ αυτό και η ζωή μου
μουσκεμένη εξεγείρεται.
“Εγεννήθη ημίν Ποιητής”.
Παύλος Ανδρέου
ΠΑΓΩΤΟ ΔΑΚΡΥΓΟΝΟ
Εκδόσεις Θράκα
Προλογικό σημείωμα:
Αγγελική Αποστολοπούλου-αναλύτρια λογοτεχνίας
Υ.Γ. Θα ήταν σημαντική παράλειψη να μην αναφέρω το αμφίσημο και τρυφερά αναιδές εξώφυλλο του Ευθύμιου Γάλλου.
Ασημίνα Ξηρογιάνη, Δύο ποιήματα
ΣΟΛΩΜΟΥ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ
Αν ζούσα σήμερα στο δικό σας ’21
(όχι δεν θέλω να το πω «δειλό»)
Έχω την αίσθηση –χωρίς υπερβολή–
πως θα ’σκιζα τα γραπτά μου ένα ένα,
το νόημα δεν θα ’ταν πια ηρωικό.
Με ποιες λέξεις να συνθέσω τώρα ποίημα
Σε ποιον, αλήθεια, εγώ ν’ απευθυνθώ;
Πιο ευτυχής αισθάνομαι μέσα στο μνήμα
Από κει τη φήμη μου τουλάχιστον διατηρώ.
Αν ζούσα σήμερα, ίσως να ήμουν θύμα,
ελεύθερος πολιορκημένος απ’ τον ιό
Είν’ οι καιροί στεγνοί και είναι κρίμα
Χάνεται η διαύγεια μέσα στον πανικό.
Μοιάζουν άμουσοι να ’ναι οι άνθρωποι – τραγικό!
Δεν μπορούν να πλέξουν ούτε μια ρίμα
Ούτε κι έχουν πλούσια έμπνευση, θαρρώ!
(Άσε που είναι πρόβλημα τ’ ότι δεν έχουν διαβάσει Σολωμό)
*
ΔΕΝ ΣΥΝΑΔΕΙ
Απλά είναι δύσκολο
Οι μέρες που κυλούν χωρίς εμάς
Οι ηλιόλουστες
Με λουλούδια γιορτινά
Οι αγροί που πάλι κοκκινίζουν
Είναι δύσκολο να συνταιριαστούν με το τοπίο μέσα μου
Αν δεις στη θάλασσα, εκεί θα είμαι
Aν δεις στο βουνό, πάλι εκεί
Στην πλατεία δίπλα σου,
στον δρόμο λίγο πιο κάτω
τον χωμάτινο
Θα με βρεις, σε μιαν άκρη
Γιατί έτσι συμβαίνει σε κάθε έλλειψη
Σε κάθε ιερή στιγμή
Που μόνοι με τον εαυτό μας μένουμε
Και μετράμε – δεν το θέλουμε
Απλά ξεχειλίζει από μέσα μας
σαν τραγούδι
σαν προσευχή
Και μετράμε
πόσο αγαπάμε.
*Από τη συλλογή «Mια απέραντη ματιά», εκδ. Βακχικόν, 2023.
Σωτήρης Λυκουργιώτης, Virtual reality
Κάποιοι μας είπαν πως τίποτα δεν υπάρχει
[πραγματικά]
πως ο κόσμος είναι ίχνη
[μιας απουσίας]
Μετά
το κύμα ξέβρασε νεκρούς
στις ακρογιαλιές του Ομήρου
και ο Ελύτης έγινε ντεμοντέ
Θάνατος δεν είναι μόνο τ’ άψυχα κορμιά
θάνατος είναι η αποδοχή του θανάτου
και έχει μιαν εξήγηση απλή:
επειδή ο πληθωρισμός της ζωής έριξε
την ανταλλακτικη΄της αξία
είπαν να μας πουλήσουν
φτηνότερα το θάνατο
και εμείς
σαν έτοιμοι από καιρό
σαν εθισμένοι
αγοράζουμε










