Antonio Machado, Στη μέση της πλατείας…

Στη μέση της πλατείας, πάνω σε πέτρα αδούλευτη,
το νερό όλο αναβρύζει. Και στον πλαϊνό κήπο,
πίσω απ’ τον τοίχο του κισσού, υψώνει
την άκαμπτη σιλουέτα του ψηλό ένα κυπαρίσσι.
Το απόγεμα όλο πέφτει μπροστά από τα παλιόσπιτα
της πλατείας που ονειρεύεται. Στραφτοκοπούν τα τζάμια
με τους ασθενικούς ήχους του ήλιου. Στα μπαλκόνια
υπάρχουν σχήματα που μοιάζουνε με νεκροκεφαλές.
Η γαλήνη είναι άπειρη στην έρημη πλατεία,
που περιφέρει η ψυχή το πονεμένο φάσμα της.
Το νερό όλο αναβρύζει στη μαρμαρένια γούρνα.
Στον σκιερό αγέρα μόνο το νερό ακούγεται.

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Witter Bynner, Τρία ποιήματα 

ΑΣΤΡΑΠΗ

Είναι μια μοναξιά στις συναντήσεις μας
Και είν’ εδώ η συντροφιά σου όταν έχεις φύγει.
Είσαι σαν τις ουράνιες φλέβες της αστραπής.
Μονάχα μετέπειτα
Μπορώ να δω πόσο ωραίος είσαι.
Είναι στην ειδή σου μία τύφλωση
Και είν’ εδώ το είδωλό σου όταν έχεις φύγει.

*

ΦΤΕΡΑ

Στο πρώτο βήμα της άγονης εποχής
Αποδημείς μ’ ένα αιφνίδιο φτερούγισμα
Στην ομορφιά.

Δεν ξέρεις από αναμονή,
Το παρόν είσαι,
Το νησί
Όπου οι κερασιές ανθίζουν πάντοτε,
Του αηδονιού
Το εικοσιτετράωρο κελάηδισμα,
Πλάι στο πέλαγο είσαι το άθραυστο αντιστύλι.

*

Η ΚΟΙΛΑΔΑ

Μονάχα εγώ και το ηλιοβασίλεμα
Στη χιονισμένη του στέρνου σου κοιλάδα
Με τις σκιές που σέρνονται στην κίνηση της ανάσας,
Μονάχα εγώ και η σελήνη στου στέρνου σου την κοιλάδα
Στου ύπνου τη σκοτεινιά…

Ώσπου ανοίγουν κρίνα στην κοιλάδα
Και ξυπνάω πλάι στα πέταλα
Και τα πουλιά της φωνής σου.

*Μετάφραση: Βασίλης Πανδής.

**Ο Witter Bynner γεννήθηκε το 1881 στη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ, και πέθανε το 1968. Πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα κατά τα χρόνια της φοίτησής του στο πανεπιστήμιο Harvard. Έγραψε ποιήματα, θεατρικά έργα και ενθυμήματα, ενώ μετέφρασε στα αγγλικά Ευριπίδη και Λάο Τσε. Τα ποιήματα της παρούσας επιλογής προέρχονται από τη συλλογή «The Beloved Stranger» (1919).

***Αναδημοσίευση απο εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2023/02/17/4-ποιήματα-witter-bynner-μτφρ-βασίλης-πανδής/

Παύλος Ανδρέου, Τρία ποιήματα

ΚΟΡΔΟΝΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ορισμένες κάλτσες στενεύουν την ψυχή.
Τα γόνατα κοπήκαν στο καντήλι.
Επίσκεψη ανίερη
είδηση για πλήγμα.
Ένα τσαντάκι ξένα κόλλυβα
και μια ευχή αντίδωρο.
Να ειδικευτώ στην εκταφή.
Στους ψυχαναγκασμούς
ο φόβος είναι κόλακας.

*

ΟΙΚΕΙΟΠΟΙΗΣΗ

Ο παππούς ένδακρυς σχολίαζε εμφατικά
το γέμισμα του ήλιου
ναρκωμένος σε μια ενδοφλέβια θάλασσα.
Να μου μιλά, να της μιλά.
Ο εκσφενδονισμός των διηγήσεών του
επέστρεφε απ’ τον ουρανό πίσω σ’ αυτόν.
Παππού είμαι η επαλήθευσή σου.
Κι αν τώρα στένεψε η μνήμη
εγώ θυμάμαι την Aμμόχωστο.
Το χρώμα που οικειοποιήθηκε το μισοφέγγαρο.

*

ΠΑΓΩΤΟ ΔΑΚΡΥΓΟΝΟ

Μεταδίδεται μια μετάλλαξη
ξένη στον κορωνοϊό
και στην ευλογιά των πιθήκων.
Ο Κάφκα θα την ονόμαζε
μεταμόρφωση.
Από λάτρης παγωτού
μετουσιώθηκα
σε διαδηλωτή
στο έλεος των καπνογόνων.
Ξαπλωμένος σε πεδίο βολής
αναλογίζομαι την Αμμόχωστο.
Ευρέως κυκλοφορεί
παγωτό δακρυγόνο
σε τιμή ευκαιρίας.
Είναι πικρό.
Λιώνει τα καλοκαίρια.
Εσείς δοκιμάσατε;

*Από τη συλλογή “Παγωτό δακρυγόνο”, εκδ, θράκα.

Χρήστος Λάσκαρης, Πέντε ποιήματα

ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ

Έβρεχε
έβρεχε πολύ

κι είχε βουλιάξει η ψυχή
στην υγρασία’

Ακόμα μια χαμένη Κυριακή,
εδώ, στην επαρχία.

*

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Το ακατόρθωτο επιχειρεί η ψυχή
σ’ αυτή τη ζωή
της πολυκατοικίας.

Τη μέρα
αντιστέκεται στο ασανσέρ,
το βράδυ στις τηλεοράσεις.

Και τα μεσάνυχτα
-που εξαντλείται ο θάνατος-
πληγώνει τα φτερά της στο φωταγωγό

Για λίγο παιδικό φεγγάρι.

*

ΟΙ ΔΥΟ ΛΕΞΕΙΣ

Θ’ αρχίσω με τη λέξη έρωτας
και θα τελειώσω
με τη λέξη χώμα.
Τις ενδιάμεσες,
θαρρώ πως τις μαντεύετε.

*

ΘΕΛΩ ΜΟΝΑΧΑ

Δε θέλω να ξέρω κανόνες για την Ποίηση
ούτε τι γράφουνε γι΄ αυτήν
οι σπουδασμένοι.

Θέλω μονάχα
να με απορροφάει,
όλο να με απορροφάει η μουσική

για να μπορώ στα ποιήματά μου
να σωπαίνω.

*

ΑΝΤΙ ΝΑ ΖΩ

Αρχίζω να μετακινούμαι δύσκολα
να χάνω την ευαισθησία μου
να παίρνω βάρος

κι αντί να ζω
να κάθομαι και να πλήττω στο παράθυρο

κοιτάζοντας το δρόμο
με τα τροχοφόρα.

*Στη φωτογραφία: Tibor Honty, Child with balloons

Μάτση Χατζηλαζάρου, Σταγόνες

Αδιάκοπα ώς τον ουρανό
απ’ τα βάθη της γης και των ωκεανών
ώς το αίμα
εισδύει μες στο κόκαλο
το πεταμένο πίσω από μια μάντρα με τσουκνίδες
πολύ καιρό αφού λιώσουν οι σάρκες
η σταγόνα
κάθε νερού κάθε υγρού και χυμού
που μας περικλείνει προτού γεννηθούμε

φτέρες πλαγκτόν ή ατόλλ
είναι σημάδια στις γλώσσες όπως
η σταγόνα
κάθε νερού κάθε υγρού και χυμού
που μας περικλείνει προτού γεννηθούμε
αδιάκοπα ώς τον ουρανό
απ’ τα βάθη της γης και των ωκεανών
ώς το στόμα μου
δίχως τέλος φανερό
κάθε σταγόνα που κυλάει ξεχειλίζει
και πλημμυρίζει και εξατμίζεται
ένας διάλογος παλάμη με παλάμη
και τα φύλλα αραιώνουνε
το φως εισδύει έως τους κρυφούς λοβούς
μες στη νωπή θαλπωρή
παλάμη με παλάμη
τα βλέμματα είναι χνούδι φυλλωσιάς
τα λόγια είναι οι φλέβες της
όταν δε σέρνεις πια τ’ αστέρια
σαν του κατάδικου τους χαλκάδες
τ’ αστέρια που σε κρατάνε καθηλωμένο
με τον θάνατο
που μας περικλείνει προτού γεννηθούμε
σφουγγάρι της κάθε σταγόνας που κυλάει ξεχειλίζει
και πλημμυρίζει και εξατμίζεται
σταγόνες δάκρυα γάλα και σπέρμα
σταγόνες χυμό σταγόνες φαρμάκι
τόσες σταγόνες που πλανιούνται
μετρημένες για κάθε μοίρα
αδιάκοπα ώς τον ουρανό
απ’ τα βάθη της γης και των ωκεανών
ώς το αίμα

*Από το βιβλίο “Μάτση Χατζηλαζάρου – Ποιήματα 1944-1985”, εκδ. Ίκαρος, 2021.

Ρω Νικολάου, Εξ αίματος

Ο κατακρυμμένος, ανεκπλήρωτος έρωτας
της προ προγιαγιάς μου. Το νιώθω
ως έναν επιπλέον χτύπο καρδιάς
σα μια σκιά που σέρνει πίσω του ο χτύπος.
Μου ‘ρχεται να λιγοθυμήσω τότε. Πηγαίνω
στο παράθυρο να τ’ ανοίξω για λίγο αέρα
και μένω εκεί να περιμένω δίχως να ξέρω τι
να νιώθω πως θα πεθάνω αν δεν έρθει.

Προχθές αφού έπλυνα το φλυτζάνι
για τον πρωινό καφέ κι έκλεισα τα φώτα
κάθισα σε μια καρέκλα στη μέση του χωλ
τα νύχια της νύχτας ήταν τρυφερά
το στόμα της δεν στράβωνε απ’ το κενό

μου φάνηκε πως άκουσα ή πως παράκουσα
βήματα στο πλάι μου και μια φωνή πως είπε:
“σαν πέθανε η προ προγιαγιά σου
δεν μπόρεσε να βγει απ’ το αίμα της εκείνο,
όμως κι εκείνο δεν θέλησε ποτέ
να βρει όχθη για να σωθεί. Μαζί ψύχθηκαν,
απολιθώθηκαν, διαιωνίστηκαν, πέθαναν,
όπως το δει κανείς”

ένα χέρι φτερούγισε μες στα μαλλιά μου
και το φως ενός κεριού τρεμόσβησε

εκεί στην καρέκλα ήμουν ακόμα
ολόγυρα έν’ αθέλητο ξημέρωμα.

*Από τη συλλογή “Σαλός μαγνήτης“, εκδ. Φαρφουλάς 2022.

**Στον πίνακα της φωτογραφιας: Rene Magritte, The Double Secret.

Sylvia Plath, Παπαρούνες του Οκτώβρη

Στους Helder και Suzette Macedo

Ούτε καν τα ηλιοφώτιστα σύννεφα δεν καταφέρνουν να φτιάξουν
τέτοιες φούστες αυτό το πρωινό.
Ούτε η γυναίκα στο ασθενοφόρο
που η πορφυρή της καρδιά ανθίζει κάτω από το παλτό της τόσο εκπληκτικά –

ένα δώρο, δώρο αγάπης
απόλυτα απρόσμενο για έναν ουρανό

που με τη χλομή του φλόγα
πυροδοτεί το μονοξείδιο του άνθρακα, για μάτια
σβηστά κάτω από σκληρά καπέλα

ω Θεέ μου, πώς και μου δόθηκαν
αυτά τα όψιμα στόματα που ολάνοιχτα κραυγάζουν
μέσα σ’ ένα δάσος παγωνιάς, σε μια αυγή από αγριολούλουδα!

*Από το βιβλίο “Σύλβια Πλαθ Άριελ”, εκδ. Μελάνι 2012. Μετάφραση: Ελένη Ηλιοπούλου – Κατερίνα Ηλιοπούλου.

Άννα Αχμάτοβα, Δύο ποιήματα

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Λες νάναι κι αυτό εργασία,
η ξέγνοιαστη τούτη ζωή,
από τους ωραίους τους ήχους
να πλάθεις τους στίχους εσύ.

Κι από κάποιο χαρούμενο σκέρτσο
να γράφεις στροφές που να λεν
πως η πονεμένη καρδιά μας
και μέσ’ στ’ ανθηρά περιβόλια βογγά.

Κι ακόμα ν’ ακούσεις το δάσος,
τα πεύκα και τ’ άλλα φυτά,
όταν ομίχλη σκεπάζει
τους κάμπους και τα βουνά.

Παίρνω δεξιά κι αριστερά μου,
δεν νοιώθω καμιάν ενοχή,
λίγο απ’ τη ζωή την πλανεύτρα
κι όλα απ’ της νύχτας τη σιωπή.

*

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Έσβησε η ανεπανάληπτη φωνή του
μας εγκατέλιψε της φύσης ο συνομιλητής
Έγινε κι αυτός ζωή που δίνει στάχια
ή και ψιλή βροχή όπως το είχε πει
Κι όλα τα άνθη ης οικουμένης
ανθήσαν αντικρύζοντας το θάνατο αυτό
κι η σιγαλιά κάλυψε τον πλανήτη
που φέρει τ’ απλό όνομα της Γης

*Από το βιβλίο “Άννα Αχμάτοβα – Εκατό χρόνια από τη γέννησή της”. Έκδοση και απόδοση: Ελένη Δημητρίου, 1989.

Μιχάλης Κατσαρός, Η

Ήττα λαϊκών αρσενικών
των άνομων κι στατικών ήττα.
Τυμπανισμένοι Ναπολέοντες
μηδαμινοί στην ήττα βατερλώ
και ο Νέυ με νέα ήττα.

Ήττα παλαιά λιθική γεφυρών
με παιδικές σμίλες και έρωτες
νωπούς
με ήττα δυνατών χωμάτων
πτώση.

Όρμησε σού δίνουν ήττα
σού παίρνουν νίκη
όρμησε Ελένη των λουμπαρδιανών
για να κερδίσεις με κοντάρια
Σπάρτες και Τροίες.

Ο Νικητής ζητάει την ήττα
για την δική του νίκη.

Ο ηττημένος πάντα ηττημένος
αλλάζει θέση θεσμό και αγρύπνια
ξάνοιξε μέσα σ’ εκκλησίες
τα εξαπτέρυγα και τις μαντίλες
των ηττημένων δάκρυα.

Όρμησε τού παίρνουν τη νίκη
όρμησε εσύ η ήττα εσύ.

Ο Νικητής φτερά έχει στην κεφαλή του
και στέμματα χρυσά στο σώμα
και στέφανα στις θήκες του ψηλά
ανάβαν τα σιδερένια κανδήλια.

Όρμησε με άλογα και με φουσάτα
στο πεδίο της νίκης για πάντα.

Ωραίος ψηλός αετόματος εσύ
της νίκης το στέφανο έχεις.

Ο ηττημένος να μιλήσει να προβεί
να φωνάξει τη μάνα του να ανεβεί
Ο ηττημένος να βρει το κεχριμπάρι
φαγωμένο στα σπήλαιά σου.

Ηττήθηκε ηττήθηκε και κλαίει
ο Χριστός
και υπέρ της ήττας
της ολοσχερούς και της άλλης.

Ηττήσου παραγγέλει ο Χριστός
την ήττα του εαυτού σου
ντύσου την και ταπεινά προχώρα.

Όρμησε την νίκη των σπαθιών να πάρεις.

Ηττήσου ηττήσου ο Χριστός
σου παραγγέλει όρμησε
εσύ εδώ στη μάχη στο πεδίο
κρύψε-κρύψε τη ήττα σου
νενικημένε.

Νίκος Α. Κατσικάνης, Μαύρο αίμα

Ένα μολυβένιο σύννεφο στα μάτια
δυο σταγόνες μελάνι για δάκρυ
και δεν είναι νωρίς ποτέ για μας
αφού ο χρόνος μας προλαβαίνει
διυλίζοντας τη μαρμαρυγή του έρωτα
και τα παυσίλυπα δευτερόλεπτα
που μόνο περνάνε,
όλο περνάνε
τεθλασμένα χρονολόγια ασυμπλήρωτα.
Έλα, με του ήλιου το νέο χρυσάφι,
φίλα με πάνω σε παπαρούνες
που ματώνουν’
έχω για σένα βιβλία γραμμένα
έχω τραγούδια ψελλισμένα τη νύχτα.
Πάρε την καρδιά μου
και σπάσε της τα κόκαλα
μαζί να γιορτάσουμε του έαρος
το άναρχο σκίρτημα.
Δεν είναι νωρίς’
άκου
τα χυμώδη φιλιά των σκύλων
των πουλιών το αβαρές φτερούγισμα
είναι για σένα –
και δε σταματώ
να θρομβώνομαι από το μαύρο σου αίμα
που το δίψασα ως την αγάπη.

*Από τη συλλογή “Εγχειρίδιο μικρών θανάτων”, εκδ. Γαβριηλίδης 2017.

**Στη φωτογραφία: Marina Camargo, Letters in perspective