Κλείδωνες έξω απ’ τα δόντια σου το θάνατο όμως εκείνος οσμιζόταν όπως τα σκυλιά τις γωνιές του στόματός σου τριγύριζε με σίγουρο πόδι τα πρωινά σου βλέφαρα οι νεαρές σου αρθρώσεις κλαίγαν για ζωή και τα βουνά είχαν κάτι που θύμιζε πόλεμο
Κοίταξα τ’ αστέρι σου στον ουρανό περπατούσε όπως τα τσιγάρα των μεθυσμένων τη νύχτα
Σ’ έψαξα στα μάτια των παιδιών και σ’ είχαν ξεχάσει
*Από τη συλλογή “Ο κόκορας των θεμελίων”, Αθήνα, 1971.
το βουητό των φαρμάκων η αντανάκλαση του πόνου στον πόνο των άλλων το χέρι ως φλέβα κι η φλέβα ως αιωνιότητα ενός μικρού απειροελάχιστου εαυτού, κάτι σαν τρόμος καθώς η μέρα ξεκινά και πάλι και γω σκέφτομαι τι είναι αυτό που μένει πάντα πίσω
έπειτα σιωπή, ατέρμονη γλυκιά αφόρητη σιωπή, σκόνη πάνω στο φως
Αμέριμνα νησιά. Ήταν του καραβιού η άπαρση προλάβαν το παιδί και είχε στη σχολική του τσάντα α γνώστου προορισμού εισιτήριο. Προς άλλο νησί προς την ηπειρωτική Ελλάδα – μακριά από δω – το αποκληρωμένο το που δε θα παντρευτεί δε θα προσφέρει τσιρίδες δυνατές στο σπίτι προς χαράν των παππούδων. Η μάνα καραμούζα ούρλιαζε φέρτε τον γυρίστε τον μου πίσω και να η πεθερά που θα ‘χε καταγγείλει στις αρχές έστω κι ένα βιαστικό χαστούκι και να η αποθαλασσιά στων αδελφών του τα δωμάτια. Είχε πει κάλλιο στο βένθος των νερών να τον δει πάρα πολλών γενιών λογιστών τ’ όνομα να λερώσει. Εκεί στη σκουριασμένη δέστρα κάθισε τον κώλο του εκεί τον βρήκε ο πατέρας χίλιες υποσχέσεις για παράβλεψη. Έλα γύρνα στα τυροπιτάκια της μαμάς. Δε θα σε κρίνω μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι και μόνος να θυμάσαι θα πεθάνεις.
*Από τη συλλογή “Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι”, εκδόσεις θράκα, β΄ έκδοση, Ιανουάριος 2023.
ε! ποιητή! τόση ώρα σε παρατηρώ -κάτι τρέχει με σένα ε;- ίσως η νύχτα; οι μοναχικοί περίπατοι; οι μακρινές μελωδίες; ξεκίνα λοιπόν πες μου λίγη απ’ την ιστορία σου ποιητή! κλόουν του ανέφικτου
*
άγιοι
δε θα ξεχαστούν ποτέ τα λερωμένα όμορφα πρόσωπα τους οι γεμάτες αγωνία ματιές τα αιωρούμενα χέρια και οι φωνές τους καθώς καιγόντουσαν: «πάρτε μας γρήγορα από εδώ! Αυτός ο κόσμος είναι για τους πετυχημένους!»
Τα πουλιά έδωσαν την ημέρα λίγο προτού χαράξει και η είδηση ότι ξεκίνησε να κινείται ο κόσμος, από το σκοτάδι στο φως, κύκλωσε το τετραγωνισμένο πρωινό μετά τον ξένο ύπνο. Δεν αρχίζω για να επιθυμήσω αλλά για να διατηρήσω με στεφάνι την επιθυμία εκείνη. Η συνήθεια με συνδέει με τον κόσμο. Γράφοντας σε έναν φορητό υπολογιστή, από άλλα θρανία, παράθυρα, τοπία, νιώθω πως τελικά μπορώ κι εγώ να κουβαλάω εμένα, όταν δεν με χρειάζονται, για να αποδώσω το πένθος της πρώτης προσωπικής επιθυμίας.
*
ΟΙ ΦΩΝΕΣ ΕΚΕΙΝΕΣ
Όταν εκείνοι φεύγουν, τα δώρα σου επιστρέφονται, για να διαβάσεις ξανά τις λέξεις που τους αφιέρωσες. Όταν οι φωνές εκείνες ξαποσταίνουν κάπου στο μυαλό σου, στη λίμνη με τις αγριόχηνες, θυμάσαι τις αντιδράσεις τους, όσα δεν έρχονται μπροστά σου με ζέση, φλόγα, όρεξη. Εσύ είσαι τώρα το δώρο, το απόθεμα των λέξεων και ο βήχας, αυτό που μένει σε έναν κόσμο άδειο από την παρουσία τους. Πολλοί θα μεριμνήσουν για σοφίες· μαζί τους κι εγώ πρέπει να συμφωνήσω, όπως συνηθίζεται, αλλά έχει πλέον αλλάξει ο τρόπος να προκαλώ τα καλέσματα.
*Από τη συλλογή “Υδρούσα – Οφιούσα”, εκδ. Κέδρος 2021.
τραπεζοκαθίσματα ασφυκτικά γεμάτα οχλαγωγία για το θεαθήναι και στο βάθος της άπλετα φωταγωγημένης θέας οι πόλεμοι ξεφυτρώνουν ο ένας μετά τον άλλον τα διαλυμένα κράτη διαδέχονται το ένα μετά το άλλο στον βωμό των υπερδυνάμεων οι σφαγές αθώων οι βιασμοί τα μωρά έξω απο τις θερμοκοιτίδες να πεθαίνουν απο έλλειψη ηλεκτρικού κομμένα χέρια καμμένα πόδια
και είπαμε πως μετά το Άουσβιτς δεν θα ξαναϋπάρξει γενοκτονία!
Λιμνάζοντα ύδατα αφορμές συγκρούσεων στο επίπεδο μιας αδιαπραγμάτευτης υπερφίαλης εγωκεντρικότητας.
Προτάσεις για ανταλλαγή εκφράσεων κάτω από την σκέπη ανώριμων μελανιών. Εικονικές συχνότητες κυμάτων, μιας μαγεμένης παλίρροιας στοχασμών που διαπερνά νοητικά καλώδια, τεχνητής όσφρησης, μελαγχολικών φορτισμένων ψυχικά συναισθηματισμών και αντιλήψεων…
Όσοι γνωρίζουν να αναγνωρίζουν τις λέξεις δεν ντρέπονται να τις κοιτάξουν κατάματα, αφού ούτε οι ίδιες κολυμπούν σε ρηχά διανοούμενα ύδατα, ούτε όμως συνομιλούν σε εξοργιστικά υπόγεια ρεύματα και τρυφηλά σκαμπανεβάσματα σε πλοίο ποίησης που αγκυροβολεί σε στεριές πνευματικής σιωπής.
Οι σκέψεις τυραννιούνται την νύχτα, η αυπνία τους γίνεται σπόγγος φεγγαριού παλεύοντας με αστρικά ξίφη και ασπίδες τα ουράνια μαξιλάρια των ατίθασων συννεφιών.
Λιμνάζοντα μα εσωτερικά γαλήνια ποιητικά ύδατα, φράσεις και επιφωνήματα όντας αναψυκτικά ροφήματα κυλούν σαγηνευτικά στα χείλη των διψασμένων για αιώνια δροσιά χάρτινων σελίδων, έχοντας σκαρώσει λέξεις και σταυρωμένα επιρρήματα σε ολόκληρες επικεφαλίδες της σύγχρονης πληκτικής, άγευστης απορρέοντας ξύλινο λόγο γνώσης.
Τότε σαν από μηχανής Θεός έρχεται το φιλί το λυτρωτικό, καρδιακό της ποίησης για να λυτρώσει δισταγμούς, έγνοιες και ψυχαγωγούμενες οι σελίδες αναπλάθουν φωτεινά δίχως ρουτίνες και γκρίζα σπίτια ή μια γκρίζα γειτονιά ο έσω ψυχικός ήλιος λούζει με τις στιχουργικές του αχτίνες, δίνοντας νόημα αληθινό σε έναν κουρασμένο ταξιδιώτη τον πληθωρικό του “γίγνεσθαι”… ντουνιά!
είναι ένα φίδι κομμένο που μοιάζει με φυτό είναι φυτό που πέρασα για φίδι
Ένα απόγευμα οι φίλες μου σέρβιραν καφέ με τα ράμφη τους γερμένα στο παράθυρο
Είμαστε φως ή αυτό που το εμποδίζει; Η μητέρα προβάρει φούστα για παρέλαση “ Ένα παλιό θεατρικό.” λέει “ Κανένας λόγος ανησυχίας.”
Τις τίγρεις τις ταΐζουμε με μπιμπερό ρίχνουμε μια στάλα στον αγκώνα μας και προσπαθούμε να την γλείψουμε
στη θερμοκρασία θα φανεί η πιο ευλύγιστη αυτή που σπάει κόκαλο στην οδηγία το τσίρκο το επιλέξαμε για σπίτι κανείς δεν σε παρακολουθεί όταν μετακινείσαι διαρκώς
Διαλέγει αυτή με τη δαντέλα στο τελείωμα “Στο θέατρο φοράμε τα καλά μας.” λέει και στο χερούλι δένει μια τούφα από τα μαλλιά της να πάρω εγώ κληρονομιά, το ακροβατικό της κρέμασμα
Για τον πατέρα έβαλα μια καρέκλα δίπλα αν γυρίσει ανάποδα στον ύπνο του από τη μεριά της πλάτης δίπλα στο κρεβάτι του την έβαλα να μην πέσει και πεθάνει πιο νωρίς είναι άρρωστος ακόμη
“Μαζέψτε τα σκυλιά” φωνάζει “ Αυτές τις γριές απ’ το παράθυρο σκοτώστε.” Έχουμε μπει στη νύχτα, οι φίλες μoυ έχασαν τα ράμφη μεγάλωσαν ανθρώπινα ως γυναίκες
Κλείνω το φως να μην τις βλέπει και τα σκυλιά ταίζω με κονσέρβες
Πήρα το φυτό στο στήθος μου και ζωντανεύει φίδι ήδη γυμνή παρουσιάζω την πρώτη σκηνή της εκδίωξης Αυτή είναι η άγγελος που κλαίει στη μηλιά της
Για τις παραστάσεις που δίνω εσωτερικά δεν μιλάω σε κανέναν ρίχνω μηνύματα στη μέση μου, στο σπόνδυλο με το κενό για να θυμάμαι εγώ τις βασικές αρχές της ηδονής το χάδι και τον πόνο
*
περίπτωση εφημερίας
Ήταν το μισό της πρόσωπο από το κόκαλο φαγωμένο ένα μπλαβί ηλεκτρικό, ανάκατο στα είκοσί της χρόνια
“Όχι καθρέφτες παρακαλώ. Φτιάξτε με να πάω στη δουλειά να μην απολυθώ.”
και το δάχτυλο να τρέχει στη βελόνα να φτάσει πρώτο την τιμή να βγει διαβήτης νικητής παιδί ρισκάρει πήδημα και πέφτει
“ Όταν έφυγε είχε κρύο. Κρύο για εδώ και χιόνι. Η εποχή μου, γρύλισε. Άφησε τις ινσουλίνες. Πάω από εδώ.”