Δημήτρης Τρωαδίτης, Δύο ποιήματα

μυστικό ποτάμι ο θάνατος

μυστικό ποτάμι ο θάνατος
αφήνει αποτυπώματα
καθώς ταξιδεύουμε
σε μέρη άγνωστα
καθώς προσκυνάμε
σε αμαξάδες αλλότριους
που έρχονται από το μηδέν
καμώνοντας τους ποιητές

*

οι πνεύμονες του χρόνου

οι πνεύμονες του χρόνου
γεμάτοι σκόνη
απροσδιόριστη
καλπάζουν ασυναίσθητα
αποκαμωμένοι από το δρόμο
διάτρητοι σε ματαιοδοξίες
δακρύζουν
σφαδάζουν
από τη δολοφονημένη ουσία
της ύπαρξής τους

Ανθή Τσεκρέκου, Δύο ποιήματα

ΠΟΥ ΝΑ ΣΤΡΑΦΩ;

Ψάχνω ένα ποίημα για να ταυτιστώ.
(Λέξεις που τις καρφώσανε
σαν τρόπαιο του τίποτα
εικόνες που συνέθλιψαν το νόημα),
ένα ρυθμό να βρω που να σκορπίζεται
όπως τα σύννεφα,
δίχως τη βεβαιότητα του τι είναι,
δίχως το τέλος που λογίζεται σαν δόξα,
δίχως τη γλώσσα και τον οφθαλμό.
Με όλη την αγωνία των αισθήσεων.

*

Η ΚΛΕΨΥΔΡΑ ΤΟΥ ΜΥΑΛΟΥ ΜΟΥ

Πόσες φορές τη γύρισα πλαγίως καθυστερώντας το απόσταγμα
των ειπωμένων,
να μείνει στέρεο κατακάθι.
Καθυστερώντας,
σε πείσμα όλων των χρονόμετρων,
δεν εναρμονιζόμουν.
Κι έμεινε τόσο στέρεο να διυλίζω
που τίποτε δεν έρρεε
μες στην κλεψύδρα του μυαλού μου.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2023/05/02/2-ποιήματα-ανθή-τσεκρέκου/#like-6475

grote_sque, Μεταίχμιο

λες θυμάσαι/
δε λες είσαι μια συντεταγμένη/
δε λες υπάρχει μια κρύπτη στο χρόνο που ονομάζεται νοσταλγία/
λες λέξεις/
λες λέξεις σαν φθόγγους/
λες λέξεις σαν ήχους/
λες λέξεις σαν λυγμούς/
δε λες για νύχτες ήσυχες και πόνους βουβούς/
λες για τον πόνο/
δε λες για τον πόνο που πονάει/
δε λες φιλάω τα μηνύματα/
λες ότι έχεις τις λέξεις/
δε λες πως δεν έχεις τη γλώσσα /
λες για τη θλίψη και την πλήξη/
δε λες πως είσαι μια ιστορία δίχως στίξη/
λες για ιδέες/
και δε λες είμαι μια έρημος/
δε λες είμαι μια κινούμενη άμμος/
λες για κατασκευές/
και δε λες ότι έχουμε τις λέξεις και τους φθόγγους και τους ήχους και τους λυγμούς/
το σημαίνον και το σημαινόμενο/
τον βορρά και τον νότο/
λες για λέξεις/
λες λες και δε λες/
πως είσαι μια ιστορία χωρίς στίξη/
δε λες ότι είσαι συντεταγμένη/
δε λες ότι είσαι μια κρύπτη στο χρόνο που ονομάζεται νοσταλγία/
λες για ιδέες/
λες ότι ξέρεις/
κι εγώ λέω ότι το μόνο που ξέρω/
το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν ξέρω τίποτα/
και ίσως κάτι ξέρω/
ίσως κάτι ξέρω/
ίσως/
ίσως ξέρω για την κινούμενη άμμο/
ίσως ξέρω για την άμμο που γλιστράει ανάμεσα στα δάχτυλά μου/
και ξέρω για τον πόνο που πονάει/
και ξέρω για τα μηνύματα που φιλιούνται/
και την άνωση που είναι χορός για ψάρια/
κι εγώ το ψάρι έξω από το νερό που σπαρταράει/
εγώ το ψάρι που κολυμπάει/
εγώ η ψυχή ψαριού σε κορμί γατίσιο/
εγώ η γάτα / εγώ το ποντίκι/
εγώ το κυνηγητό/
εσύ ο κλέφτης/ εσύ ο κλέφτης/
εγώ το σπίτι που κλέβεις/
εγώ το λάφυρο/
εγώ ο απολογισμός/
εγώ ο γείτονας που κοιτά από την κλειδαρότρυπα να κλέβεις/
εγώ που σε αφήνω να κλέβεις/
εγώ που δεν έχω άλλο/
εγώ η κλειδαρότρυπα/
εσύ το κλειδί/
εσύ η διάρρηξη/
εγώ που ρίχνω το κλειδί στη θάλασσα/
εγώ που θέλω θάλασσα/
εγώ που δε θέλω την παλίρροια/ εσύ που είσαι παλίρροια/
εγώ που θέλω να γίνεις νερό και να κυλήσεις/
εγώ που θέλω τον κύκλο του νερού και τον κύκλο της ζωής και τον κύκλο που κάνουν τα
πράγματα/
εγώ τα πράγματα / εγώ τα πράγματα/
εσύ τα φαινόμενα/
εμείς μια συντεταγμένη / εμείς μια κρύπτη/
εμείς λέξεις/ εμείς κλοπή/ εμείς νερό/
εμείς τίποτα /εμείς τίποτα/
εμείς –

*Παρμένο από το ιστολόγιο του περιοδικού ΤΕΦΛΟΝ, στο https://teflon.wordpress.com/page/4/

Roger Robinson, Περπάτησε μαζί μου

Διασχίζω το Μπρίξτον μ’ έναν νεαρό τύπο
με φάτσα αγριεμένη και σκληρή
και του λέω ηρέμησε λίγο, εντάξει είμαστε.
Μα ο πειρασμός κυλάει μες στις φλέβες τους, δεν τον αφήνει.
Με λέει παρατηρητή, με λέει βιβλιοπόντικα.
Περπατάμε φροντίζοντας ν’ αποφεύγουμε κάποιους δρόμους
το Λάμπφορο, τον σιδηροδρομικό σταθμό. Κι οι δυο μας
ξέρουμε το γιατί
Του λέω πως κάτω απ’ αυτούς ακριβώς τους δρόμους που
βαδίζουμε,
βαθιά κάτω απ’ την άσφαλτο, κάτω από το μπετό,
κάτω από τα χαλίκια, το χώμα και τις πέτρες,
τρέχει ένα ποτάμι που το λένε Έφρα.
Ένα μαύρο και δυνατό ποτάμι που κυλάει στο σκοτάδι.
Και πριν από εκατόν πενήντα χρόνια
οι γαλαζοαίματοι πλέανε μες στα νερά του
προς το Μπρίξτον φορώντας τα ωραιότερα ενδύματά τους
κι ούτε το κρακ σκεφτόντουσαν τότε ούτε και τα καφέ.
Κάθε τόσο όμως
οι ουρανοξύστες λειτουργούνε σαν μεγάφωνα
κι ο ήρεμος ήχος ενός καθαρού ποταμού που κυλάει
ακούγεται μες στους δρόμους του Μπρίξτον.
Ακόμα όμως κι αν μας καλεί ο ποταμός, του λέω
τα πράγματα έχουν αλλάξει εδώ πέρα.
Το Μπρίξτον δεν είναι η ιστορία του
κι ούτε κι εμείς πρέπει να είμαστε
κι ας ακούμε το κάλεσμα του παρελθόντος.

*Από τη συλλογή “Ένας φορητός παράδεισος”, εκδ. Κείμενα. Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Δύο ποιήματα

ΠΑΙΔΙ

Όση αγάπη χρειαζόμουν μου χαρίσανε.
Όμως από παιδιά
Τους ανθρώπους
Στη δουλειά τυραννούν.
Κι εγώ –
για τις όχθες έφυγα του Ριόν
κι έκοβα βόλτες,
χωρίς να κάνω τίποτα.
Θύμωνε η μαμά:
«Χαμένο παιδί!»
Απειλούσε ο πατέρας με το λουρί να με δείρει,
Κι εγώ,
ξετρυπώνοντας ένα κάλπικο τρίρουβλο,
έπαιζα στο φράχτη με τους στρατιώτες τα «τρία φύλλα».
Χωρίς το βάρος του πουκάμισου,
χωρίς των παπουτσιών το βάρος
ψηνόμουν στη ζέστη του Κουταϊσι.
Γυρνούσα στον ήλιο πότε την πλάτη,
πότε την κοιλιά –
ώσπου ο σβέρκος έτσουζε.
Ξαφνιαζόταν ο ήλιος:
Κι όμως –
έχει καρδούλα.
Προσπαθεί ο μικρός!
Πώς
Σ’ αυτό
το ρεβίθι
χωράω –
κι εγώ,
και το ποτάμι,
και τα πελώρια βράχια;!».

*

ΝΕΟΣ

Η νιότη έχει ασχολίες σωρό.
Γραμματικές μαθαίνουμε χαζότερα κι από τους πιο χαζούς.
Εμένα όμως
με πέταξαν από την Πέμπτη τάξη.
Με πήγανε να μάθω στις μοσχοβίτικες φυλακές.
Στο δικό μας
μικρόκοσμο
των διαμερισμάτων
για τις κρεβατοκάμαρες κατσαροί μεγαλώνουν λυρικοί.
Τι να βρεις σ’ αυτά τα λυρικά σκυλάκια;!
Εμένα
ν’ αγαπώ
με μάθαν
στο Μπουτιρκί.
Τι θέλω εγώ τη θλίψη για το δάσος της Βουλώνης;!
Τι θέλω εγώ τους αναστεναγμούς απ’ τα θαλασσινά τοπία;!
Εγώ
στο «Γραφείο Πενθίμων Τελετών»
ερωτεύτηκα
με το μάτι του κελιού 103.
Αυτοί που βλέπουν κάθε μέρα τον ήλιο,
το παίρνουν πάνω τους.
«Τι – δηλαδή – σημαίνουν αυτές οι αχτιδούλες;».
Μα εγώ
πίσω από τον τοίχο
για μια κίτρινη αχτίνα
θα τα ‘δινα τότε – όλα στον κόσμο.

*Μετάφραση: Χρήστος Τρικαλινός.

Γιώργος Κοζίας | Διονυσίου Σολωμού και ονείρου…

Συνέντευξη στην Λιάνα Ζωζά#

Με τον Γιώργο Κοζία, ξεκινάμε παρέα την καινούρια σειρά συνομιλιών με κεντρικό άξονα την ποίηση, ελληνική και διεθνή και μέσα από ένα ευρύ φάσμα ποιητών. Η ιδέα ξεκίνησε από την επιθυμία να γίνει γνωστή η σύγχρονη ποίηση και να δοθεί βήμα, τόσο σε καταξιωμένους όσο και σε νέους ποιητές για να παρουσιάσουν την δουλειά τους, αλλά και να σχολιάσουν παράλληλα την καθημερινότητα και τα μεγάλα κοινωνικά θέματα της σύγχρονης κοινωνίας.

Στην Ούλμ έχουμε σύντροφο την Πτώση
και μνηστή την Αυταπάτη
Ώ πένθιμε ουρανέ, στην Ούλμ
ο Κύριος δεν σώζει αυτούς που πέφτουν.

Οι παραπάνω στίχοι ανήκουν στο ποίημα “Ο Κύριος δεν σώζει αυτούς που πέφτουν”, από την τελευταία σας ποιητική συλλογή “Εξάγγελος”, 2021. Τελικά, κάποιοι θα μπορούσαν να σωθούν και ποιοί θα ήταν εκείνοι;
Κανείς δεν σώζεται τελικά!
Ο δικός μου ραφτάκος της Ούλμ δοκιμάζει τα φτερά του, όπως και στο ποίημα «Ουλμ 1592» του Μπέρτολτ Μπρεχτ: «Τότε», είπε ο δεσπότης,/«ας χτυπήσουν δυνατά/ οι καμπάνες». Και: «Δεν ήταν παρά ψέματα όλα αυτά,/πουλί να γίνει ο άνθρωπος δεν θα αξιωθεί ποτέ,/κατάλαβέ το πια, κόσμε κουτέ!». Η αγωνιώδης προσπάθεια του ανθρώπου για την κατάκτηση του αδύνατου παραμένει ωστόσο το μέγιστο υπαρξιακό στοίχημα.

Θέλοντας να παραμείνω στον “Εξάγγελο” θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας, γιατί χρησιμοποιήσατε ένα σύμβολο της αρχαίας τραγωδίας για να εκφράσετε τις ανησυχίες του σήμερα;
Ο Εξάγγελος είναι ο άγγελος της Ιστορίας (Angelus Novus) του Κλέε και του Μπένγιαμιν, που ενώ έχει στραμμένο το πρόσωπό του στο παρελθόν είναι έτοιμος να φτεροκοπήσει προς το μέλλον -όπως επισημαίνει ο κριτικός λογοτεχνίας Βαγγέλης Χατζηβασιλείου- και τραγουδάει από τη μάχη με την πολιτική μέχρι την αναμέτρηση με το χρόνο, με την ανάλωση της ύπαρξης ή και με τον ίδιο τον θάνατο.

Τέχνη και παγκόσμια πανδημία! Πόσο έχουν αλλάξει οι κανόνες και οι ισορροπίες, στο χώρο της ποίησης; Πόσο σας επηρέασε σαν άνθρωπο, αλλά και σαν ποιητή, η πολύμηνη κοινωνική αποστασιοποίηση;
Ο κοινωνικός αποκλεισμός των ταξικά αδύναμων διογκώθηκε μετά την πανδημία, η φτώχεια γιγαντώθηκε και η τέχνη περιθωριοποιήθηκε ακόμα περισσότερο. Το πολιτικό σύστημα έχει ανάγκη πλέον «τις μαύρες εξουσίες των ανθρώπων της «κουλτούρας», πού ’ναι οι σημερινοί Αντιφασίστες και είναι οι Πλέον Γνήσιοι Φασίστες…»*. Περνούμε άσχημες μέρες, πολιτικά και ηθικά, γεμάτη ψέματα και φενάκες η φοβερή ετούτη εποχή.
Προσωπικά παραμένω ένοπλος, αναφωνώντας σαν τον λεγεωνάριο Γιώργο Μανιάτη: Αντιτάσσω γνώση στη γνώμη όχι γνώμη στη γνώση.

Δραστηριοποιείστε σε μία χώρα που έχει δοκιμαστεί με μια δεκάχρονη οικονομική κρίση, μια παγκόσμια πανδημία και τώρα μια ενεργειακή κρίση και δεν ξέρουμε τι ακόμη θα ακολουθήσει. Το μέλλον προβλέπεται ζοφερό;
Ο κόσμος μετακόμισε στο απάνθρωπο…
Και «στο μέλλον που είναι κιόλας νεκρό» έχει δοθεί η απάντηση από τον αυτόχειρα Μαγιακόφσκι: «Το μέλλον δε θα ‘ρθεί/ από μονάχο του έτσι νέτο σκέτο/αν δεν πάρουμε μέτρα κι εμείς…».
Αντίσταση λοιπόν με νύχια και με δόντια, μην μας σκεπάσουν σαν τα λείψανα και δεν προλάβουμε ν΄ ανθίσουμε! Έχουν ευτελίσει τις ζωές μας “άριστοι” επιτελικοί και μίζεροι πολιτικοί. Το μόνον της ζωής μας ταξείδιον ας μην το χαρίσουμε στις εφήμερες εξουσίες τους!

Συμμετείχατε στο 5ο Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Πάτρας, που πραγματοποιήθηκε με μεγάλη επιτυχία και εξαιρετικές συμμετοχές από την Ελλάδα και το εξωτερικό και τιμώμενο πρόσωπο, τον μεγάλο μας σύγχρονο ποιητή Τίτο Πατρίκιο. Πώς θα περιγράφατε την εμπειρία σας;
Ενδιαφέρουσα ως προς την γνωριμία ποιητών, τις απαγγελίες και τα γεύματα στα εξοχάς, παρά ταύτα νομίζω ότι η τριήμερη αυτή συνάντηση έπασχε ως προς την ουσία. Θα προτιμούσα ένα Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης με ξεκάθαρο ιδεολογικό και αισθητικό προσανατολισμό, κάτι πιο μάχιμο -με συζητήσεις και ανταλλαγή ιδεών- πιο ερεθιστικό και, γιατί όχι, πιο αιρετικό.

Πιστεύετε πως η ποίηση στις μέρες μας είναι πολλά υποσχόμενη; Υπάρχουν νέοι ποιητές;
Τι πάει να πει πολλά υποσχόμενη ποίηση (οι ποιητές δεν είναι ντίλερ καλλυντικών}, επίσης δεν με ενδιαφέρει καθόλου ο διαχωρισμός παλιοί και νέοι ποιητές, είναι παλιός ο Καβάφης (;) νέος είναι, στα χάδια, στα σκιρτήματα της σάρκας και του νου! «Κάθε προσπάθεια του θεωρητικού λόγου να συλλάβει την ποίηση σαν παρόν ήταν μια εντάφια προσωπίδα, ισχυρίζεται ευφυώς ο Βύρων Λεοντάρης, κι αν υπάρχει ένας έγκυρος λόγος για την ποίηση είναι μονάχα για ό, τι απ’ αυτήν έχει τελειώσει…».
Στην ποίηση βλέπω το ΟΛΟΝ, όχι το μέρος, ακούω φωνές που υπερβαίνουν το φθαρτό του όντος και τις επιταγές της επικαιρότητας. Η ποίηση δεν κατηγοριοποιεί των πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων, αντιθέτως μεγεθύνει τα πάθη ηρωικά και πένθιμα!

Αν και ο κάθε ποιητής, αγαπά όλες τις ενότητες της δουλειάς του, που σηματοδοτούν και την πορεία του, θα ήθελα να μας πείτε, αν εσείς θα ξεχωρίζατε κάποια από αυτές;
Ποιήματα ξεχωρίζω, ποιήματα καμικάζι που έλεγε ο Χρίστος Λάσκαρης, ποιήματα που σε αρπάζουν από τον λαιμό ή σε καθηλώνουν με ένα δυο στίχους π.χ.: «Ω, δεν αλλάζει ο ρυθμός/αυτού του κούφιου κόσμου/Που πας ψυχή μου με τέτοια ανθρωπότητα;» ή «Κουτσό της μοίρας αμαξάκι/που μας πηγαίνεις/κυλώντας, πέφτοντας, τρίζοντας/φριχτά καρούλια στα χέρια των θεών…»!

Ποιές είναι οι επιρροές σας και από ποιους ποιητές που σηματοδότησαν την ιστορία της ποίησης; Υπάρχουν κάποια ποιητικά έργα που εσείς θα τα θεωρούσατε σταθμούς;
Η αφεντιά μου είναι: Διονυσίου Σολωμού και ονείρου, της εξόριστης γλώσσας του Κάλβου, του αισθησιακού Καβάφη, του μυθιστορηματικού Σεφέρη, είμαι ο θίασος ιπποδρομίου του Καρυωτάκη, είμαι με τον ελευθερωτή Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου, είμαι της Οκτάνας του Εμπειρίκου, της Καντάτας του Ρίτσου, του Χρωμοσώματος Σαχτούρη, από κοντά βάλτε μια πρέζα φαντασίας Ουίλιαμ Μπλέικ, μια θλίψη γερο-Πάουντ, για επιδόρπιο σουρεαλιστική τρέλα, έτσι πορεύομαι…

Αν και η συνέχεια και η συνέπεια είναι αυτά που σας διακρίνουν, τι είναι αυτό με το οποίο, δεν έχετε ακόμη “συναντηθεί” και θα θέλατε να το συμπεριλάβετε, στα μελλοντικά σας σχέδια;
Η Ποίηση είναι ένας ξεχωριστός τρόπος να συνειδητοποιείς τον κόσμο και να συνδέεσαι με την πραγματικότητα. «Να έχει ποίηση η μάχη. Και παλικαριά./Ούτε μάρμαρα ούτε τάφρους αίματα» γράφει η Τζένη Μαστοράκη. Θα επιθυμούσα να συμπίπτει στην δουλειά μου η μεγαλύτερη στιγμή πνευματικής διαύγειας με την μεγαλύτερη στιγμή πάθους και από την άβυσσο της ελπίδας για το απώτερο πλησίον, να αφουγκράζομαι το πλησίον του απώτερου μέλλοντος.

*Pier Paolo Pasolini, Στους Έλληνες φοιτητές του Πολυτεχνείου, με μιάν ανάσα, Νοέμβρης του 1973

Σύντομο Βιογραφικό Σημείωμα

Ο Γιώργος Κοζίας γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε βιβλιοθηκονομία και Ευρωπαϊκό Πολιτισμό. Εργάστηκε στον χώρο του ημερήσιου και περιοδικού Τύπου. Πρωτοδημοσίευσε στα περιοδικά Το Δέντρο και Ευθύνη το 1983. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Ζωολογικός κήπος (Στιγμή, 1989), Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε (Στιγμή, 1995), Πεδίον ρίψεων (Στιγμή, 2001), Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες (Στιγμή, 2007), 41ος Παράλληλος (Στιγμή, 2012), Πολεμώντας υπό σκιάν… Ελεγεία και σάτιρες (Περισπωμένη, 2017) και Εξάγγελος (Περισπωμένη, 2021). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί και ανθολογηθεί στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, γερμανικά, αραβικά και πολωνικά.
Το έργο του παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών “Ποίηση και Μουσική” Ιανουάριος 2009, Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας “Ας μην μας καταβροχθίσουν οι κοριοί” 2013, επίσης στο Thessalian Poetry Festival 2018 και στο Patras World Poetry Festival 2019 και 2021. Επτά πίνακες εμπνευσμένοι από την ποίησή του εκτέθηκαν στο βιβλιοπωλείο Λεμόνι στην έκθεση της Εύης Τσακνιά “Οι εικόνες πίσω από τις λέξεις” Οκτώβριος- Νοέμβριος 2010.
Ποιήματά του έχει μελοποιήσει ο Θάνος Μικρούτσικος, Έργα για φλάουτο (WORKS FOR FLUTE) IVONA GLINKA, αφήγηση: Δημήτρης Παπανικολάου, Legend Classics, 2007 και Πέντε κείμενα μετά μουσικής: Η γη τσακισμένο καράβι, ποίηση Γιώργος Κοζίας, William Blake, Αγγελική Καθαρίου- Νέλλη Σεμιτέκολο, Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες (Γαβριηλίδης, 2013).

*Πηγή Βιβλιονέτ και poets.gr
#Αναδημοσίευση από εδώ: https://artviews.gr/giorgos-kozias-dionysiou-solomou-kai-oneirou/?fbclid=IwAR3j3EDXRrJczueb8ePLDkka6qR_pu5Vrovf4UMAaNZOyQ9NNHadlCpS_2U

WAYWORD FORWORD – an explosion of visual + concrete poetry 

 

YOU ARE INVITED
to the LAUNCH of an exhibition of
WAYWORD FORWORD
an explosion of visual + concrete poetry
from amongst the company and poets and artists of
COLLECTIVE EFFORT PRESS
Jas H. Duke / thalia / Arjun von Caemmerer /
Sandy Caldow / Peter Murphy / and TT.O.
at MISSING PERSONS
Located on Level 4 NICHOLAS BUILDING
Room 11–12, 37 Swanston Street Melbourne VIC 3000
on the 5th May, 6:30 for a 7pm start
the exhibition is FREE and will run from 5th to the 21st May
every Thursday / Friday / Saturday / Sunday
Also available is a anthology of
concrete poetry centred around
the exhibition by 6 of the best + 1
with a FORWARD by Victoria Perin
$20 (cash prefered)
this is a RARE event and publication
in the annals of Australian art and poetry
COLLECTI(VE EFFORT
MAKE AN EFFORT

Ασημίνα Κ. Λαμπράκου, Μουσκεμένοι δρόμοι

Οι μουσκεμένοι δρόμοι
τρυπώνουν στα σεντόνια
σε δωμάτιο φτηνού ξενοδοχείου
Καμία θέρμανση
δε μπορεί να τους συγκρατήσει
Έπηλυς καταισχύνη
λαθραία επικάθειται
στους λοβούς του εγκεφάλου
Δάκρυ των οφθαλμών εξορύσσεται

Μήτε ο μίσχος της τουλίπας
βολεύεται ως του αξίζει
στο νεροπότηρο
Η μεγαλωσύνη ταπεινούται

Φτηνός ήχος κινητού
κι ο Αύγουστος του Νικόλα
εξορίζεται

Θεσσαλονίκη

*Από τη συλλογή “Οι απέναντι”, Αθήνα, 2012.

Κωνσταντίνος Γαλάνης, Η μάχη με την Πίστη

Η μάχη με την Πίστη

Αντικρύζει τις στέγες των ναών.
Τρούλοι καρτερούν το νερό της βροχής να ξεπλυθούν.
Περιστέρια σκαλίζουν τις φωλιές στον κόλπο των σταυρών.
Η ζωή εγκλωβισμένη σε κεκλιμένες προσευχές,
πριν κυλήσει στο κενό.

Η μάχη με την Πίστη

Μάτια θωρούν
εκκλησιές δίχως τρούλο.
Σταυροί δραπέτες.

Η μάχη με την Πίστη

Χιόνι πέφτει.
Τ’ αστέρι λάμπει στη φάτνη.
Η πίστη λειώνει.

Η μάχη με την Πίστη

Δύο ξύλα.
Αγκαλιά στον λόφο.
Σταυρός και Ανάσταση.

*Από τη συλλογή “Η μάχη με τις σκιές”, εκδ. Εκάτη, 2019.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Τρία ποιήματα

ΜΟΝΟ ΜΠΟΡΩ Ν’ ΑΝΑΤΑΡΑΖΟΜΑΙ

Δεν ξέρω να πω
τι γεωλογικά φαινόμενα
έπλασαν την ομορφιά σου.
Τι πιέσεις και τι εκτονώσεις,
τι ανεβάσματα και κατεβάσματα
και παρελεύσεις εποχών
κρύου και ζέστης.
Μόνο μπορώ ν’ αναταράζομαι
πιασμένος όλος σε μια τρίχα
ολόμαλλου θεριού,
που είν’ ο χρόνος
και καλπάζει.

*

ΣΤΗΝ ΠΑΓΩΜΕΝΗ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Σιωπή του κρύου στην ανηφόρα.
Προχωράς και βλέπεις το χνώτο σου,
Αφουγκράζεσαι την αντλία της καρδιάς σου.
Και στ’ αυτιά σου ένα βουητό.
Ξέχνα το μάλλινο παλτό.
Αν θυσιάσεις λίγη άνεση,
δεν μπαίνεις στην παγωμένη
επικράτεια της ποίησης.

*

ΤΟΥ ΔΕΝΤΡΟΥ

Το κρασί που περίσσεψε
το έριξα στη ρίζα του δέντρου.
Αυτό απόψε δεν είναι ένα ποίημα.
Είναι η μακρόσυρτη φωνή του Nick.
Είναι οι ουράνιοι αρπισμοί της κιθάρας του.
Η μέρα που περίσσεψε
και την έριξα στη ρίζα του δέντρου.

*Από τη συλλογή “Σκάρτη πραμάτεια”, εκδ. Οσελότος, Φεβρουάριος 2023.