Κορνηλία Καδόγλου, Δύο ποιήματα

ΟΥΡΑΝΙΑ ΕΞΟΡΙΑ

Καταδικασμένοι να ζουν στην κόλαση
της ευφορίας και της απάτης
βυθίζονται όλο και περισσότερο
σε ένα αιώνιο σκότος

Έρεβος των αισθήσεων και των πολιτισμών
χωρίς όρια εκτροχιασμένοι
από την αρχέγονη φύση τους
και περιπλανημένοι εκπορνεύουν
την ευτυχία τους σε δεκάδες δαιμόνια,
αγγελικά πλασμένα δημιουργήματα
απάτης και κενότητας φθαρμένα από τον χρόνο.

Ψυχές περιπλανώμενες στο τίποτα
δέσμιες του φωτός,
διασπώνται σε πύρινες φλόγες
στην αναζήτηση του αδιαίρετου Έρωτα.

*


ΣΤΕΦΑΝΩΜΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Κι έτσι γύρισα το χρόνο πίσω
για να πάρω τον Έρωτα που μου χρωστάς
τα φιλιά, τα χάδια, τις αγκαλιές
που μοιράστηκαν άδικα σε ξένα χέρια

Γύρισα με τη δίψα στα χείλη
την παρόρμηση των κολασμένων
που τραγουδούν ακόμη
τον Έρωτα που ξοδεύτηκε σε ξένα κορμιά

Γύρισα όπως στο είχα υποσχεθεί
και ας πέρασαν χιλιάδες καλοκαίρια
σαν μπόρες μέσα απ’ τα μάτια σου,
χλωμά φθινόπωρα και μεθυσμένες γιορτές

Γύρισα και μαζί με μένα
γύρισε κι ο Έρωτας
με αγκάθινο στεφάνι.


*Από τη συλλογή, «Μόριμος, ο πένθιμος επισκέπτης του θέρους», εκδόσεις Φ. Χατζηπάντου.

Νίκος Καρούζος, Διάλογος Πρώτος

Σα να μην υπήρξαμε ποτέ κι όμως πονέσαμε απ᾿ τα βάθη.
Ούτε που μας δόθηκε μία εξήγηση
για το άρωμα των λουλουδιών τουλάχιστον.
Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει
χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα.
Και λέγαμε πως δεν έχει καιρό
η αγάπη να φανερωθεί ολόκληρη.
Μία μουσική
άξια των συγκινήσεών μας δεν ακούσαμε.
Βρεθήκαμε σ᾿ ένα διάλειμμα του κόσμου
ο σώζων εαυτόν σωθήτω.
Θα σωθούμε από μία γλυκύτητα
στεφανωμένη με αγκάθια.
Χαίρετε άνθη σιωπηλά
με των καλύκων την περισυλλογή
ο τρόμος εκλεπτύνεται στην καρδιά σας.
Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί
ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.
Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη
και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.
Ω θα γυρίσουμε στην ομορφιά
μία μέρα…
Με τη θυσία του γύρω φαινομένου
θα ανακαταλάβει, η ψυχή τη μοναξιά της.

*Από τη συλλογή “Διάλογοι”, 1956.

**Πηγή: https://www.apotipomata.com/

Έλενα Τουμαζή (Ρεμπελίνα), Δύο ποιήματα

ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΧΡΥΣΟΘΕΜΗΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΑΠΟΚΕΦΑΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ ΜΕΤΑ ΧΡΙΣΤΟΝ (1977)

Το σώμα μας ένα θέατρο μαυσωλείο σημάτων
Χρυσόθεμη
από δω και πέρα χωρίς μάνα
μικρό κορίτσι κουλό απ’ το δεξί
μπορούσα χωρίς
υπήρχε βέβαια η γιαγιά κι’ ο τροβαδούρος
φτάνουν ;
η επέμβαση
έγινε τα πράγματα
σκόρπισαν στο σταυροδρόμι το πλοίο
μπήκε ονειρευόμουνα
… για πάντα στο σκοινί του ακροβάτη
ενώ τα τραίνα πάνε
άσπρα και τρυφερά
στον πρώτο ήχο της αυγής έτοιμα
το κορμό μου
τι κρίμα να ξυπνάμε ένα πρωί
με μια εικόνα σφαγής μέσα στο κεφάλι!
… Τι να πρωτοθυμηθείς Χρυσόθεμη
την παράσταση επί του φέρετρου
τον πόλεμο
την προσφυγιά
Α όχι όχι
Η Quelle Bellina έρκεται,
… ήρθεν το τέλος εκείνου του μύθου που σας έλεγα
βομβάρδισαν τις πολυκατοικίες
εισήλθε ένα στοιχείο κόκκινο και άμορφο στο χώρο των γκρίζων κουτιών
η Αννόχωστος δεν είναι πια η ίδια
Να τους οι εξουδετερωμένοι
παρέα με τους μεγάλους μοναχικούς ποιητές
πορεύονται
έξω από τα τείχη και της δικής μας πόλης
ο Αττίλας ήρθε να «αποκαταστήσει την ανατραπείσα τάξη»
μονολογώντας ο γελωτοποιός
ο Τάκης ο Τρελλός
στην ταράτσα μιας κενής πολυκατοικίας
«Δεν με φτάνουν τ’ αλαφροπέτρινα φεγγάρια
η σκόνη τους γι’ αυτοκτονία
Ας τους να φύγουν
Καλύτερα ή πόλη έτσι άδεια
νεκρή
τα σπίτια μόνα ολομόναχα
σε ανύποπτο χρόνο του καρκινώματος

*

ΩΔΗ ΣΤΙΣ ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΕΣ

Σκυφτή γυναίκα καθαρίστρια των καφενείων
μέσα σ αναποδογυρισμένα τραπέζια
και σε σκόνες
Μόνη σου συντροφιά η τελευταία λάμπα
της περασμένης νύχτας
το τελευταίο αστέρι της αυγής
η ψυχή σου,
που τρεμοσβήνει
ετοιμάζοντας τις «καθαρές» ζωές
αυτών που έρχονται τη μέρα
η γρηά ρακοσυλλέκτις ένα τσουβάλι παραμορφωμένα κόκκαλα • οστεοπόρωσης
η νέα μόνη της μ ένα βυζί (το άλλο της το κόψανε)

*Από τη συλλογή “Λειτουργία του νεκρού παρόντος, Σχέδια και ποιήματα” 1974.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Μοναξιά 

Αν ενώσεις το βροχόνερο με το δάκρυ σου
το γέλιο σου με τον ήλιο
το σίφουνα, τον αγέρα με την ξεσηκωμένη αγανάκτησή σου.

Αν κλάψεις για τα παιδάκια με τις ρόδινες ανταύγειες
του δειλινού στο πρόσωπο, που πλαγιάζουν
με τα χεριά αδειανά, με τα πόδια γυμνά
θα βρεις τη μοναξιά σου.

Αν σκύψεις στους συνανθρώπους σου
μες στα αδιάφορα μάτια τους θα ‘ναι γραμμένη
απελπιστική, ολοκληρωτική η μοναξιά σου.

Κι αν πάλι τους δείξεις το δρόμο της δύναμης
και τους ξεφωνίσεις να πιστέψουν μόνο τον εαυτό τους
θα τους δώσεις μια πίκρα παραπάνω
γιατί δε θα το μπορούν, θα ‘ναι βαρύ γι’ αυτούς
και θα ‘ναι πάλι η μοναξιά σου.

Αν φωνάξεις την αγάπη σου
θα ‘ρθει πίσω άδεια, κούφια, η ίδια σου η φωνή
γιατί δεν είχε το κουράγιο να περάσει όλες
τις σφαλισμένες πόρτες, όλα τα κουρασμένα βήματα
όλους τους λασπωμένους δρόμους.
Θα γυρίσει πίσω η φωνή που την έστειλες τρεμάμενη
λαχταριστή, με άλλα λόγια που δεν την είχες προστάξει εσύ
τα λόγια της μοναξιάς σου.

Θεέ μου, τι θα γίνουμε;
Πώς θα πορευτούμε;
Πώς θα πιστέψουμε; Πώς θα ξεγελαστούμε;
Μ’ αυτή την αλλόκοτη φυγή των πραγμάτων
των ψυχών από δίπλα μας;

Ένας δρόμος υπάρχει, ένας τρόπος.
Μια θα ‘ναι η Νίκη:
αν πιστέψουμε, αν γίνουμε, αν πορευτούμε.
Μόνοι μας.

Δημήτρης Μιχελουδάκης, Δύο ποιήματα

ΑΡΥΘΜΗΣΙΜΟ

Στον Ηλία “Ελευθεριακό”

Το ποίημα δεν είναι η ευθεία που κοιτάς

ο βιογράφος τη ζωούλας σου

η λεκτική σου τσάρκα –

είναι τα πρέκια και των δύο

είν’ ένα ζάρι

φτιαγμένο από το κλείσιμο του ματιού στη

Νέκυα

γι’ αυτό ζαλίζει τα αριθμοκάγκελα

γι’ αυτό η αλλεργία στους σεμνολόγους

(και τα διαλεκτικά γρανάζια τους)

Κοίτα το πώς ξεφεύγει από τα παρακρατικά ελληνικά:

με δίχως υπάλληλο φως

με δίφραγκα όνειρα στην τσέπη

ψωνίζοντας αλήθειες από το θανατάδικο της γειτονιάς

μπορείς να γράψεις με μια σου μόνο φλέβα;

(αυτή του ρίγους λέω)

*

ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΝΥΣΤΕΡΙ

Είναι αυστηροί οι μέλλοντες
τιμωρούν όταν σπαταλάμε
ενεστώτες

Αυτός ο κόσμος είναι ένας κρουπιέρης
μας μαζεύει όλους
μας ανακατεύει
μας μοιράζει
όλοι έχουμε στόματα πάλι
ουράνιο τόξο κανείς

Αλλά η μνήμη
είναι μια σφιχτή χειραψία
όπως ο θάνατος

Κι έτσι κοψοχρονιά που έδωσα τα σύννεφα
δεν βρίσκω χειρολαβές
γι΄αυτόν τον κόσμο

*Από τη συλλογή “Συντηρητής ουράνιων τόξων”, εκδ. στίξις, Ιούλιος 2022.

Παύλος Γερένης (Pavlos Jerenis), Εισαγωγή στην Κατάλυση της Μορφής 

1

Τα σπίτια που υπήρχαν φύγανε
και βυθίστηκαν μέσα στη μνήμη στη σκηνή και στα πρό-
σωπά της.
Το λάδι που κοιτούσαμε χείμαρρος να κυλά και όσμιζόμα-
σταν μια ηδονή
το μετράμε με τους ζυγούς των φαρμακών σταγόνες.

Τα σπίτια που δεν χτίσαμε φύγαν.
Λες τώρα δεν μένει λύση άλλη
απόφαση ή πρόφαση ή άρση ή θέση.
Τώρα πού τα σπίτια έφυγαν — τότε μας φιλοξένησαν
δεν μένει άλλη λύση:
θα ανοίξω την πόρτα που σιγά σιγά
—χτίστης ο καιρός καλός και χαράκτης—
φόρεσε το ύφος του ναού των Μalatesta
με τα μάρμαρα τα χρωματιστά τα κοχύλια
τα κάνιστρα με τα φρούτα με τις ανάγλυφες του Αgostino
di Duccio
και τον εσταυρωμένο του Giotto που μας άφησε στο πέρα-
σμα του
—εδώ που χάσαν τη ζωή τους μερικοί Ελληνες—
και στα υψηλά περιστύλια προθήκες τα κόκαλα του Πλή-
θωνα του Γεμιστού. Ένα μοναστήρι μοναχών Φραγκισκανων πριν ο Leon Bat-
tista Alberti αναλάβει την ανοικοδόμηση.
Οι μηχανές του ολέθρου —βέβαια— ιεροσύλησαν στην οροφή
του θριάμβου της αγάπης του Sigismondo Pandolfo Mala-
testa και της Ιsotta
και στις ψυχές των Ελλήνων μερικών Ελλήνων
μερικών ανθρώπων.

2

H λευκόστηθη φόρεσε το μανδύα της αβύσσου.
H λευκόστηθος και λευκώλενος αυγή των ονείρων.
Οι κλώνοι των άδυτων αστερισμών στάζουν τα τριμμένα
ροδόφυλλα στην όραση και στην αναπνοή των ακροατών
και θεατών του συμποσίου του Ήλιογάβαλου
ο ήλιος διηγείται το μύθο του αέναου φωτός στους από δρε-
πανηφόρα άρματα ξεκοιλιασμένους νυχτοβάτες.

3

Ο ύπνος τα τείχη ύψωσε της μοναξιάς του
και η πολιτεία του αγάπες βυθισμένες στο διάστημα της
Ατλαντίδας
και η οικονομία του άνθη με παράξενα ονόματα
Αnisia Αnisita
σημεία γραμμένα στην απουσία με τη γύρη των στημόνων
που περιμένει με αγωνία τον κήρυκα να γονιμοποιηθεί — ας
είναι
ποιος θα μπορέσει να πει τα ίδια παραμύθια πριν τα μάτια
του αδειάσουν από φως
και η λαμπαδηφόρος πνοή του —κομήτης— τον ουρανό χα-
ράξει
πόσα βλέμματα θα χαϊδέψουν την πύρινη χήτη του πριν θε-
σμοποιηθεί στο άδυτο κενό
και τα παιδιά του, θα εύχονταν, να ανθίσουν παπαρούνες κά-
θε καιρό στης Άνοιξης το σώμα
και από εκεί κάθε καιρό να αποχαιρετιούνται.

*”Εισαγωγή στην Κατάλυση της Μορφής”, εκδ. “Γνώση”, 1981.

Πόλυ Μαμακάκη, Τρία ποιήματα 

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ

Διαδηλώσεις προσωπικές εντός των θεσμών
Ανάμεσα σε πανό μηχανάκια κόβουν δρόμο από τις ράμπες
των αναπήρων
Ανηφορίζω την 3ης Σεπτεμβρίου, ο Λουμίδης κλειστός
Μια φιγούρα με ψάθινο καπέλο παραμερίζει τις ταινίες σκυφτή
Τι να διεκδικήσουμε τώρα που απέμεινε μονάχα το δικαίωμα
των συναισθημάτων
Ο,τι ταρακούνησε την ψυχή Ιούλιο, Αύγουστο κ.ο.κ.
Θεμέλια σε σύνταγμα λειψό – ή ανεφάρμοστο
Δώρο θαύμα η εποχή που γεννήθηκε μεταξύ καλοκαιριού
και φθινοπώρου
Περπάτησα όλη την πόλη για να βρω μια σκιά, επιτέλους
κοντά σου

*

ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ

Άρχισα να ζητάω περισσότερο ύπνο
για να μπορείς να με ξυπνάς
ή να με βρίσκεις στο όνειρο
να με αγγίζεις στις Εννεάδες του Πλωτίνου
ποτέ δεν ντύθηκε ομορφότερη αποστολή η νύχτα
να προλάβει το άλλο πρωινό
ζάλη του φθινοπώρου στους αστραγάλους
ένας άντρας μου κρατάει το χέρι γερά

*

ΑΣΠΡΟΜΑΥΡΟ ΟΡΑΜΑ

Μέρα με τη μέρα με καλεί αυτό το ταξίδι
Από τότε που άφησες τη φωνή σου στις φλέβες μου
Βρύση ανοιχτή, να τρέχει μέχρι να με μουδιάσει
Έτσι βάλθηκα να χτίσω ένα δικό μου αεροδρόμιο
Για να μπορώ να είμαι σε λίγη ώρα εκεί
Φτάνοντας νωρίτερα κατά ένα λεπτό τη φορά
Ώσπου να μην περιμένεις καθόλου, αφού
Η ανάγκη για τον καινούριο έρωτα είναι πίστη στον παλιό*
Κι εκείνος με αγκάλιασε καθώς έφευγε σαν να ήξερε
πως ήμουν εγώ

*στίχος του Galway Kinnell από το ποίημα Wait

**Από τη συλλογή “Περίπατοι στον κήπο για δύο”, (poema..) εκδόσεις, 2013.

Joyce Mansour, Δύο ποιήματα

Egon Schiele, Double Self Portrait (1915)

ΝΑ ΒΛΕΠΕΙΣ

Να βλέπεις την καρδιά σου μεγαλόπρεπη από ευσέβεια
Ολολύζοντας μοναχική πνιγμένη στο ύπνο
το μόνο ευαίσθητο σημείο
μέσα στ’ ανούσιο από το πάχος κορμί σου
Να βλέπεις την καρδιά σου για να την ακούς καλύτερα
Να βλέπεις τις σκέψεις σου που φέρνουν γύρα
μες στα ταριχευμένα μάτια σου
θλιμμένες από τη μακριά μελαγχολία των αιώνων
Να βλέπεις τις σκέψεις σου για να τις μασάς καλύτερα
Να βλέπεις τους σπασμούς της συνείδησής σου
περιτυλιγμένους την τροφή
Να βλέπεις τον εγκέφαλό σου για να τον ακούς καλύτερα
Να βλέπεις μα να μην παρατηράς ποτέ σου

*

ΟΜΟΡΦΟ ΤΕΡΑΣ

Η αρρώστια μουστακιών π’ ανεμίζουν
με παραμονεύει
κάθε φρά που κάτω απ’ το τραπέζι
ξανασμίγουν τα μάτια μου
Το μακρύ μουσικό του χέρι
χώνεται ανάμεσα στα βυζιά μου
και μου σφίγγει το απόστημα
μέσα στ’ αυγό
Η μύτη μου στάζει σαν σωλήνας
τα μαλλιά μου πέφτουνε θλιμμένα
κι η δυσωδία των εθελοντικών εξευτελισμών
με βασανίζει
Οι γάμπες μου πετούν πιο ψηλά
ανοιχτά κοχύλια, λείες γούνες
προσκαλωτας τα τρυφερά στόματα
τα ψαλλίδια τους ιππόκαμπους σε αχόρταγα σφιξίματα
να μοιράσουνε τις ηδονές τους
τα χαμόγεά τους τα στολίδια τους
και τα μπιμπίκια της νεότητας
που πιάνουν έμπυο

*Από τη συλλογή “Όρνια”, Τυπογραφείο Κείμενα, Αθήνα 1987. Απόδοση: Ε. Κακναβάτος.

Γιάννης Πετράκης, από το ”Ηλιόλουστο Χάος”

ΤΟ ΑΡΤΥΜΑ

Το μυστικό του καλού βρίσκεται στην πρώτη ύλη, όμως το μυστικό του νόστιμου βρίσκεται στο άρτυμα. Δίχως λίγο χειμώνα στην αλατιέρα σου, πώς θα νοστιμίσεις τα καλοκαίρια σου;

*

ΜΕΡΙΔΙΟ

Ένας θάνατος σου αναλογεί, ό,τι κι αν κάνεις. Μην τον ζητήσεις πριν πεθάνεις.

*

ΣΙΣΥΦΕΙΑ ΜΟΙΡΑ

Με μια αξίνα στα χέρια ακούραστοι σκάβουν το σιδερένιο βουνό ν’ ανοίξουν δρόμο. Κι ας έχει δρόμους εκατό καλά περπατημένους. Αυτή θα ‘ναι πάντα η μοίρα των απροσκύνητων.

*

ΠΡΟΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

“Homo homini lupus”, προοικονόμησε ο 21ος αιώνας στις εξαγγελίες του, θέτοντας τον πύχη πολύ χαμηλά, και οι σκοτεινοί αιώνες του Μεσαίωνα χειροκρότησαν ενθουσιασμένοι την υπέροχη αυτή πρωτοβουλία.

*”Ηλιόλουστο Χάος”, ΑΩ Εκδόσεις, 2023.

Robert Frost, Looking For A  Sunset Bird In Winter /Ψάχνοντας για ένα πουλί του ηλιοβασιλέματος το χειμώνα


Art: Pollyanna Pickering

The west was getting out of gold,
The breath of air had died of cold,
When shoeing home across the white,
I thought I saw a bird alight.
In summer when I passed the place
I had to stop and lift my face;
A bird with an angelic gift
Was singing in it sweet and swift.
No bird was singing in it now.
A single leaf was on a bough,
And that was all there was to see
In going twice around the tree.
From my advantage on a hill
I judged that such a crystal chill
Was only adding frost to snow
As gilt to gold that wouldn’t show.
A brush had left a crooked stroke
Of what was either cloud or smoke
From north to south across the blue;
A piercing little star was through.

Η Δύση είχε ξεμείνει από χρυσό,
Η ανάσα του αέρα είχε πεθάνει από το κρύο,
Όταν γυρνούσα στο σπίτι με τα παπούτσια, πέρα από το λευκό,
νόμισα ότι είδα ένα πουλί να απογειώνεται.
Το καλοκαίρι όταν περνούσα από το μέρος
έπρεπε να σταματήσω και να σηκώσω το πρόσωπό μου,
Ένα πουλί με αγγελικό χάρισμα
Τραγουδούσε γλυκά και γρήγορα.
Κανένα πουλί δεν τραγουδούσε τώρα.
Ένα μόνο φύλλο ήταν σε ένα κλαδί,
Και αυτό ήταν το μόνο που μπορούσα να δω
γυρνώντας δύο φορές γύρω από το δέντρο.
Από το πλεονέκτημά μου στο λόφο
έκρινα ότι μια τέτοια κρυστάλλινη παγωνιά
ήταν μόνο η προσθήκη παγετού στο χιόνι
Όπως το χρυσάφι στο χρυσό που δεν φαινόταν.
Ένα πινέλο είχε αφήσει μια στραβή πινελιά
από κάτι που ήταν είτε σύννεφο είτε καπνός
από το βορρά προς το νότο σε όλο το γαλάζιο,
Ένα διαπεραστικό αστέρι ήταν μέσα.

*Απόδοση: Δ.Τ.