Σεβαστή Τρουμπέτα, dromalí


Φωτογραφία: Iannis Kalogeropoulos

ΞΕΠΡΟΒΟΔΙΣΜΑ

Γυροφέρνουν χρόνια τώρα
κι είπα να τα μαζέψω
ένα μπουκέτο ξεβράκωτα όνειρα.
Και αφού ανταλλάξαμε μηνύματα κι αστεία,
τα στέλνω ν’ αλητέψουν πάλι,
να βρουν τον τόπο τους
στις ρωγμές νοικοκυρεμένων ζωών.
Ξέρουν αυτά τι να κάνουν.
Κλείνουν κι ανοίγουνε ρωγμές.

*

ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗ ΛΕΣΒΟ

Ξυπνήστε νοικοκυραίοι – Πεθαίνω!
είχαν χαράξει στον τοίχο.
Δίπλα η ζωγραφιά ενός τρωκτικού
καραδοκεί να τρυπώσει στο ζωγραφισμένο παράθυρο.
Πιο δίπλα σώματα
ακουμπισμένα στη λάσπη του δρόμου
δεν έχουν γίνει ακόμα ζωγραφιές.
Ξεκουράζονται, αργοπεθαίνουν ή αργογεννιούνται
σαν άνθρωποι που βγήκαν από ναυάγιο.
Σαν ναυάγια που στοιχειώσανε τη στεριά.

*

DROMALI

Ο νους είναι που φεύγει.
Τον βρίσκω πότε να πλανιέται,
πότε ν’ ακροβατεί
και πάλι να επιστρέφει με την επιθυμία να κουρνιάσει.
Αντλεί προμήθειες σε κάποια σύντομα διαλείμματα
μέχρι να φύγει πάλι,
ακολουθώντας την πορεία που χαράζει
η πιο υπαρκτή αυταπάτη μου: το λάγνο κάλεσμα του δρόμου.

*

ΑΠΟΔΡΑΣΗ

Φαλτσέτα ανάμεσα στα μάτια σου
το χαμόγελό μου
να κατουράει αίμα,
μην και ξεπλύνει την αυταπάτη της γαλήνιας ζωής
που λίμνασε
στα νερά ενός βάλτου που γλυκά σαπίζει.

*Τα τέσσερα παραπάνω ποιήματα είναι από την πρώτη ποιητική συλλογή της Σεβαστής Τρουμπέτα που κυκλοφόρησε με τον τίτλο dromalí («η οδοιπόρος» στα ρομανές) από τις εκδόσεις η βαλίτσα τον Οκτώβριο του 2023.
Η Σεβαστή Τρουμπέτα ζει στο Βερολίνο, είναι κοινωνιολόγος και καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Hochschule Magdeburg-Stendal, με γνωστικό αντικείμενο Παιδική Ηλικία και Μετανάστευση. Το συγγραφικό της έργο περιλαμβάνει μονογραφίες, άρθρα και επιμέλεια συλλογικών τόμων σε θέματα σχετικά με τη μετανάστευση, τις μειονότητες, τα σύνορα, τον ρατσισμό, τη βιοπολιτική κ.ά. Ασχολείται ερασιτεχνικά με το θέατρο.

**Από εδώ: https://logotexnia21.blogspot.com/2023/10/dromali.html?fbclid=IwAR1OeAyWETKtlwKfpGUWwLT2wjUD9bjiE4KDVerBcAw_blb6RVRVWbU9Dcc

Τάσος Δενέγρης, Αντίστροφη μέτρηση

Όμως το χόρτο
Θα τιμωρήσει εκείνον που το διάστρεψε,
Το ζώο με τις τοξίνες του θα πλήξει
Τον καταναλωτή
Και τα καμένα δάση
Θα ’ρθουν και θα σας κόψουν
Την αναπνοή.
Κι εσείς ανύποπτοι
Στα κινητά σιδερικά σας.

26 Αυγούστου 1979

*Από τη συλλογή “Ακαριαία”, εκδ. Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1985.

Γιάννης Μανιάτης, Έμπα Εξόδου Εντός

Όπως σε χωνί χιόνι, ως λευκά βωβά πέρασαν χρόνια τόσα ιδιωτικά. Γωνίες γεμάτα γοητείες, ικανά πια βυθίσουν ό,τι πιο αμφιβολίας εις πυθμένα του όλα Τώρα. Τηλεφώνησα. Επέλεξα προβώ σε κάτι απροσδόκητο. Επέλεξα το απροσδόκητο να είσαι εσύ.
Μ’ ακούς; Γελάς ακόμη; Μπορείς; Κι εγώ, συμπληρώνω, δεν έπαψα να μπορώ γελώ … ίσως μάθαμε και οι δυο τον χορό μαρς στην πορεία ενός τόσο έκλυτου βίου… ίσως εκείνη η αρχικά συγχρονισμένη μας ταύτιση με το κέφι, εκείνη να πάτησε την απάντηση στο κάλεσμά σου, απαντάς σεμνά, σχεδόν σοβαρά.

  • Οπότε κουνιέται η κουβέντα, για πες. Υγεία και Κυρία καλά;
  • Τα δυο μας απαλά σε μια ήπια κατάθλιψη. Χάπι επάνω στο ψυγείο. Χάπι εντός λουτρού. Αλλά καλά. Οι γάτες γνωστά, μάσα και νύστα. Εσύ τους μετράς; Κάθησα μέτρησα τους μέχρι τώρα νεκρούς φίλους… πόσοι λες; 14! Άντρες – Γυναίκες.
  • Ναι ε; ποιοι δηλαδή;
  • Δεν θυμάμαι όνομα ουδέν. Τα ‘χω σβησμένα. Πες κάποιο γκρουπ εποχής και θα θυμηθώ.
  • Με δουλεύεις;
  • Καθόλου φίλε, τα χάπια είναι γόμα. Τι νόμισες… άσε τα νυχτικά σου ρομαντικά τώρα, για πες θυμάσαι τότε τις πεζοπορίες μας στην ολόφωτη Πατησίων ίσα πέρα μέχρι την Αλεξάνδρας, Εξάρχεια μέσα μετά, ίσα πάνω Κολωνάκι… Τσάρκες τάχα για μικροκλοπές …μινιατούρες αυτοκινήτων διπλοκλειδωμένες, άπιαστες στην Σκουφά κάπου γωνία θυμάσαι. Με άδεια χέρια πάντοτε, άφραγκοι, αποκαμωμένοι. Στάση κλασικά στα σκαλιά πολυκατοικίας ενός. Λόγια γέλια πειράγματα…
  • Ναι βέβαια, το μετεφηβικό δώμα των τελικών χαρακτήρων μας …
  • Πες το όπως θες ποιητά. Γι αυτό όμως απάντησα να ξέρεις, για τα παλιά. Με θες και κάτι άλλο;
  • Όχι μωρέ! Ζωές συμπίπτουν. Ζωές αποκόπτονται. Σκάφθηκα απλώς απροσδόκητα. Μηχανικά. Από τους τότε τόσους και τόσους είμαστε πια μόνον οι δυο. Σωστά;
  • Ορθά, ευθέως και πλαγίως. Λοιπόν. Σκασ’ το!!
  • Να, γελάω με ήχο καμιά φορά όταν τα σκέφτομαι όλα αυτά τα εκείνα. Τόση προσήλωση σε μια χρυσή αθώα αλητεία. Τι περιστατικά, εικονικές αυτοκτονίες, δακρύων διωγμοί. Μάγμα αγαλμάτων στα πάρκα. Πάρτι, σαλόνι, κουζίνα, μπάνιο. Παλτά στο Διπλό. Εραστές με πικάπ προστασίες. Ευθύνες ξενοιασιάς ρουτίνες κουπιά, ριπές ονείρων. Τα μωβ λάμπουν πλάι στα σκοτεινά, θυμάσαι; Στέκια παντού Τέντες μπαρ γειτονιάς κι εσύ πάντοτε ο θλιμμένος κλόουν … πνιγμένος στην κοδείνη των σιροπιών βήχα και στις ζεστές μπύρες του θλιμμένου ούζου.
    Να ρε, γελάω με ήχο ξανά … ‘συ να κλαίς στην αρχή και το τέλος – κάθε μα κάθε – βραδιάς. Να ξερνάς όσο οι άλλοι χορεύουν χουφτώματα φιλιά. Ο Μονήρης Ρωμαίος τού Σέξπυρ. Ωμό καβλόσπυρο ενοχών και οικογενειακής διαταραχής. Τα περνούσα αψηφητά, πάντα ήσουν ο γελαστός, συμπαθής, οξύνους ψίθυρος…
  • Πες με όπως θες. Πέρασε ο καιρός. Με προσπέρασα. Έσχισα τα Χίτλερ. Κάπα κάπα ψηφίζω τώρα. Ξεστραβώθηκα, από λαβυρίνθους γλύτωσα. Λαβώθηκα βέβαια, ακόμη κρυφοπίνω κανένα ζεστό δηλητήριο αλλά μέχρις εκεί. Ίσα να σταθώ… τζουρίτσες.
    «Πάνε τα πετάγματα, τα ανοίγματα και τα
    χάη αυλαίας χωρατά.
    Πάνε οπίσω μου βαθιά για βαθιά»
    Ρε Μανία Της, μήπως και γράφεις τίποτα νέο και ψαρεύεις υλικό, παλιολουκουμά; Τέτοιος πάντα, κρυψίνους λωποδύτης ψυχών. Λέγε, ετοιμάζεις κάτι μ’ όλα αυτά τα φαιδρά πού αδρά ενθυμούμαι – αλήθεια αδρά; Τολμάς να σκαλίζεις σκατά; Λέγε – Πες μου πως τολμάς.
  • Θα σού πω. Όταν η τελεία με κλειδώσει έξω από την Ιστορία, όταν μετά την υπογραφή … θα σού πω :
    «μπες εξόδου εντός»
    [πρόγευση του επικείμενου]
    Α ν α β ο ή

© γ-Μ
_ορμής Αρμοί

                                                                                       __2023

Κώστας Πάτσης, από το “Οι δύο σκύλοι κάτω από το μαξιλάρι μου”

5.

Μονόλιθοι σκεπάζουν όλες τις εκπλήξεις της γης και ο ουρανός είναι γκρίζος και δεν μιλάει σε κανέναν.

Τα δοξάρια γίνονται πολλά και στην τριβή τους με τις χορδές βγάζουν σπινθήρες δίχως μνήμη.

Στον αδειανό ρυθμό της πόρτας σηκώνεται βαριά η περιπέτεια της σκόνης.

Φεύγω από το ένα δωμάτιο του σπιτιού και μπαίνω στο άλλο. Σέρνοντας το βήμα μου φτάνω στο ασθενικό δάσος του δωματίου και σαστισμένος κοιτάζω τα πουλιά που λιώνουν…

Εκεί, σε αυτό το δάσος διαλέγουν να λιώνουν τα πουλιά.

Εκεί κι εγώ ανάμεσα στα πένθιμα καχεκτικά δένδρα περπατάω αργός άνθρωπος δίχως όψη και όνομα…

Τελικά βάζω να παίξουν οι Genesis στο πικάπ και τους ακούω σαν γυμνό καλώδιο.

*

14

Το σπίτι μου στο Λίνκουιτς πριν φορέσει τις γεναιόδωρες αρκούδες του είναι δύο βραστά αυγά δίχως αλεξικέραυνο.

Με χάρη στριγγλιές δυσλεκτικών παιδιών τρυπούν τα κλειστά παράθυρά του ανοίγοντας απροσέγγιστες διώρυγες.

Το σώμα είναι τα κόκαλα όταν αλλάζουν βλέμμα.

Το περπάτημα είναι η κίνηση των ποδιών καθώς συγκρούονται μ’ ένα χαμηλό φρένο από τσάι.

Η νύχτα είναι το δάσος από φυστίκια υπερήρωες.

Επικοί αποπροσανατολισμοί αυλακώνουν το κούτελό μου.

Το σάλιο στη γλώσσα μου γίνεται αργό, και ακριβώς δίπλα μου ο καπετάνιος με την μπιφτέκι καρδιά χρωματίζει και διευθετεί με παγκόσμιο ηλεκτρισμό όλα τα ξέμπαρκα αυτού του κόσμου.

Δεν είναι που τα μπούτια της πουτάνας γέμισαν ομιλητικά σπυράκια.

Δεν είναι που το σκηνικό μετατοπίζεται και το σπίτι μου στο Λίνκουιτς και όλες οι ανακρίβειές του πάνε πιο πέρα.

Είναι που τελικά μεσάνυχτα αποδώ και αποκεί το φύλλωμα του ηλιακού σκορπιού πλένει όπως Χριστός τα πόδια μου και πάλι.

*“Οι δύο σκύλοι κάτω από το μαξιλάρι μου (Η ιστορία με λόγια και χωρίς λόγια)”, εκδ. Φαρφουλάς, 2023.

Γιάννης Τόλιας, Τρία ποιήματα

ΣΙΩΠΗΡΟΣ ΓΟΝΟΣ ΙΙ

Τι είναι οι λέξεις μου
χωρίς εσένα

και πώς να φανταστώ

χωρίς τις λέξεις σου
εσένα

τώρα που η σιωπή
έγινε συνάντηση

*

ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΤΡΕΝΩΝ

Πέρναγε σπασμένος
ο ανοιξιάτικος αέρας
από τα παράθυρα
των τραίνων

Χτυπούσαν
της σκουριάς
τα μέταλλα
σήμαντρα ραγισμένα

Σε κάθε άφιξη της φθοράς.

*

ΣΚΟΤΑΔΙ

Το σκοτάδι είναι μαγικό

Αναγκάζει και το πιο ανεπαίσθητο εχθρικό φως
να αποκαλύψει χωρίς τη θέλησή του
τις ανυπέρβλητες κινήσεις των σκιών

Αδιαπέραστη η ασπίδα
του σκοταδιού
που προστατεύει τα ανείπωτα

Ψηλαφίζεις το σκοτάδι
και νιώθεις την ανταπόδοση
της πιο μεθυσμένης επιθυμίας.

*Από τη συλλογή “Πανδημία Λήθης”, εκδ. Πάτρα, 2021.

Manolis Aligizakis, Violent

In the silence of night, violent
thunderclap derails your thought
yet calls you over one
mountain range after another
searching for your red lantern
if to find the path you missed
somewhere farther back
under banality pleats
yet if you start your sweet melody
in a duo with the chickadee’s
if you start your song again
perhaps this time
you will be able to complete
composing the sonata, the finale
and stop your furious flight

*From “Wheat Ears – Selected Poems”. Taken from here: https://authormanolis.wordpress.com/2023/12/19/wheat-ears-selected-poems-115/

Αχιλλέας Σύρμος, Α-πότης νερού

Μην πίνετε νερό μην πίνετε νερό διαλαλούσε
χωρίς εκείνη τη μαγκιόρικη βραχνάδα
κράχτη του σιναφιού
ένας λαϊκοπωλητής το πρωί
στη μαναβική της Ξηροκρήνης

Πιείτε καλύτερα χυμό
πορτοκάλι τζάμπα πράμα
το κιλό πενήντα λεπτά

Μην πίνεις νερό μην πίνεις νερό
γράφει κάπου στην Άμωμο σύλληψη
σ’ έναν από τους σουρεαλιστικούς του αφορισμούς
ο Αντρέ Μπρετόν

Ήταν άραγε και τότε
τόσο φθηνά
τα πορτοκάλια;

Αντώνης Αντωνάκος, Εγώ, η Παλαιστίνη

Είμαι η δούλα που κλείδωσαν στο υπόγειο της ανατολής. Λυπημένη, φορτωμένη, καταβεβλημένη.

Κοιτάζω απ’ τα παράθυρα τα συντρίμμια και το χαμό. Δεν φωνάζω πια, ούτε κραυγάζω για βοήθεια. Δεν ακούει κανείς κι όσοι ακούνε είναι μακριά κι η φωνή φτάνει πάντα λειψή κι αδύναμη.

Είμαι αυτή η δούλα που συνεχίζει να ζει πέρα απ’ τον καιρό της, μέσα στην άχρονη σφαίρα της ταπείνωσης, νοιώθοντας τα πάντα και μη ανταποδίδοντας τίποτε.

Ένας άνθρωπος από καιρό αποσυρμένος από την κυκλοφορία. Επιβιώνω και υπάρχω μόνο στη μορφή του αξιολύπητου.

Άκου, μιλάει η σκιά. Είμαι μια βαριά σκιά. Η σκιά σέρνεται. Η σκιά πονάει.

Είμαι παραλυμένη. Καμιά ελπίδα δεν συμμερίζομαι.

Φυλάνε με όπλα τους εκκλησιαζόμενους, τους γαμπρούς, τη γιορτή κάτω απ’ τις κραυγές μου, το μεγάλο ηχητικό κύμα του ονόματός σου Ισραήλ.

Εβδομήντα χρόνια δεν είμαι γυναίκα. Δεν είμαι άνθρωπος.

Τα σημάδια της καλοσύνης, της ευσπλαχνίας, της αφοσίωσης ερμηνεύονται μέσα στο φόβο σαν ατιμίες. Σαν πρελούντια κάποιας φοβερής κατάληξης, σαν επιτηδεύματα της κακίας.

Εσείς οι καθαροί κι εμείς οι ακάθαρτοι. Τα ζώα που ξεσκατίζουν τα κιμπούτς, που στρώνουν πίσσα την έρημο για να τρέξουν εκεί τα τρελά ατίθασα λαίμαργα λεφτά.

Ναι Ισραηλίτη, εραστή του διώκτη σου, προχώρα μπροστά. Μπορείς να με απεχθάνεσαι. Κοίτα, σου φέρνω δώρα, σου φέρνω τις πιο ευτυχισμένες μου στιγμές, τις χειρότερες ταπεινώσεις μου, τις οδύνες, τις ορέξεις μου και τις κατάρες μου.

Ναι είμαι εξαϋλωμένη, νευρική, σκοτεινή, κούφια, κοιλιόμορφη, φλογοβολούσα, εκστατική, αχρεία, γυμνή, πληγωμένη, ατσάλινη, γόνιμη, αγονιμοποίητη.

Πρέπει να εξαφανιστεί η μήτρα μου. Η κοιλιά που γεννά όλους αυτούς τους θυμωμένους άντρες. Η κοιλιά που είναι γόνιμη.

Πρέπει να με ξεκοιλιάσετε με το σταυρό που κάνατε ξίφος, να βάλετε τους ραβίνους σας να με βιάσουν μέχρι θανάτου.

Πρέπει να μας κάψετε, να γίνουμε στάχτη, να ερεθιστείτε με τη χαρά του δικού μας ολοκαυτώματος.

Είμαι εδώ και περιμένω. Περιμένω να περάσει το Σάββατο, η αργία του θεού, για να βγείτε και να με σφάξετε.

Βλέπω τα παιδιά του ταγματασφαλίτη και του τσολιά να έχουν κρεμάσει τη σημαία σας στα μπαλκόνια. Μετά τον αγκυλωτό σταυρό το αγκυλωτό αστέρι.

Μυρίζω τα πτώματα.

Μυρίζω τον ιμπεριαλισμό και την κυριαρχία.

Μυρίζω τα βομβαρδισμένα κοτέτσια και χοιροστάσια.

Μυρίζω την τελική λύση.

Μυρίζω την πείνα και τις μύγες πάνω στην ανοιχτή πληγή.

Περιμένω τις καινούργιες οβίδες σας, τις καινούργιες γαλλικές σας χειροβομβίδες, τα καινούργια αμερικάνικα αέρια σαν αυτά που καθαρίσανε το Βιετνάμ. Όλα φτιαγμένα από τίμια εργατικά χέρια.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://dromos.wordpress.com/2023/10/14/%ce%b5%ce%b3%cf%8e-%ce%b7-%cf%80%ce%b1%ce%bb%ce%b1%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%af%ce%bd%ce%b7/

Διομήδης Βλάχος (1953-2004), Τρία ποιήματα 

ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΣ

Εσύ λοιπόν τραβάς τη στράτα σου.
Οι γάντζοι του ρεσάλτου σαπισμένοι χρόνια
και σκόρπισαν στο πρώτο τράνταγμα.
Φεύγεις με το νου σου τυλιγμένο στις αιθάλες
κ’ είσαι πια στην αυλή του αυτοκράτορα
αντάμα με τους αυλοκόλακες
κ’ εγώ ξανά με γρανιτένια σάνταλα
σα χέλι φωσφορίζον στο βυθό
τεντώνω το κεφάλι περισκόπιο
για ν’ αγναντέψω μιαν ιδέα θάλασσα.
Εσύ, ένας γυρολόγος ένας πραματευτής
πού άνοιξες την κασέλα της μάνας
και ξεπουλάς τα μεσοφόρια της
όπως τότε χαράματα στο Λαζαρέτο
τραβώντας το μοχλό της γκιλοτίνας
τώρα σεγγούνια χρυσοκέντητα, υποκλίσεις
κι άλλα τέτοια της παρακμής
κ’ εγώ γυμνός στο πόστο μου
να κράζω τις Ερινύες χρόνια
και να τους δείχνω το μητροφόνο στιλέτο του Ορέστη
το σώμα του εγκλήματος.

*

ΤΥΦΛΟΣ ΜΑΝΤΗΣ

Πορεία στον Τροπικό του Καρκίνου
κι αναζητάς τη φωνή σου
πού σκόρπισε ηφαιστιογενής τέφρα
να τη σέρνουνε τσακίδια οι τέσσερις άνεμοι.
Πού είναι τώρα τα φωνήεντα της δικαιοσύνη
και σε ποιο τέλμα βούλιαξε
η πατημασιά απ’ το πέταλο σου; Ήσουνα της γενιάς μου η γαλαζόπετρα
τ’ αστραφτερό σπαθί
τώρα συρρικνωμένο μέσα στο θηκάρι του
κι ο χτεσινός δρόμος που μέχρι δω
μας έφερε γυμνούς σαν τους πρωτόπλαστους.

Ποιος είδε καλοκαιριάτικα τ’ απομεσήμερο
να πηγαίνει ο βρικόλακας του Τειρεσία
ανεβαίνοντας τα σοκάκια της Θήβας χαρούμενος
σίγουρος πως επαληθεύτηκε η προφητεία του
μη μπορώντας να δει την παραχάραξη του τοπίου
εβγήκε γελασμένος
καθότι, τυφλός ο γέροντας ετούτος.
Μόνο τους θρήνους άκουγε
καθώς στα χέρια των νυχτόβιων
εσπάραζε φριχτά παραμορφωμένο
το ωραίο κεφάλι του Μακρυγιάννη.

*

ΤΗΝ ΩΡΑ ΑΥΤΗ

Την ώρα που η νύχτα
τροχίζει, τα μαχαίρια της
την ώρα που ανύποπτοι μες στο γαλάζιο
οι ελαιώνες αρμενίζουν

την ώρα αυτή
πέρα στο διάζωμα της θάλασσας
φυσάει άνεμος δυτικός
κι αθόρυβα τα οχηματαγωγά
αδειάζουνε τους φοβερούς μισθοφόρους τους.

*Από τη συλλογή “Σχιστόλιθοι”, Τυπογραφείο Κείμενα, Αθήνα 1984.

Βερονίκη Δαλακούρα, Τρία ποιήματα

STRADA

Σαρανταέξι μέρες ένα ταξίδι ατέλειωτο
Μα χάρηκα
Βλέποντας τον Ιωσήφ στην αποβάθρα
Με τα μαλλιά στο χέρι
και τα μάτια στην καρδιά
Χωρίς τις πυραμίδες του
Στους ώμους.
Τόσο βαριές στ’ αλήθεια
Για ώμους φτιαγμένους
Από ουτοπίες

*Aπό την Ανθολογία “Ποίηση ’67-’72”.

*

ΟΧΙ

Βρέχει, βρέχει αδιάκοπα, κι ο φόβος των ανθρώπων
εισδύει στο βασίλειο του φωτός.
Ό,τι άρχισε με θαυμασμό τελειώνει με τρόμο.
Πόσες αναμνήσεις κρατά αυτός ο εύφορος κήπος!
Το χιόνι λιώνει, μα από την γκρίζα επιφάνεια των
βράχων, που την καλύπτει στάχτη, δεν τρέχει νερό:
μόρια σκόνης αιωρούνται σε μια ομίχλη γιορταστική.
Όλο κι απομακρύνομαι, Θεέ μου, από τη λάμψη
τούτης της νύχτας.

*Από τη συλλογή “Μέρες Ηδονής”, εκδ. Φόρμα, 1990.

*

ΠΑΙΖΩ ΚΑΙ ΧΑΝΩ

Κάτω από το φως της σεληνιακής νύχτας ένας σκυφτός και σιωπηλός
άντρας ρίχνει τα χαρτιά. Το πρόσωπό του έχει την επίμονη έκφραση
του παίκτη, αυτός, όμως, χαμένος μες στους υπολογισμούς, συλλογίζεται
με τη μεγαλύτερη διακριτικότητα την ημέρα.
Είναι η ωριμότητα ή η σύμπτωση που με σπρώχνει κοντά του, όση ώρα
διαρκεί ο περίπατος στα βάθη της πόλης που του ανήκει;
Σκόρπιες λέξεις, παραβιάσεις, τραντάγματα καρδιάς, μια γενικότερη
αταξία, κι Εκείνη, που άξεστη και θλιβερή, χτυπώντας με στο πρόσωπο,
δαγκώνει τα χείλη μου αναζητώντας τι;
«Μητέρα», ψελλίζω κατάκοπη, «δεν φταίω εγώ αν χάθηκα σε κόκκινη
ομίχλη. Δες!»
Αυθυπαρξία μοναδική.

*Από τη συλλογή “Άγρια Αγγελική Φωτιά”, εκδ. Άγρα.