Πάρκαρε στη διπλή κίτρινη γραμμή. Βρήκε μια κλήση στο παρμπρίζ λάθος του, εννοείται. Εντούτοις μέσα του μια φλόγα αφανής: “Τι διάολο! Μισός αιώνας πρόστιμο για μια καταραμένη πράσινη;”
*
ΣΧΙΣΜΑ
Στριμώχτηκαν όλα στη βαλίτσα της απόγνωσης μέχρι που σκίστηκε από το βάρος. Τώρα ταξιδευτής σε ξένους τόπους το βλέμμα προσγειώνω στον ιμάντα που μεταφέρει βασανιστικά κάποια αποσκευή στα αζήτητα γεμάτη μνήμες. Στάσου! Βλέπω μονάχα μια σκισμένη ετικέτα.
*Από τη συλλογή “Παγωτό δακρυγόνο”, εκδ. Θράκα, 2022.
Α. Κι αν φόρεσα στη ζωή μου τόσα υφάσματα. Κι αν ένιωσα τα απαλά κασμίρ. Κι αν γλίστρησα σε γυαλιστερά σατέν. Κι αν με τύλιξαν δαντέλες λεπτοκέντητες. Το τρυφερό πνίξιμο από τα εφτά σου τα πέπλα πάλι θα επέλεγα. Πάλι και πάλι… Α! Και πάλι.
Γ. Θυμάμαι σ’ άρεσε να σε σερβίρουν. Και χωρίς να θέλω και μήτε το επιδιώκω καθόλου να περιαυτολογήσω, κάτι τέτοιο είναι η ειδικότης μου.
Μα δεν περίμενα τόσο περίτεχνα να τακτοποιήσω προς ευχαρίστησίν σου, τη δική μου κεφαλή.
Δ. Όλη μας η ζωή μετριέται στις διαδρομές. Από τη Δαμασκό έως την Αθήνα, γνώρισα τον μισό μου εαυτό. Από την Αμμόχωστο έως τη Βικτώρια, τον έχασα και πάλι τον βρήκα. Τα βήματα, που κάναμε και τα αρώματα, που μυρίσαμε και το αλκοόλ 0 ρέζους θετικό, που κυλάει στις φλέβες μας, είναι ο δρόμος μας και τα σημάδια, που κουβαλάμε στο κουρασμένο σαρκίο μας, είναι οι διαδρομές μας. Από την Αμμόχωστο έως τη Βικτώρια Και από τη Δαμασκό έως την Αθήνα.
Αναπνέοντας στεγνά και σκόνη Με το κάταγμα του καιρού μες στο άκληρο αίμα Τα φεγγάρι να βγαίνει συλλογισμένος παραλογισμός Και ματωμένο κουρέλι απ’ το κεφάλι μου Φτάνοντας ως το διαμέρισμα με τον χρόνο Και σε μένα που κεντώ με μικρές ραφές μωβ μαρκαδόρου Πάνω στο παγωμένο λίπος της πόλης Απ’ το διαμέρισμα με την κόλαση Και το καλοκαίρι Που διαμελίζω τον χρόνο Σκουντώ τα μεσάνυχτα είκοσι χρόνια πιο πριν Στο πρόσωπο μιας γυναίκας χαμένης Χιλιάδες χρόνια προτού γεννηθεί Το κουτί με τη μουσική Που σε τοποθετώ στη φρίκη του να υπάρχεις Γύρω απ’ αυτό το σημείο καμιάς δυνατής επιστροφής Kοιτάζοντας σε πάλι λίγο γυμνή Με το ψύχος να εισχωρεί μες απ’ τη σβηστή σόμπα Και ξέφτια της ρόμπας σου Ως τις ζαρτιέρες και τα μπικουτί Σε μια προσπάθεια ξανά επαφής Με την έστω της ζωής Μα τηλεφωνείς μόνο σ’ αυτό το καλλυντικό σκοτάδι Kάποιος που σχηματίζει Τα υπεραστικά ψηφία του Άδη Ακούγοντας αυτήν την απέραντη ησυχία και σφαγή Ή εκείνο το ξαφνικό γύρισμα της μουσικής Μ’ ένα φλάουτο που ρουφούσε το αίμα σου Και το ‘στελνε μουσικό πάλι μέσα σου Χτες Είκοσι χρόνια πιο πριν Που δεν ξέρω Ίσως να ήσουν ο εαυτός σου Σήμερα αυτό το άδειο Με το μυστήριο του κόσμου ολοκάθαρο να σέρνεται πάνω σου Εξέλιξη νεκρών κυττάρων
*
ΤΟ ΧΤΙΚΙΟ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ
Το χτικιό στον καθρέφτη Τόσο αίμα κραγιόν τόσο χλωμό Χρόνια σαν από λίγο πηλό Έχοντας αλλάξει σ’ ένα ον από μηδέν εμένα Μια προσπάθεια μόνο Από λίγη ουσία στο ποίημα και στον κόσμο Να καρφώσω αυτήν τη στιγμή Στον αβέβαιο χρόνο κι ένα κάτι απ’ τον εαυτό μου Σμπρώχνοντας έναν ακόμη άνεμο στην πυρκαγιά Απ’ το πρόσωπο της νύχτας και το πρόσωπό μου Θα ρίξω κι άλλα χαρτιά Κι ό,τι βρω που πιάνει φωτιά Κι αυτό εδώ που δεν πιάνει φωτιά Που είναι από στάχτη Θα προσπαθήσω ακόμη μια φορά Μεσάνυχτα άγρια μ’ αυτό το μελάνι Αυτό το μαύρο καπέλο του νεκροθάφτη Δίχως όμως κεφάλι Γιατί τίποτα δεν κάηκε Όλα συνεχίζουν από πολύ παλιά Με μια τάξη και στάχτη Χιλιάδες ψεύτικα κοσμήματα στον ουρανό Όπως και στη γη φυσικά που δεν προχωρά και πολύ Από τοπία και τίποτα και τι θα πω Για ένα ποτήρι δίχως καθόλου ποτό Γυάλινο σαν το άυλο που γλίστρησε Προκλασική γαλλική έξω απ’ την κάμαρα Προς τη θάλασσα Και γύρισε πάλι εδώ Δίχως διάθεση καμιάς ματαιότητας και φυγής Από τοπία και τίποτα και τι θα πω Αυτός ο κύριος λοιπόν ο θάνατος Εξήμιση το πρωί Μ’ ένα μαύρο καπέλο δίχως όμως κεφάλι Από χιλιάδες έτη φωτός μακριά Σέρνοντας τη φωνή μου και φεύγοντας Πίσω από μια μάσκα που ξέφτισε Όπως ξέφτισε η ζωή Μ’ ένα βραχνό ραδιόφωνο Εξήμιση το πρωί Κι έναν σπήκερ μετέωρο στο μετεωρολογικό δελτίο του άδειου Μιας μέρας θαυμάσιας και νεκρής Μιας λέξης στο χαρτί τόσο ψυχρής Σαν από κάπου αλλού ν’ ακούγεται και ο χρόνος Σε μια παράλογη κατάσταση αυτού και εμένα Μ’ ένα μάτι χτικιό μες στα έπιπλα ξένο Μια στάση πριν απ’ την κόλαση Από τοπία και τίποτα σ’ ένα φεγγάρι από πολτό
*Από τη συλλογή “Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancerpoems” (1977).
**Το στιγμιότυπο στο βίντεο είναι από εκδήλωση για τον Αλέξη Τραϊνό που έγινε στο βιβλιοπωλείο “Βιβλιορυθμός” της Θεσσαλονίκης, στις 22/4/2014 και στην οποία διάβασαν ποιήματά του οι ποιητές Γεωργία Διάκου, Δημήτρης Μακούσης, Ελένη Φράγκου και Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου.
Μισώ που η ζωή με ξέρασε εδώ στον τόπο που μαρτυρούν ανθρώπινες ψυχές. Σκουλήκια έρπουν στα κράσπεδα σκοτώνοντας ότι διαφορετικό ανθίζει. Μου ληστέψατε το χρώμα και μιια σβάστικα πετάξατε στην αυλή μου. Εγώ όμως έχω μνήμη. Δεν ξεχνώ. Τον Κουμή την Κανελλοπούλου τον Καλτεζά το Γρηγορόπουλο το Φύσσα τον Ζακ το Βασίλη Μάγγο. Το αίμα τους θα μου θυμίζει πάντα οτι θα παραμείνω άνθρωπος. Όσες αλήθειες κι αν διαστρεβλώσουν όσους υπνωτισμένους κι αν παραπλανήσουν, Μισώ που η ζωή με ξέρασε εδώ σ,αυτό τον τόπο που γεννάει τα πάντα. Ακόμα και δίποδα ζώα που βεβηλώνουν νεκρούς.
μυστικό ποτάμι ο θάνατος αφήνει αποτυπώματα καθώς ταξιδεύουμε σε μέρη άγνωστα καθώς προσκυνάμε σε αμαξάδες αλλότριους που έρχονται από το μηδέν καμώνοντας τους ποιητές
*
οι πνεύμονες του χρόνου
οι πνεύμονες του χρόνου γεμάτοι σκόνη απροσδιόριστη καλπάζουν ασυναίσθητα αποκαμωμένοι από το δρόμο διάτρητοι σε ματαιοδοξίες δακρύζουν σφαδάζουν από τη δολοφονημένη ουσία της ύπαρξής τους
Ψάχνω ένα ποίημα για να ταυτιστώ. (Λέξεις που τις καρφώσανε σαν τρόπαιο του τίποτα εικόνες που συνέθλιψαν το νόημα), ένα ρυθμό να βρω που να σκορπίζεται όπως τα σύννεφα, δίχως τη βεβαιότητα του τι είναι, δίχως το τέλος που λογίζεται σαν δόξα, δίχως τη γλώσσα και τον οφθαλμό. Με όλη την αγωνία των αισθήσεων.
*
Η ΚΛΕΨΥΔΡΑ ΤΟΥ ΜΥΑΛΟΥ ΜΟΥ
Πόσες φορές τη γύρισα πλαγίως καθυστερώντας το απόσταγμα των ειπωμένων, να μείνει στέρεο κατακάθι. Καθυστερώντας, σε πείσμα όλων των χρονόμετρων, δεν εναρμονιζόμουν. Κι έμεινε τόσο στέρεο να διυλίζω που τίποτε δεν έρρεε μες στην κλεψύδρα του μυαλού μου.
λες θυμάσαι/ δε λες είσαι μια συντεταγμένη/ δε λες υπάρχει μια κρύπτη στο χρόνο που ονομάζεται νοσταλγία/ λες λέξεις/ λες λέξεις σαν φθόγγους/ λες λέξεις σαν ήχους/ λες λέξεις σαν λυγμούς/ δε λες για νύχτες ήσυχες και πόνους βουβούς/ λες για τον πόνο/ δε λες για τον πόνο που πονάει/ δε λες φιλάω τα μηνύματα/ λες ότι έχεις τις λέξεις/ δε λες πως δεν έχεις τη γλώσσα / λες για τη θλίψη και την πλήξη/ δε λες πως είσαι μια ιστορία δίχως στίξη/ λες για ιδέες/ και δε λες είμαι μια έρημος/ δε λες είμαι μια κινούμενη άμμος/ λες για κατασκευές/ και δε λες ότι έχουμε τις λέξεις και τους φθόγγους και τους ήχους και τους λυγμούς/ το σημαίνον και το σημαινόμενο/ τον βορρά και τον νότο/ λες για λέξεις/ λες λες και δε λες/ πως είσαι μια ιστορία χωρίς στίξη/ δε λες ότι είσαι συντεταγμένη/ δε λες ότι είσαι μια κρύπτη στο χρόνο που ονομάζεται νοσταλγία/ λες για ιδέες/ λες ότι ξέρεις/ κι εγώ λέω ότι το μόνο που ξέρω/ το μόνο που ξέρω είναι ότι δεν ξέρω τίποτα/ και ίσως κάτι ξέρω/ ίσως κάτι ξέρω/ ίσως/ ίσως ξέρω για την κινούμενη άμμο/ ίσως ξέρω για την άμμο που γλιστράει ανάμεσα στα δάχτυλά μου/ και ξέρω για τον πόνο που πονάει/ και ξέρω για τα μηνύματα που φιλιούνται/ και την άνωση που είναι χορός για ψάρια/ κι εγώ το ψάρι έξω από το νερό που σπαρταράει/ εγώ το ψάρι που κολυμπάει/ εγώ η ψυχή ψαριού σε κορμί γατίσιο/ εγώ η γάτα / εγώ το ποντίκι/ εγώ το κυνηγητό/ εσύ ο κλέφτης/ εσύ ο κλέφτης/ εγώ το σπίτι που κλέβεις/ εγώ το λάφυρο/ εγώ ο απολογισμός/ εγώ ο γείτονας που κοιτά από την κλειδαρότρυπα να κλέβεις/ εγώ που σε αφήνω να κλέβεις/ εγώ που δεν έχω άλλο/ εγώ η κλειδαρότρυπα/ εσύ το κλειδί/ εσύ η διάρρηξη/ εγώ που ρίχνω το κλειδί στη θάλασσα/ εγώ που θέλω θάλασσα/ εγώ που δε θέλω την παλίρροια/ εσύ που είσαι παλίρροια/ εγώ που θέλω να γίνεις νερό και να κυλήσεις/ εγώ που θέλω τον κύκλο του νερού και τον κύκλο της ζωής και τον κύκλο που κάνουν τα πράγματα/ εγώ τα πράγματα / εγώ τα πράγματα/ εσύ τα φαινόμενα/ εμείς μια συντεταγμένη / εμείς μια κρύπτη/ εμείς λέξεις/ εμείς κλοπή/ εμείς νερό/ εμείς τίποτα /εμείς τίποτα/ εμείς –