Wole Soyinka, Εποχή

Η σκουριά είναι ωριμότητα, η σκουριά
Και το φθαρμένο φτερό του καλαμποκιού·
Η γύρη είναι ο πλεγμένος καιρός όταν τα χελιδόνια
Υφαίνουν κάποιο χορό
Φτερωμένων βελών
Νήμα από κοτσάνια καλαμποκιού στις φτερωτές
Λουρίδες του φωτός. Και μεις αρέσαμε να ακούμε
Τις κολλημένες φράσεις τ’ ανέμου, ν΄ ακούμε
Τις λίμες στο χωράφι, όπου τα φύλλα του καλαμποκιού
Τρυπούν σα φέτες του μπαμπού.

Τώρα είμαστε αποθηκάριοι,
Προσμένοντας σκουριά στους θήσσανους, τραβούμε
Λιγνές σκιές απ΄το σούρουπο, πλέκουμε
Ξερές αχυρένιες στέγες στον καπνό του ξύλου. Φορτωμένα κοτσάνια
Ιππεύουν την παρακμή του σπέρματος – περιμένουμε
Την υπόσχεση της σκουριάς.

*Ο Wole Soyinka (γεν. 1935) είναι ποιητής από τη Νιγηρία. Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ανθολογία νέγρων ποιητών”, Εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1969.
**Μετάφραση Αλέξης Τραϊανός.

Philip Lamantia, Ζώο παγιδευμένο στη δική του ονειροπόληση

Αναπνέει μέσα από τις πληγές του.
Τα βότανα που θα το γιάτρευαν σαπίζουν στον λαβύρινθο της φοβερής του πατούσας.
Ο ήλιος στέλνει ιαματικά ρεύματα στο ασταθές νησί κάτω από το βυθισμένο του δόντι.
Με αχάτες βροχής, ο σιβυλλικός κήπος (από τα λουλούδια ξεστομίζονται χρησμοί) συλλαμβάνει δηλητηριώδη αεριούχα ύδατα
που ταξιδεύουν στις φλέβες της γης.
Το ζώο, σαν σκοτεινιάζει το φως με μια σφαίρα του δικού αίματος,
διαβάζει στα τηλεοπτικά φύλλα:
-ΠΑΡΟΞΥΣΜΟΙ ΤΡΟΜΩΝ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ-
-ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ-
…και το χλοερό στόμα σχίζεται και ανοίγει υπογείως.

*Από το βιβλίο “Τα οράματα μιας απίθανης γενιάς – Στοιχεία για την beat generation”, Εκδίσεις Κέδρος, 2010.
**Επιλογή, μετάφραση, εισαγωγή, κείμενα: Γιάννης Λειβαδάς.

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Φορτίο ως την κορφή

Ο κομσομόλος
Πιοτρ Κουκούσκιν
ορμάει
στη δουλειά
με το κεφάλι κάτω, –
από τις φτέρνες
ως την κορφή
εκατό φορτία έχει φορτωθεί.
Μόλις φάει
ζωηρά ορμάει
ο Πέτια
στην πολιτιστική επιτροπή
κουτρουβαλάει.

Μετά
τον Πέτια είδανε
στους ραδιοερασιτέχνες.
Δεν πέρασε
Δίπλα
Από τα χημικά.
Από τη χημεία
μ’ ένα άλμα
πήδηξε
στα σκακιστικά.

Να παίξεις με τον Κουκούσκιν –
δεν μπορείς:
αυτός
μπερδεύει
πιόνι και βασιλιά. –
(Απειροελάχιστη δυσκολία!)
Αλλά…ο Πέτια
ξέρει
καλά τη θεωρία,
τους εχθρούς να σαρώσει.

Αυτός ο Πέτια
μπορεί
καλπάζοντας
να κριτικάρει
το διεθνή αγώνα.
-«Θεωρώ
πως και οι δυο είναι κακοί –
ο Καπαμπλάνκα και ο Αλιόχιν,
και οι δυο,
στο παιχνίδι αφοσιωμένοι,
φυλάνε το βασιλιά.

Φαίνεται
στο προτσές
αυτό
η μη μαρξιστική αντιμετώπιση
Εγώ
στιγμή δεν θα καθυστερήσω –
τους μονάρχες
με τα πιόνια
να καθαρίσω!».

Με συνεδριάσεις
και ομιλίες,
περνάει το πρωί,
το βράδυ περνάει,
με δουλειές –
με ανάσα κοφτή
απ’ το τσεπάκι
ξεπροβάλλουν
τριαντατρία μολύβια.

Κάθησε
σε διακόσιες συνελεύσεις.
Οι μέρες πετούν,
οι εβδομάδες φεύγουν…
Και ρόζους
Έβγαλε
Στο μέρος,
Με το οποίο κάθονται να συνεδριάσουν.
Το μυαλό θολώνει,
πρήζεται ο νους,
το κορμί
απ’ το κεφάλι πιο μικρό,
από το τρέξιμο ξεθεωμένο,
μόνος του
τον εαυτό του
θεωρεί ο νέος –
φοβερά πολυάσχολο.
Πρόγραμμα
του έχει
για ένα χρόνο., αν θέλεις βάλε
στη δουλειά την επιστήμη!

Πού είστε, Γκάστεφ με τον Κέρζεντσεφ;!
Με την πλειοψηφία –
υπερψηφίζει,
με την πλειοψηφία –
απέχει.
Χρόνος πέρασε.
Ο απολογισμός μικρός.
Ρωτήσανε τον Πέτια:
που είναι λοιπόν
της δουλειάς
η έννοια και η ουσία
απ’ όλα αυτά τα φορτία;
Κι ο Πέτια μισοκλείνοντας
τα μάτια
περιφρονητικά,
τους κοίταξε
όλους
με μάτια στενά:
-Πώς δηλαδή
να προφτάσω να δουλέψω με τέτοιο φορτίο; –

*Μετάφραση: Χρήστος Τρικαλινός

Αθηνά Τιτάκη, Δρέσδη

Κι όπως βγαίνεις απ’ το καταφύγιο έρημος
εκεί που ξαπλώνουν τώρα μόνο χαλάσματα
μια ωραία πόλη, αστραφτερή
θυμάσαι πως κάποτε υπήρχε.
Τι τύχη! κι όμως επέζησες…
Εσύ ο μοναδικός μάρτυρας
ενός αναίτιου πολέμου.
Ψάχνεις τα χέρια…
Είναι ακέραια.
Κοιτάς τα πόδια…
Λες πως ακόμα σε σηκώνουν.
Στο στήθος δυο πέτρινα κουμπιά.
Όμως εκεί δε θα κοιτάξεις.
Να τα ανοίξεις μόνο θες κι απεγνωσμένα
στα ερείπια ψάχνεις γι’ ακόμα έναν άμοιρο.
Τον στερνό αναζητάς αδελφό.
Έναν ελεύθερο σκοπευτή
να σε βοηθήσει.

Jorge Luis Borges, Οι δρόμοι

Οι δρόμοι του Μπουένος Αϊρες
είναι να η ψυχή μου.
Όχι οι αδηφάγοι δρόμοι,
οι αγχωτικοί
του πλήθους και της βιασύνης,
αλλά οι δρόμοι οι αδέσποτοι
των συνοικιών
σχεδόν αόρατοι
από τους συνηθισμένους
μαυλισμένοι από τις σκιές
και το ηλιοβασίλεμα
κι’ εκείνοι πιο μακριά
απρόσιτοι στα
δέντρα τα τακτοποιημένα
εκεί πού τα χαμόσπιτα
μόλις ξεμυτούν,
θαμμένα
μέσα στις ατέλειωτες αποστάσεις,
πού να χάνονται
στο βαθύ πεδίο
του ουρανού και της πεδιάδας.
Είναι για τον μοναχικό
μια υπόσχεση
γιατί χιλιάδες ψυχές ξέχωρες
τα κατοικούν,
μοναδικές μπροστά στον Θεό
και τον χρόνο
και χωρίς κουβέντα πολύτιμες.
Ίσαμε την ανατολή, το βορρά και το νότο
έχουν εξαπλωθεί
– κι’ είναι πάλι η πατρίδα –
οι δρόμοι.
Μακάρι στους στίχους πού σκαρώθηκαν
να’ ναι αυτοί τα λάβαρα.

*Μετάφραση: Δημήτρης Καλοκύρης.

Raul Gomez Jattin, Το τραγούδι ενός έρωτα ειλικρινούς

Υπόσχομαι αιώνια να μην σε αγαπάω,
ούτε πιστός ως το θάνατο να σου είμαι,
ούτε χέρι-χέρι να πηγαίνουμε,
ούτε με ρόδα να σε ραίνω,
ούτε πάντα με πάθος να σε φιλώ.

Ορκίζομαι ότι θα υπάρχουν λύπες,
προβλήματα θα υπάρχουν και διενέξεις∙
και άλλες γυναίκες θα κοιτάξω,
και άλλους άντρες θα κοιτάξεις,
ορκίζομαι πως για εμένα τα πάντα δεν είσαι
ούτε ο ουρανός μου, ούτε ο μόνος λόγος μου να ζω,
αν και, πού και πού, μου λείπεις.

Υπόσχομαι να μην σε ποθώ παντοτινά
κάποτε η πηγή σου θα με κουράζει
κι εσένα θα κουράζει το δικό μου μέλος
και τα μαλλιά σου κάποτε
το πρόσωπό μου θα ενοχλούν

Ορκίζομαι ότι στιγμές θα υπάρχουν
που μίσος αμοιβαίο θα μας μεθά
και σε όλα ένα τέλος να τεθεί θα θέλουμε
κι ίσως όντως να τεθεί,
μα σου λέω ακόμα πως θα αγαπηθούμε
θα δημιουργήσουμε, θα μοιραστούμε.

Με πιστεύεις, τώρα, πως σ’ αγαπώ;

*Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη.

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://poiimata.com/2023/08/31/tragoudi-erota-eilikrinous/

Γιώργος Κοζίας, Ξέφρενοι, κωμικοί υποκριτές


Φωτογραφία: Penny Delta

Ποιος σέρνεται επί σκηνής, ποιος σε έρεβος
απροσμέτρητο παραπατάει;
Ρωτώ τ’ αστέρια και βουβαίνονται,
ρωτώ τη μέρα, τη νύχτα, μα δεν απαντούν.
Τι παίζουν στα χάσματα
με παιάνες, με άσματα;
Ελευθερία τζιν ή θάνατος με τόνικ;

Περνούν οι επιφανείς με κύμβαλα,
με αυλούς, το πλήθος συναρπάζοντας.
Οι ποιητές με τις ωδές
τι χρειάζονται στης Σαλώμης τον καιρό,
όπου επευφημείται ο χρυσός μόσχος
κι ο πίθηκος των Πετραλώνων προελαύνει;

Μέσα στη παραζάλη, τι να πεις;
Βοά ο νάρκισσος,
γρυλλίζει το φαρμάκι.
Ξέφρενοι, κωμικοί υποκριτές
εσείς κι εμείς όπως μια μύγα στο φως.
Εξοχότατη η Τάξις
μας κατατροπώνει με αναισθητικό
Ηρώδη Αττικού και Ματαιότητας γωνία.

Ξέφρενοι, κωμικοί υποκριτές,
σ’ ένα ζευγάρωμα αργό στο λυκαυγές
Cavalleria Rusticana τραγουδάμε στις σκιές.

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιάν… Ελεγεία και σάτιρες”, εκδ. Περισπωμένη, 2017.

Harold Norse, Οι θείοι μου

1.
Λαθρέμπορος, Παράνομα στοιχήματα, Πυγμάχος, Παραχαράκτης Ο θείος Τζο, ο καβγατζής με τη μεγάλη καρδιά
μια φορά μόνος του τα ‘βαλε με τρεις γκάνγκστερ
ολομόναχος, χωρίς ούτε ένα όπλο
Δυο φορές παντρεμένος, δύο φορές την πάτησε
Στο τέλος στοιχημάτιζε στα άλογα
και τα κακάρωσε, άφραγκος,
σ’ ένα μοτέλ στο Μαϊάμι.

2.
Ο θειος μου ο ταξιτζής που τον φώναζαν Μπιγκ Ρεντ
Πήγε από τους πρώτους στον 1ο παγκόσμιο πόλεμο
γύρισε με σοκ από τις χειροβομβίδες και μπέρδευε τα λόγια του μ’ ένα φρικτό παγωμένο χαμόγελο στα χείλη
Κι έτρεμε τη θειά μου πιο πολύ
κι από θηρίο
δεν κάπνιζε πια, κι ούτε αστειευόταν,
ούτε παιδιά έκανε
πέθανε στα 40 του.
Δηλητηριασμένος από τα χημικά όπλα.

3.
Ο θείος Λου είχε σγουρά ξανθά μαλλιά άνθρωπος φοβισμένος, κομπλεξικός, παραδόθηκε στο πιοτό
η γυναίκα του, μια ιρλανδή, του έκανε παρέα Πέθαναν κι οι δυο στην ψάθα.

4.
Ο θείος Μάικ είχε 12 παιδιά,
μια υποθήκη στο σπίτι του και μια
χοντρή γερμανίδα για γυναίκα
Δούλευε πάντα ευκαιριακά, στο τέλος έκανε τον μπάρμαν έχασε όλα του τα μαλλιά, χόντρυνε, κι έπινε
όλα του τα λεφτά, προσηλυτίστηκε στο χριστιανισμό
και πέθανε κάποια μέρα στην πρόνοια.

5.
Ω, εσείς θείοι με τα γαλανά μάτια σας
εσείς που μου μάθατε να παίζω μποξ και να πίνω κι ότι πρέπει κανείς να ‘ναι εντάξει
δεν αφήσατε πίσω σας τίποτα εκτός
από χαζά ξαδέλφια
Μα δεν γνωρίζατε ότι οι Οβριοί
δεν μεθοκοπούν και δεν παίζουν ξύλο;
οι Οβριοί δεν είναι ψηλοί ούτε και ωραίοι
μα πάνω απ’ όλα δεν είναι χαζοί κι άφραγκοι ΝΑΙ ΘΕΙΟΙ ΜΟΥ!
Τι είχατε πάθει τέλος πάντων;

*Από το βιβλίο “Ανθολόγιο των κακών Αμερικανών”, εκδ. Χάος και Κουλτούρα, Αθήνα 1992. Μετάφραση: Τέος Ρόμβος.

Σταύρος Βαβούρης, Η Κλυταιμνήστρα στην Αυλίδα

Η θάλασσα θα ʼχει δεχτεί
να πάρει τα καράβια στο ταξίδι τους
έπειτα απʼ το θρίαμβο της πληρωμένης Νύχτας
και τη φρίκη της Αυγής.
Επευφημίες.
Αδιάντροπες αφυπνισμένες άγκυρες.
Το αίμα. Το δέος. Σιωπή.
Μετά θʼ ανοίξουν τις κουρτίνες
κι ανέφικτη θα κατεβώ λίγα σκαλιά.
Βλέμμα οριζόντιο, λύπη οριζόντια.
Θα ʼχω ανέβει στο τελευταίο δάκρυ,
το δάκρυ που πετρώνει,
και γίνεται
αυτό που λεν οι ανήξεροι: φαρμακερή καρδιά.

Οι ακόλουθοι δε θαν το δουν,
θα βουλιάζουνε τα μάτια τους στις τύψεις·
θα βουλιάζουνε στη λίμνη των στιγμών,
όπως σε κάθε πίκρα τους
στηρίζουν κάτω απʼ το θαμμένο τους πιγούνι την παλάμη
και με την εγκαρτέρηση νομίζουν πως θα στήσουνε
ό, τι ούτε ο θεός δεν μπόρεσε να φέρει δεξιά.
Έτσι, να εξευμενίσουνε τα βήματα της Μοίρας.

Μα το νόημα της ζωής μας δεν αλλάζει.
Το ύπουλο αυτό νόημα που προχωρεί
ατσάλινη στιγμή μες στους αιώνες,
και δεν το μαλακώνει ο πόνος μας
που διαφεύγει μες απʼ τις κινήσεις μας,
που τις προετοιμάζει,
το σκοτεινό αυτό νόημα
που προχωρεί ακατάλυτο, αδιάφθορο και ριγηλό
μες απʼ τις επικλήσεις μας κι από τις προσευχές μας
δε θαν το δουν.
Θα βουλιάζουν στην ελπίδα του καιρού.
Μα εγώ, πέρα απʼ αυτούς, χωρίς αυτούς
δεν θα ʼμαι πια αχιβάδα στην τρεχάλα της συρμής του.
Στο ʼνα πλευρό μου πάντοτε η Φωτιά
μα στʼ άλλο η φρίκη μου βουβή
θα ʼχουμε δει στο ματωμένο σου κεφάλι
τη λιμασμένη Μοίρα μου χορτάτη.

Δε θʼ απομένει πόνος πια.
δε θα ʼναι πια μελωδικό τραγούδι κύκνου που πεθαίνει
δε θα ʼναι πια κλυδωνισμός τραυματισμένης νύχτας
κάτω από ρομαντικό φεγγάρι.

Θα μένει
μόνο αυτό το τραγικό άρωμα,
η ανείπωτα πικρή εκείνη γεύση,
αυτή η στεγνή εντύπωση
που αν θες, την κάνεις σιδερένιο τραγούδι
–τσεκούρι, φωτιά–
Αν θες την κάνεις λόγχη
–τσεκούρι, φωτιά–
που λησμονιά
ή μνήμη μουσική δεν γίνεται μονάχα.

Κι εδώ, δεν θα ʼρθει η θάλασσα να παίξει
με τις γυμνές νεράιδες του κρυφού μου κήπου,
δεν θα ʼρθει η θάλασσα να βρει φεγγάρι,
δεν θα ʼρθει μπάτης πια.

Στα ματωμένα βότσαλα τα βράδια
η αγρύπνια μου θα τριγυρνάει
αγέλαστη και μοναχή στους μόλους
με τη φωνή του πυρετού
για τα περαστικά θαλασσινά πουλιά
που αμέριμνα θα ʼρθουν
να φέρουν άνοιξη στο χώμα
που το στοίχειωσε η θυσία σου.

Θα ʼχω μια λύπη που θʼ αγγίζει τʼ άστρα,
ψηλή, και κατακόρυφη.
Δε θʼ απομένει πόνος πια.
Αυτοί, μετά καθώς θʼ ανοίξουν τις κουρτίνες
θα βουλιάξουνε στη λήθη του καιρού.
Κι έπειτα
θα ʼρθουνε φαύλοι χρόνοι που θα πουν
ότι ήσουν τάχα ιέρεια στους Ταύρους,
θα ʼρθει να με λογχίσει η Ηλέκτρα.
Μʼ αν ήταν στο ʼνα μου πλευρό πάντα η φωτιά,
αυτό το μέτωπο
δεν ήταν πάντοτε φωλιά
πικρών πουλιών που δεν λαλούν,
δεν ήταν πάντοτε κυψέλη
για στείρες μέλισσες σιωπής και συμφοράς.

…Ότι σε πήραν σύννεφα,
ότι είσαι τάχα ιέρεια στους Ταύρους.
Καρδιά οριζόντια. Λύπη οριζόντια,
για πάντα.
Ευθεία γραμμή, ατέλειωτη, χωρίς υποτροπή
ως την καρδιά του Χρόνου.
Εγώ
που κράτησα στα χέρια μου
το ματωμένο σου κεφάλι
μονάχα εγώ
μπορώ να ξέρω την αλήθεια.

Γιάννης Ε. Μανιάτης, Το Γάμμα* και η Θάλασσα

Αυτός που αγόρασε το τρεχαντήρι του Παφ είχε μόνον την ευκαιρία και το αντίτιμο. Κι ήταν μία η διαδρομή πού εκ των προτέρων γνώριζε. Σ΄αυτήν γνώρισε τον πρώτο ιδιοκτήτη, τον κάπτεν Πάφ. Έναν καθόλου ναυτικό και καθ’ όλα απρόβλεπτο κι ευχάριστο άνδρα.
«το νησί είναι μικρό κι η θάλασσα μεγάλη»
«ο παππούς μού ‘μαθε μόνο να ξεκινώ, να σταματώ, να στρίβω, να ψαρεύω»
«όλα στα μαθαίνουν οι επιβάτες κι οι διαδρομές»
Τέτοια φώναζε, γεμάτος ευθυμία σαν έβλεπε μπουρινάκι να ζυγώνει και χαμογελώντας, μού πάσερνε το πηδάλιο, δαγκώνοντας την σβηστή του πίπα.
Ο Παφ έδειχνε περισσότερο ενδιαφέρον για την καλή κατάσταση της βάρκας, παρά για τις φουρτούνες πού ηθελημένα και πανάκριβα διάβαινε, ικανοποιώντάς τους όλους.
«όπως πάντα, πάντα ό,τι κι ο πελάτης επιθυμώ»
Ο νέος ιδιοκτήτης είχε στη διάθεσή του ένα σκαρί από
«ξύλο, διαμάντια και σχοινιά, στην πένα ούλα»
Στην πρώτη του εγγραφή στο ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ είχε γράψει.
«Κατάφερα ν’ αποκτήσω επιτέλους την ΜΑΙΣΣΑ, αυτήν που πόθησα τρελά όταν ο κάπτεν Πάφ μού ζήτησε, στην τελευταία μας βόλτα εκείνου του καλοκαιριού, να κρατήσω το τιμόνι στην επιστροφή. Μεταφέραμε σφουγγάρια και πατάτες.
-Τι όνομα είν’ αυτό; ρώτησα.
Ο Παφ έλυνε κι έσφιγγε τα σχοινιά απ’ το φορτίο, η θάλασσα όλο και φούσκωνε, με κοιτούσε έντονα ευθεία στα μάτια χωρίς να μιλά.»
Ο νέος ιδιοκτήτης ξεφόρτωνε τις δερμάτινες αποσκευές τού μοναδικού του επιβάτη. Τις δικές μου.
«Αυγάτισαν για τα καλά πιά, τα πλεούμενα βλέπω, αλλά όποτε έρχομαι, πάντα ψάχνω το τρεχαντήρι του Παφ…» του είπα.
-Αλήθεια είναι, παραγίναμε πολλοί. Τον ήξερες;
«Τον είχα γνωρίσει, ναι. Και χωρίς να κάνει κάτι το ιδιαίτερο, μού έκανε αυτός ο άνθρωπος. Τι κάνει, πού είναι τώρα;»

-Πνίγηκε. Πάνε χρόνια.
«Πνίγηκε ο Παφ; Ατύχημα;»
-Δεν ξέρω. Μερικούς μήνες αφού μού είχε πουλήσει την ΜΑΓΙΣΣΑ, πεθύμησε τις διαδρομές και γύρισε πάλι πίσω. Αρχές χειμώνα…
«ΜΑΪΣΣΑ δε τόλεγε;»
-Θα σου πω. Ήρθε λοιπόν και με βρήκε για να του δώσω κάτι πού είχε ξεχάσει σε μια καβάντζα της πλώρης. Εκεί πού είχε τα σύνεργα ψαρικής και τ’ άδεια μπουκάλια τσίπουρου.
«τα φυλάω, είναι το ταχυδρομείο των ναυαγών»
«Τι είχε ξεχάσει;»
-Το ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ. Με βρήκε λοιπόν στον ΣΚΥΛΟ, το μικρό ουζάδικο στο μώλο και με ρώτησε αν το είχα κάπου κρατημένο. Τά ‘παμε, τά ‘πιαμε και κάποια στιγμή πετάχτηκα μέχρι την βάρκα για να του το φέρω. Είχε ψοφόκρυο, ψιλόβρεχε. Όταν γύρισα, άφαντος. Είχε πάει συντροφιά πληρώματος με κάτι παλιούς φίλους του ψαράδες ένα αγώι σφουγγάρια απέναντι.
«Αυτό το απέναντι του Παφ. Το θυμάμαι…»
«τ’ απέναντι δεν το φθάνουν τα χέρια, μονάχα ο Παφ κι ο νούς»
-Ναι, κάπου τόχω διαβάσει στο ΒΙΒΛΙΟ. Το απέναντι. Πνίγηκε. Είχε ζητήσει να τον δέσουν στο κατάρτι. Δεν ήξερε κολύμπι. Αυτά.
«Μάλιστα. Και τώρα εσύ έχεις την ΜΑΪΣΣΑ.»
-ΜΑΓΙΣΣΑ ήταν τ’ όνομα, αλλά είχε σβηστεί το Γάμμα. Ναι την έχω και δε ξέρω τι να την κάνω. Άλλα είχα στο μυαλό όταν την αγόρασα.
«Πάντως δεν ήταν μεγάλος…»
-Όχι.
«τα χρόνια μου τα κρύβω στις διαδρομές»
«Το έχεις;»
-Τόχω. Γράφω, με μολύβι πού και πού, μη και το χαλάσω. Αλλά πελάτες, επιβάτες και διαδρομές…Όλα πλέον μοιάζουν κι εγώ έχω βαρεθεί να μην μπορώ.
«Να μην μ π ο ρ ε ί ς;»

-Ναι. Να μην μπορώ να δω, ν’ αγγίξω, να γράψω στο ΒΙΒΛΙΟ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ για το απέναντι. Βαρέθηκα.
«Κατάλαβα. Μού την πουλάς; Η κόρη μου θέλει με κάτι ν’ ασχοληθεί και δεν ξέρει με τι.»
-Γράφει;
«Όλοι γράφουν.»
-Γυναίκα πάνω στην ΜΑΓΙΣΣΑ! Μπαινοβγαίνω σ’ ένα ασφαλές δίπορτο αλλά δε βγάζει πουθενά…Δηλώνω αυτούσιο θύμα συνθηκών και ψυχικής ισορροπίας. Ναι την πουλάω, τη θες;
«Μαζί και το βιβλίο.»
-Δε πάει έτσι. Τον τρόπο προς την θάλασσα. Αυτόν βαρέθηκα, αυτόν πουλάω.
«λέξεις και θάλασσα, δεν πωλούνται»
«Δικαίωμά σου, όμως τι θα την κάνεις, τώρα πού όλες τους μοιάζουν; Έλα.»
-Όχι θες;
«Ναι θέλω» και γέλασα.
-Εγώ όμως μ’ όχι την αγόρασα την ΜΑΓΙΣΣΑ. Όχι πολλά. Άκου τι γράφει ο Παφ στο ΒΙΒΛΙΟ…
«αγκύλωμα ενός επανάληψη πολλών
δοκιμάζεις με την ακραία περίπτωση πρώτα
μετά βρίσκεις εύκολα τον δρόμο
«πιστεύω θα βρω διέξοδο»
«θ’ αφήσω χάρτη πίσω μου»
τίποτε όμως δεν συμβαίνει πιά εδώ-τι άλλο να συμβεί
η γραμμή ζωής μια τελεία απ’ τον θάνατο‘’
«Μάλιστα με τη ΜΑΓΙΣΣΑ. Κράτα την λοιπόν φίλε μου. Τ’ όνομά σου;»
-Όλοι με φωνάζουν Πούφ.
«Από το Παφ;»
-Όχι. Απ’ το ούφ.
© γ-Μ _ 2017
*Ο παράγοντας γ στην ειδική θεωρία της σχετικότητας
**Ο Γιάννης Ε. Μανιάτης γεννήθηκε το 1963 στη Στουτγάρδη. Το 1981 φτιάχνει τους METRO DECAY, όπου συμμετέχει σαν ντράμερ και στιχουργός στον δίσκο «ΥΠΕΡΒΑΣΗ» το 1984. Το 1993 κυκλοφορεί σε αριθμημένα αντίτυπα την ποιητική συλλογή «ΤΑ ΜΙΑΦΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ». Ακολουθεί μια συλλογή αφηγημάτων με τίτλο «ΕΚΑΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΗΘΕΙΑ». Το 2016 κυκλοφορεί το «Ειπωτά Τυπωτά Τίποτα». Tο 2018 το ποιητικό αφήγημα Κυανής Άμμου Κύβος. Ζει στην Αττική. Διατηρεί το giannismaniaths.blogspot.gr