Γιώργος Αναγνώστου, Η διασπορά σαν μετανάστης στην Ελλάδα

[μέρες γκολντεν ντον]

Η μαύρικη ελληνική διασπορά
αυτή η παντρεμένη έξω από την ομογένεια

Η σκούρα ελληνική διασπορά
αυτή που βλέπουν έξω σαν κατώτερη σκούρα

Η καφέ ελληνική διασπορά
αυτή που δεν επαναπαύεται στην λευκότητα της

Η έγχρωμη ελληνική διασπορά
αυτή που θα μαχαιρωθεί τα μεσάνυχτα σε σταθμούς
μετρό “ελλάς”

Η rainbow ελληνική διασπορά
αυτή που θα προπηλακιστεί στην Ομόνοια

Η ελληνική διασπορά με τις μνήμες του
Αμερικάνικου του Αυστραλέζικου του
Ευρωπαϊκού αυτοχθονισμού

Αυτή η διασπορά αυτές τις μέρες
δεν είναι σίγουρο καν
αν η οργή πνίγει την φωνή της
ή αν η σιγή αναβάλλει επ’ αόριστο
οποιαδήποτε υποψία καλοκαιρινής
“επιστροφής”

*Από τη συλλογή «Γλώσσες Χ Επαφής, Επιστολές εξ Αμερικής», ΕκδόσειςΕνδυμίων, 2016

**Ο Γιώργος Αναγνώστου είναι καθηγητής στο Πρόγραμμα Νεοελληνικών Σπουδών του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο. Η ερευνά του εστιάζεται σε θέματα διασποράς και αμερικανικών εθνοτικοτήτων μέσω του διεπιστημονικού πρίσματος των Πολιτισμικών Σπουδών. Έχει δημοσιεύσει σε ένα ευρύ φάσμα επιστημονικών περιοδικών όπως Melus, Ethnicities, Diaspora, Italian American Review, Journal of American Folklore και Journal of Modern Greek Studies μεταξύ άλλων.

Robin Tomens, The Problem Of Language / Το πρόβλημα της γλώσσας

This post preserves alienation. Creation and preservation are coterminous.

Preservation is superfluous. Things preserve themselves as they are and do. Creation is always a given.

Αυτή η ανάρτηση διατηρεί την αποξένωση. Η δημιουργία και η διατήρηση είναι ταυτόσημες.

Η διατήρηση είναι περιττή. Τα πράγματα διατηρούνται όπως είναι και όπως λειτουργούν. Η δημιουργία είναι πάντα δεδομένη.

Ασημίνα Λαμπράκου, γκρίζο

Φωτογραφία: ©  Nastya Kaletkina

της γραμμής των λόφων

τότε που σ’ έβλεπα μαύρα μάτια να με κοιτάνε
σε θολωτό τσιμέντων και κρυστάλλων από κάτω
δεν ήξερες πως θα τόλεγες όταν το χρειαζόμουν
μη κάνουμε την ήττα τραγωδία, θάλεγες όταν θα
συστηνόσουν κι άλλα μίλαγες
πως φερειπείν είσαι μάννα να μεγαλώνεις παιδιά
και το γκρεμό σου που νίκησες και τ’ όνομά σου
Παναγία μα εσύ άλλο φανέρωνες γιατί δεν το ‘ξερες
πως έτσι θα σ’ έβλεπα σήμερα που σε χρειαζόμουν
κι άπλωσες χέρι και, σα να είπες: διάλεξε
τον κύριο Γκάτσο ή τη Γώγου;
κι ήρθαν οι στίχοι τους πουλιά – τα δικά σου
που απ’ το γκρεμό σε σήκωσαν και μακριά σε πήγαν…
“Θα ‘ρθει στιγμή που θ’ αλλάξουνε τα πράγματα Μαρία”
…κι όμορφες μείναμε ν’ απλωνόμαστε ξανά μπροστά
στη μοίρα ._
.
*Από τη συλλογή ”στην οδό αλαμάνας ξημέρωνε επίσης”, 2017.

Μια σύντομη περιδιάβαση στην πρώτη περίοδο της ποιητικής πορείας του Γιώργου Μπλάνα

Γιώργος Μαρκόπουλος”

Με τον τόμο Τα ποιήματα του προηγούμενου αιώνα (2004), ο οποίος περιέχει τις τέσσερις πρώτες συλλογές του ποιητή: Η ζωή κολυμπά σαν φάλαινα ανύποπτη πριν τη σφαγή (1987)· Η αναπόφευκτη ανθηρότητά σου (1990)· Νύχτα (1991) και Παράφορο! (1996), κλείνει κατά τη γνώμη μου, όπως ανέφερα και στον υπότιτλο, η πρώτη περίοδος της πορείας του ποιητή, καθότι μετά, αργά (στην αρχή) αλλά σταθερά, ξεκινάει μια άλλη, τελείως διαφορετικών θεματικών προσανατολισμών και γραφής πιο χειμαρρώδους, και αξιοθαύμαστα πιο συνεκτικής και μακρόπνοης, περίοδος.

Έτσι, λοιπόν, ξεκινώντας την περιδιάβασή μας, η πρώτη συλλογή πραγματεύεται τα ίδια ακριβώς θέματα που πραγματεύονται ο Ντοστογιέφσκι στους Αδελφούς Καραμαζώφ αφενός και αφετέρου ο Χέρμαν Μέλβιλ στον Μόμπι Ντικ, από τον οποίο χρησιμοποιείται ως μότο και η πρόταση: «Η ζωή είναι ένα είδος πέμπτου τροχού σε άμαξα». Το παράθεμα, όπως και τα ποιήματα, μάς προτρέπει να συμπεράνουμε ότι ο άξονας πάνω στον οποίο κινήθηκε είναι η υπόρρητη παραδοχή ότι αυτό που κανονικά θα έπρεπε να θεωρείται ζωή είναι κάτι ασυνείδητο, το οποίο μετατρέπει κι εμάς σε όντα που πλέουμε στην άγνοια. Ολόκληρο το βιβλίο επιδιώκει να δώσει πνοή σε πράγματα (στην πέτρα π.χ. ή στις χάντρες) που σήμερα τείνουμε να τα θεωρούμε σκέτα αντικείμενα («Σήμερα ο γιος μου γίνεται τριών χρονών»).

Η αναπόφευκτη ανθηρότητά σου, η δεύτερη συλλογή του Γιώργου Μπλάνα, έχει ως αφόρμηση ένα κείμενο του Ρίλκε, απόσπασμα του οποίου προτίθεται και εδώ ως μότο: «Γιατί ακόμα και τα ζώα, ενστικτωδώς, ξέρουν πως μέσα σε αυτόν τον ερμηνευμένο κόσμο, δεν μπορούμε να αισθανόμαστε σαν στο σπίτι μας». Τα ποιήματά της κεντρώνονται πάνω στη βασική ιδέα ότι ο θρησκευτικός τρόπος να βλέπεις τα πράγματα είναι πολύ σημαντικότερος από τον θετικιστικό-επιστημονικό· και ότι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη την ύπαρξη ενός κάποιου θεού, ο οποίος εμφανίζεται εδώ σαν μια πύκνωση της επιθυμίας του ποιητή για ένα πρότυπο, αθάνατο, πιο δυνατό ή τελειότερο εν γένει από όλα τα άλλα.

Το βιβλίο ουσιαστικά περιέχει ποιήματα-ψαλμούς (όπως αυτοί του Δαυίδ), οι οποίοι, μέσα από τον εξομολογητικό τόνο τους, προδίδουν την υποχώρηση της προηγούμενης διάθεσης του ποιητή για «αναζητήσεις» και «βεβαιότητες», οι οποίες υποκαθίστανται τώρα από την ευτυχία: μια ευτυχία που πηγάζει από το ότι του αρκεί πως υπάρχει μια κάποια αρχή που ρυθμίζει τον κόσμο κι αυτός, αντί να ψάχνει πια να βρει «σταθερά» πράγματα, συντηρεί απλώς μαζί της μια φιλία, ελπίζοντας έτσι να μειώσει την αγωνία του για τον θάνατο.

Αν ο Γιώργος Μπλάνας στο πρώτο του βιβλίο επεδίωκε να θεμελιώσει τη βεβαιότητα της ύπαρξης σε κάποιες έννοιες, όπως η ζωή π.χ. και η ψυχή, σε αυτό εδώ κάνει το αντίθετο: προσπαθεί να εντοπίσει δηλαδή ποιες ουσίες απορρέουν από αυτό καθεαυτό το γεγονός της ύπαρξης. Έτσι, μέσα από μια μεγαλύτερη προσοχή όσον αφορά τη μορφή και τον τονισμό των λέξεών του, προσπαθεί να αντιμετωπίσει όλα τα υπαρξιακά προβλήματα, τα οποία προτίθενται από το μότο ήδη της συλλογής όπως: α) η έννοια της μνήμης («Με ποιες εικόνες, Κύριε, παιδεύεις την κατάτυφλη καρδιά μου…»), β) η έννοια της βεβαιότητας» («Αφέθηκα στα ξύλινα χέρια σου…» και γ) η έννοια της σταθερότητας («Δεν σου ζητώ παρά έναν κήπο φτωχικό…).

Όσον αφορά την τρίτη συλλογή του Γιώργου Μπλάνα, η οποία έχει τον μονολεκτικό (για πρώτη φορά στο έργο του) τίτλο «Νύχτα», αποπειράται τη δημιουργία μιας επικής σύνθεσης, βασισμένης τόσο στους Μεταφυσικούς στοχασμούς του Ντεκάρτ, στη φαινομενολογία του Χούσερλ, σε ερωτήματα σχετικά με τον Θεό, την υπαρκτική βεβαιότητα, τη διάκριση ανάμεσα σε εκείνο που εκτείνεται· όσο και στους δρόμους της Οδύσσειας του Ομήρου, αφού ο κεντρικός ήρωάς της, ο βασιλιάς της Ιθάκης, έτσι όπως παρουσιάζεται, χωρίς να τον κατονομάζει, δείχνει να είναι ο άνθρωπος που, πάνω απ’ όλα, έχει συνείδηση τους εαυτού του.

Το προτιθέμενο ως μότο κείμενο, αναφέρεται σε μιαν ημερολογιακή σημείωση του Ρενέ Ντεκάρτ (διασκευασμένη για τις ανάγκες του βιβλίου από τον ίδιο τον ποιητή – γι’ αυτό άλλωστε και δεν αναφέρει την προέλευσή της). Η ημερολογιακή σημείωση αυτή έδωσε το έναυσμα και για τη σύνθεση της εν λόγω συλλογής του Γιώργου Μπλάνα, από τις σελίδες της οποίας με τρόπο όμως άκρως ποιητικό και μέσα από μια εικονοποιία θέλγουσα, όπως μας την δίδαξαν ο Παρμενίδης και ο Εμπεδοκλής, παρελαύνουν όλες οι βασικές κατηγορίες της νεότερης ευρωπαϊκής φιλοσοφίας, όπως η έννοια της «ολότητας», του «άλλου» και του «ξένου» (Ταξιδεύαμε, κι ήσαν όλοι εκεί, όμως για μένα ξένοι:…,
«Σκέφτηκε, και για μια στιγμή κοιτάζοντάς με…»).
Αλλά και η τέταρτη συλλογή του Γιώργου Μπλάνα, Παράφορο!, στηρίζεται σε μονολεκτικό τίτλο. Κάτι που με ωθεί να πιστέψω πως, στη συγκεκριμένη φάση, δίνει ιδιαίτερη στην ευθυβολία και στο καίριον του τίτλου, ο οποίος δείχνει πλέον να προέρχεται από συναίσθηση κινδύνου και επίπονη αγωνία.

Κατά τα άλλα η συλλογή, κατά τη συνήθεια του ποιητή, ξεκινά με ένα μότο: «κι έτσι, εφηύρα τα παράφορα πνεύματα που κατοικούν αυτό το βιβλίο. Χρειαζόμουν τη συντροφιά τους, προπάντων για να κρατήσω την καλή μου διάθεση, μέσα σε κακά πράγματα», στο οποίο δίνει τόση σημασία, ώστε το παραθέτει εντός πλαισίου, μόνο του, και στο οπισθόφυλλο.

Τι είναι όμως αυτό το «παράφορο» ή, στην άλλη εναλλακτική έκφρασή του, αυτά τα «παράφορα πνεύματα»; Ας επιχειρήσουμε μιαν απάντηση με τρόπο κάπως περιφραστικό: είναι αλήθεια ότι κάθε ουσιαστικός ποιητής σε κάποια στιγμή της ζωής του, εκείνη δηλαδή που μια μεταστροφή –ευτυχής και θεαματική προς την όλο και μεγαλύτερη ωριμότητα– συντελείται μέσα του, κατακλύζεται από δεκάδες βασανιστικά ερωτήματα, σε σχέση πάντα με την ποίηση, τη γλώσσα, αλλά και την προσωπική του στάση απέναντί τους. Ερωτήματα σαν κι αυτά, επί παραδείγματι: πότε η γλώσσα είναι ποιητική και πότε μη ποιητική; Πόσο ξεθωριασμένο είναι το γλωσσικό ιδίωμα της παλαιότερής μας ποίησης και πόσο εξακολουθεί να είναι δραστικό το αποκαλούμενο «καινούργιο»; Είναι η ποίηση «συναισθηματική χρήση της γλώσσας» ή κάτι περισσότερο; Μας λέει κάποια πράγματα για την αλήθεια του κόσμου που ζούμε ή μόνο μάς τέρπει; Τέλος, πόσο καταληκτό πρέπει να είναι ένα ποίημα; Πολλοί δημιουργοί δεν θέλουν ή δεν μπορούν να τα απαντήσουν, με αποτέλεσμα να υπηρετούν ακαταπαύστως μιαν απέραντη καλλιλογία και μιαν απολύτως πληκτική ωραιολογία· ενώ άλλοι (οι λιγότεροι, πλην όμως οι πιο προικισμένοι) τα απαντούν και προχωρούν, υπηρετώντας μια γραφή που κρύβει μέσα της ένα, οπωσδήποτε ηλεκτρικό, φορτίο.

Στη δεύτερη ακριβώς αυτή ομάδα ποιητών ανήκει και ο Γιώργος Μπλάνας· και θα τον αδικούσα αν ισχυριζόμουν ότι αυτό το διαπιστώνει κανείς μόνον από την τελευταία αυτή συλλογή και όχι από ολόκληρο, ως τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, έργο του. Απλώς στη συγκεκριμένη συλλογή, τα ερωτήματα καθίστανται εμφανέστερα και σαφέστερα. Όπως εμφανέστερες και σαφέστερες απορρέουν (αν κάποιος είχε την περιέργεια να τις αναζητήσει) και οι απαντήσεις του. Έτσι, ένα ποίημα είναι, όπως φαίνεται, κατ’ αυτόν δικαιωμένο όταν πετυχαίνει να εγγράψει μέσα μας έναν τόνο και έναν ρυθμό, μιας και η ποίηση οφείλει να χρησιμοποιεί τη γλώσσα με τρόπο ρυθμικό και τονισμένο ιδιόμορφα, όπως ακριβώς εκείνη γνωρίζει, απέχουσα μάλιστα όσο πιο πολύ μπορεί, τόσο από τους επικοινωνιακά «εντροπικούς», δηλαδή πολυχρησιμοποιημένους διαύλους, όσο και από εκείνους που ύπουλα εξομοιώνουν τον ποιητικό λόγιο με τον λεγόμενο «καθημερινό». Γιατί η ποίηση, έτσι καθώς προκύπτει από τους στίχους του Μπλάνα, δεν είναι «συναισθηματική χρήση της γλώσσας» ή τουλάχιστον δεν είναι μόνον αυτό. Η ποίηση είναι λόγος κυριολεκτικός, που χρησιμοποιεί πλάγια σχήματα για να εξακολουθήσει να πλάθει μύθους και να υποβάλλει τις προτάσεις της. Ενώ το ποίημα πρέπει να «αισθάνεται», να «σκέπτεται» και να «αναπνέει», για να πλησιάζει όλο και πιο πολύ προς την έννοια του «ολόκληρου», με τη βαθύτερη σημασία του όρου, του «καταληκτού» τόσο στον ποιητή όσο και στον αναγνώστη· και, τέλος, αυτό να κομίζει αλήθειες, οι οποίες μπορεί να μην δύνανται να επαληθευτούν από το «αποδεικτικό παράδειγμα» της επιστήμης, γνωρίζουν όμως να δρουν πιο καταλυτικά μέσα στα πεδία της εσωτερικής σφαίρας. Για τον λόγο τούτο μάλιστα, ο Μπλάνας χρησιμοποιεί εδώ κορυφαία ιστορικά πρόσωπα, μιας και τούτα κατά βάθος είναι σύμβολα που πάνω τους προβάλαμε κατά καιρούς τους φόβους και τις επιθυμίες μας για το μέλλον. Πρόσωπα στις κινήσεις και στις ενέργειες των οποίων ψάχνει να βρει την υπέρβαση ή το παράφορο εκείνο στοιχείο που τους έδωσε τη δύναμη να κάνουν μεγάλα έργα, ενώ ταυτοχρόνως σκύβει στο βαθύ πηγάδι της σιωπής τους και όχι στο μεγαλόστομο λόγο της Ιστορίας. Γι’ αυτό και τα βάζει να μιλούν μόνα τους σε καθοριστικές στιγμές της ζωής τους και να πραγματεύονται θέματα όπως: η αθανασία της ψυχής («Ο αξιότιμος ανώτατος υπάλληλος Μεντούκ προς την ψυχή του»)· η διαύγεια του όντος («Ηράκλειτος Βλόσωνος Εφέσιος τάδε λέγει»)· η πρωτοτυπία του ιστορικού («Στη ίδια στρατιωτική σκηνή πέθανε ο Μάρκος Αυρήλιος», παραμιλώντας από τον πυρετό –το καλύτερο, πιστεύω, της συλλογής)· οι δυνατότητες της φιλοσοφίας («Με αγάπη Λούντβιχ Βιντγκεστάιν. Υ.Γ.»)·και η φύση του έρωτα («…Είπε ο Τριστάνος στην Ιζόλδη, λίγο πριν αφήσουν το δωμάτιο ενός φτηνού πανδοχείου».)

Πάντως, θα ήθελα τελειώνοντας να επισημάνω ότι ο Γιώργος Μπλάνας και στις τέσσερις συλλογές του, πέτυχε να δημιουργήσει ποιήματα που «αισθάνονται» σαν ζώντες οργανισμοί και που η αρτιότητα της μορφής του καθενός από αυτά μαρτυρεί ότι δουλεύτηκε πάμπολλες φορές, μέχρι να το κινήσει μια γλώσσα «ελαστική». Επίσης, θα ήθελα να κάνω και ετούτη την παρατήρηση: ότι ολόκληρο το υπό προσέγγισιν σώμα της ποίησής του βασίζεται σε ένα υλικό βιωματικό, προερχόμενο ως επί το πλείστον από την παιδική ηλικία του δημιουργού, η οποία πρέπει να υπήρξε περισσότερη επηρεασμένη από όσο έπρεπε από μια πρώιμη ωριμότητα. Σε αυτήν λοιπόν τη στιγμή της ζωής του φαίνεται να γυρνάει σε κάθε συλλογή ο Μπλάνας, για να διυλίσει μέσα στα κείμενα των τωρινών του αναγνώσεων και μέσα στα λόγια την προοπτική της όρασής του και να μας την προσφέρει, βασανισμένη αλλά και φορτισμένη τόσο με ένα λεπτότατο συγκινησιακό φορτίο όσο και με την πικρή οδύνη της αλήθειας που περιέχει η ποίηση. Η ποίηση, η οποία είναι σίγουρα και η μόνη που εξαγνίζει τα πράγματα και τις προθέσεις μας.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στα «Ποιητικά» Τεύχος 54 • Ιούλιος/Σεπτέμβριος 2024. Ηλεκτρονιοκά βρίσξεται εδώ: https://tapoiitika.wordpress.com/2025/12/29/τα-ποιηματα-του-προηγουμενου-αιωνα/

Μαριάννα Πλιάκου, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΝΗΣΙ

Μια θεωρία
για το όνομα του Guernsey
είναι πως δόθηκε από τους Βίκινγκς
-“Grønn øy”, το πράσινο νησί.
Και είναι.
Τα δέντρα στους δρόμους
απλώνουν απ΄ τις δύο πλευρές
τα κλαδιά τους,
που μπλέκονται σε γέφυρες. Και
το χορτάρι κατεβαίνει στη θάλασσα,
η βλάστηση στους γκρεμούς της νότιας ακτής
να νικά το γρανίτη.
Πράσινο
Ευφάνταστο,
Εμφατικό,
Γεμάτο αιώνες
καθώς
περνάμε και φεύγουμε.

*

GUERNASIAIS (1)

Το νησί από νωρίς
σημείο διεκδίκησης
μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας.
Διεκδίκηση
που αποτυπώνεται
στα γαλλικά τοπωνύμια,
το νομικό κώδικα,
αλλά και στην τοπική διάλεκτο.
Κατά τ’ άλλα, as British as it gets.
Παμπ με σανίδι ποτισμένο με μπύρα,
φασαρία στην ουρά για το ταξί Παρασκευή βράδυ,
fish n’ chips στην παραλία.
Νησί εκκρεμές.
Μετρονόμος
που σταμάτησε,
και ξεκουράζεται
στη μέση.

  1. Guernesiais: πατουά του Γκέρνσι – τοπική διάλεκτος βασισμένη στη γαλλική γλώσσα.

*Από τη συλλογή “Χ”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2021.

Πέτρος Στεφανέας, Τρία ποιήματα

ΣΤΟ ΖΑΧΑΡΟΠΛΑΣΤΕΙΟ

Στὸ ζαχαροπλαστεῖο «Μπλὲ Οὐρανὸς» ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Ἀριστομένους
Γιορτάσαμε τὴν εἰσαγωγή μου στὸ γυμνάσιο
Οἱ μυρωδιὲς τοῦ γλυκοῦ «ἡ σοκολατίνα μου» ἦταν πολύχρωμες
Εἶχαν ἐνσωματωθεῖ προσωρινὰ
Στὴ φωνὴ τοῦ πατέρα μου

Σχολίαζε τὰ φωνήεντα καὶ τὰ σύμφωνα
Τὴν τελεία τὴν τοποθέτησε μὲ τὸ χέρι
Μαζὶ μὲ ἤχους ἀπὸ τὴν παρέλαση τῶν συμμαθητῶν του

Ὡς νομικὸς καὶ ὡς ὁ κ. Διευθυντὴς
Ἂν τὸ ἀποφασίσει, μπορῶ νὰ τοὺς δωρίσω ἕνα γλυκὸ φροῦτο

Πικράθηκε ἀπὸ τὶς λιγοστὲς ἀφίξεις στὴ γιορτὴ
Καὶ τὸν μετέπειτα σχολιασμὸ περὶ τῆς καύσεως τῶν νεκρῶν
Τὰ κουστούμια τῶν ἀπόντων γκρὶ
Ἡ τελεία του μετατράπηκε σὲ κόκκο ζάχαρης

Μέσα στὸ ζαχαροπλαστεῖο δακρύων ἐργάζομαι διαρκῶς

Σὲ κάθε ἐπισκέπτη τοῦ ἑαυτοῦ μου
Συστήνομαι ὡς ζαχαροπλάστης

*

ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΘΑΛΑΣΣΩΝ

Φοβᾶμαι τὰ πλοῖα
Τὰ πλοιάρια ἐπίσης μὲ τρομάζουν
Οἱ χειροποίητες λέμϐοι καὶ τὰ παραπλέοντα σκάφη
Μοῦ προκαλοῦν αἰσθήματα θανάτου
Εἰδικὰ ὅταν τὰ ὁδηγοῦν δόκιμοι μοναχοὶ

Στὰ ἀμπάρια τοῦ πλοίου μας
Τὰ κιϐώτια μὲ ἡμερομηνία λήξεως
Προορίζονται γιὰ κάποιον γνωστό μου

Μεσοπέλαγα ὁ τρόμος ἀπὸ ἐνδεχόμενο πνιγμὸ
Ξεπερνάει τὸν ἦχο ἀπ ᾿ τὶς δεήσεις γιὰ τὴν ἀνθοφορία
Καὶ τὶς προσευχὲς τῶν χορταριῶν τῆς Σύρου

Ἡ ἀγάπη μας μακρινὴ
Ἀπαιτεῖ ἀναδάσωση καὶ στὶς προϐλῆτες

*

Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΦΥΠΝΙΣΗΣ

Δροσερὸ τὸ νερὸ
Δυὸ χέρια τουριστικὸ τοπίο

Κάθε πρωί
Σὲ κάθε πρέπον λουτρὸ
Λαμϐάνει χώρα μιὰ τρίλεπτη ψυχρὴ δοκιμασία
Ἔχουν ἐπενδυθεῖ σ ᾿ αὐτὴν ἑκατομμύρια ἐργατοῶρες
Ἀκυρώσεις συναντήσεων καὶ ὑδραυλικὴ γνώση

Συνήθως τὸ αἷμα ἀνεϐαίνει ψηλὰ
Τροφὴ γιὰ τὶς βλεφαρίδες

Περήφανα μέλη τοῦ τοπικοῦ Ἐργατικοῦ Κόμματος
Ξεχασμένα στὸ νερὸ μετὰ τὴ διαμαρτυρία
Κάνουν ἀγορὲς γιὰ τὴν οἰκογένειά τους

Συχνὰ ἀκούγονται ἀτάκες ἀπὸ ἑλληνικὲς ταινίες
Σὰν συνθήματα
Στὸν δρόμο πρὸς τὸν νεροχύτη

*Από τη συλλογή “Αφροδίτη στα μπλε”, Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2019.

Ορχάν Βελή Κανίκ (1914-1950), Δύο ποιήματα

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ I


Απʼ το παράθυρό του,
έβλεπε τις στέγες των άλλων σπιτιών
και στο βάθος το λιμάνι.
Τις Κυριακές χτυπούσαν οι καμπάνες.
Ασταμάτητα.
Τα βράδια, μες στον ύπνο του,
άκουγε το σφύριγμα του τρένου.
Πάντα στη μία ακριβώς.
Με τον καιρό, ερωτεύτηκε ένα κορίτσι
που έμενε στην άκρη του δρόμου.
Παρ’ όλα αυτά,
έφυγε και πήγε σ’ άλλη πόλη.


*


ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ II


Τώρα δεν βλέπει δέντρα
απʼ το παράθυρό του.
Βρέχει ασταμάτητα
όλη τη μέρα πάνω από το κανάλι.
Το φεγγάρι συνεχίζει να βγαίνει τα βράδια
και στην πλατεία, κάθε Τρίτη,
έχει Λαϊκή.
Όμως αυτός,
θες η εξορία, θες τα λεφτά,
θες ένα γράμμα,
σκέφτεται πάντα κάτι άλλο.


*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας. Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Μανδραγόρας”, τεύχος 30, Σεπτέμβριος 2003.

Βίκυ Κατσαρού, Εξάρχεια

Στη Βαλτετσίου στρίψαμε τη μέρα
που η μπλούζα σου ιδρωμένη κόλλησε στην πλάτη σου,
κοίταζα με ντροπαλή κατάπληξη
το αριστερό λακκάκι σου στο μάγουλό σου,
κι ήθελα τα χείλη μου σ’ εκείνη τη γλύκα
να στεγνώσουν,
δέρμα να μεταμοσχεύσεις στα ρουθούνια μου.

Το ίδιο βράδυ το άρωμά σου από τις μασχάλες μου
θα ξέφευγε
και θα χτυπούσε στους τοίχους της κουζίνας,
στο ψυγείο,
στο τραπεζομάντηλο, στη σπασμένη σου κορνίζα,
θα ξέφευγε και θα χτυπούσε στο βίτσιο μου να γελάω
όταν κόβουν την καρδιά μου κομματάκια.

«Εγώ δεν σ’ αγαπώ» είπες
κι οι φλέβες μου αδιάβροχες
σκαρφάλωσαν στα κάγκελα μιας γειτονικής αυλής.

Σημάδι γενετικό.

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://poiimata.com/2025/12/19/exarcheia/

Αριστοτέλης Πιττάρης, Τρία ποιήματα

(λίμνες)


Λίμνες
μέσα σε θάλασσα
είμαστε
από το ίδιο υλικό
άλλοτε πιο γλυκό, πιο αλμυρό· πικρό
να επιπλέουμε χάρη σ’ αυτήν
μα και παλεύοντας την
ισχνή δυσκολοδιάβατη μεμβράνη
που μας χωρίζει
από τον κόσμο
τους άλλους
από εμάς


*


Περασμένες εποχές


Είναι λυπηρό η σκέψη σου να εγκλωβίζεται
σε τέτοια μονοπάτια.
Σαν αμετακίνητοι ογκόλιθοι, που τους εναπέθεσε
κάποιος πάνω στο κύμα κι αυτοί
ανήμποροι -δε μάθανε ποτέ αλλιώς- βουλιάζουν
σιωπηλά και χάνονται
στο βάθος.
Κρυμμένους εκεί από τη λάμψη και την αύρα
η αλμύρα και η θλίψη θα τους διαβρώσει
ώσπου θα διαλυθούν και θραύσματα τα ρεύματα θα μεταφέρουν
σε ωκεανούς περασμένων εποχών.


*


Γραμμές σε τοίχους


Υπάρχουν παιδιά που μείναν
χαμηλές γραμμές σε τοίχους.


Χάθηκε το χέρι, το κεφάλι
ή το ενδιαφέρον.

Σε ποια απ’ όλα επάνω
να βαραίνει παραπάνω
η κακοτοπιά;


*Από τη συλλογή “Λίμνες μέσα σε θάλασσα, Εκδόσεις Θράκα, 2025.

Αντιγόνη Κεφαλά (Antigone Kefala), Δύο ποιήματα

Νεογέννητη

Δεν ήσουν μια από μας
τότε.
Είχες ακόμα μέσα στο δέρμα
σου το άρωμα
του μεγάλου σκότους.
Τα μάτια σου σαν γυάλινα,
απορροφούσαν την αντανάκλασή μου
καμιά ανταπόδοση
μονάχα βάθος, το βάθος
των σιωπηλών υδάτων.
Μόνο η φωνή σου που
διέσχιζε τη νύχτα
γεννημένη από
αιώνιο τρόμο
ήταν ανθρώπινη.

*

Η ξένη

…τη βλέπω μέσα στη νύχτα να ορθώνεται από τον κούφιο
πύργο τάζοντας ομίχλη
αυτή τη γη π’ αναζητούμε στα μάτια μας
το χώμα της αχνίζοντας στα βέλη του φωτός
βυθισμένη στη σιωπή
κύματα που ρέουν μέσα μου και με γεμίζουν τρόμο
μέχρι που σβήνουν όλες οι γραμμές του προσώπου μου
μέχρι που όλη η μαγεία των ματιών μου χάνεται
και μένω γυμνή
τυλιγμένη στα πλοκάμια του κενού
να διαλύομαι
και τώρα, νιώθω μόνο τα πέτρινα τούτα χέρια,
να κινούνται αόρατα, όλο και πιο κοντά στο σπόρο.
πέτρες θα βλαστήσουν από μέσα μας κι ακόμα
το φως θ’ ανθίζει παντού αδιάφορο…


*Από τη συλλογή “The alien” (Η ξένη), ποιήματα της οποίας συμπεριλαμβάνονται στο δίγλωσσο βιβλίο “Antigone Kefala, Poems”, Owl Publishing, 2000. Μετάφραση από τα αγγλικά: Έρμα Βασιλείου.