Γενικευμένη θλίψη
ο κόσμος είναι σκληρός
και ο καθημερινός αγώνας
συντρίβει τις υπάρξεις
ο καθένας
τραβά το δρόμο του
άλλοι στη θρησκεία
άλλοι στα κόμματα
και οι πιο άτυχοι
στο πιοτό
και στη σεξομανία
τέλος υπάρχουν
και αυτοί
που επιλέγουν
την ελευθερία
μα ο αγώνας γι΄αυτούς
είναι πιο δύσκολος
το να παίρνεις αποφάσεις
για τη ζωή σου
χωρίς έτοιμες συνταγές
που σου σερβίρουν άλλοι.
Νίκος Σφαμένος, Εκ βαθέων
πως μπορεί
κάποτε ξεκίνησες με τόσα
όνειρα
άλλος αέρας φύσαγε στο
μέτωπο σου
πως μπορεί μικρέ μου
φίλε
ανακάλυψες τη ποίηση
μοίρασες τις λέξεις σου
και κανείς δεν τις άκουσε
τόσα χαμένα βράδια
πες μου μόνο γιατί
έγιναν όλα αυτά
γιατί έχασες έτσι
το καιρό σου
δεν περίμενες ποτέ
αυτό το μακρύ χειμώνα
ούτε τόσο πάγο
γείρε στο πλάι μου
και πες μου για τα χαμένα σου
όνειρα
πες μου γιατί αγάπησες τόσο τούτο το ταξίδι
όμως ίσως σε περιμένει μια νέα
άγνωστη πολιτεία
εκεί στην άκρη
ε
παράτα τις λέξεις σου
όσο είναι καιρός
άκουσε με
άνοιξε τα κλειστά σου παράθυρα
βρες δροσιά
και ξέχνα τις λέξεις
ξέχνα τες
όσο είναι καιρός
*Από τη συλλογή “Ανθισμένες νύχτες”.
Ειρηναίος Μαράκης, Παλαιστίνη, Μέρες του 2023 μ.Χ.
Άγγιξέ με,
ψηλά στο μέτωπο
εκεί που μια τρύπα άνοιξε
η σφαίρα
από το όπλο του στρατιώτη
που βρισκόταν σε… αυτοάμυνα.
Το αίμα έχει πια στεγνώσει
τα δάκρυα το ίδιο
σημάδι άφησαν
στο σκονισμένο μου πρόσωπο.
Άγγιξέ με,
ψηλά στο μέτωπο
εκεί που η κάννη του όπλου
σκότωσε τα όνειρα μου
για μια ελεύθερη ζωή,
παππού και γιαγιά, μην κλαίτε
έρχομαι,
μαζί θα κοιμηθούμε άποψε
αγκαλιά όπως και πρώτα
στην ουράνια Παλαιστίνη.
10/11/2023
Αλέξης Τραϊανός, Βράδια που ήρθα κι έφυγα
Από ‘να απόγευμα κοίταζα τη ζωή
Με αέρα και νύχτα
∆ρόμους κι εμένα
Εδώ είπα όλα τα τριαντάφυλλα καπνίζουν
Μ’ ένα γενετήσιο μαύρο καπνό
Όταν μπαίνω σπίτι κρεμώ τον εαυτό μου στην κρεμάστρα
Κάθε απόγευμα βγάζω λίγο απ’ τον εαυτό μου
Και στον εαυτό μου το ακουμπώ
Μέρες τώρα δίχως να γράψω
Πήρα ‘ένα ξυράφι να κομματιάζω το δέρμα μου
Να λιγοστεύει λίγο λίγο το χρέος μου
Καλύτερα να κοιμόμουν
Μα ξύπνησα μαζεύοντας άρρωστο φως
Μαραμένους αγγέλους
Ποιήματα άσκημα σαν την ψυχή μου
Από τις χαραμάδες του κορμιού μου άκουγα τον καιρό
Έστελνες κάτι λέξεις παλιές και ξερές
Ξερές και παλιές Τίποτα δε φυτρώνει
Μια μέρα γίνεται από μπετόν
Ξεκινά ήσυχα απ’ τις μαύρες σάρκες της νύχτας
Μια μέρα όπως για τον Μπετόβεν
Που κοίταζα να σε δω και με κοίταζες και δε φαινόμασταν
Ώσπου η μουσική να σκεπάσει κάθε θόρυβο
Με λέξεις και θρόμβους και κάτι μερικές φορές πολύ τρομερό
Που η γυναίκα με τα φίδια και τα μαύρα μαλλιά της
Τυλίγει και ξετυλίγει σαν το μαύρο κρεβάτι της
Τυλίγει και ξετυλίγει το δέρμα της
Σηκώνεται και με βρίσκει απελπιστικά θανάσιμον
Πέφτουν οι τοίχοι οι κήποι
Οι άρρωστες μέρες απ’ το κεφάλι μου
Μέσα σε βράδια που ήρθα κι έφυγα
Και πέρασα πια πίσω απ την ιστορία της ζωής μου
Με τον κόκκινο άγγελο και τον κόκκινο διάβολο
Το ερωτικό της οξύ χυμένο επάνω μου
Και τον άγριο άνεμο που φύσηξε απ’ το πρόσωπό μου
Τα τελευταία χαρτιά
Για πάντα
*Από τη συλλογή “Το δεύτερο μάτι του Κύκλω̟α / Cancerpoems” (1977).
ένα έτσι, έχω εξασκηθεί στην απουσία μου
Έχω εξασκηθεί στην απουσία μου
Γνέφοντας με κάθε ευκαιρία
καταφατικά στη σιωπή μου
Μεγάλη μικρή σιωπή,
εύκολα προσδέσιμη στο φτηνό μου άρμα
Μονος και στη μέση του κόσμου
Η απουσία μου δεσπόζει
πάνω σε αυτό το κορμί, ολοκληρωτικά
Κοιτώντας ευθεία προς τον χαμό
όλων των αγαπημένων μου ανθρώπων
Ανώφελα κι ανέξοδα. Αμετάκλητα
Από το χέρι μιας μοίρας κενής
κι αποτρόπαιας
Ξεριζώνοντας τη φωνή από τα στήθια μου
και καρφιτσώνοντας την
στο πρώτο περαστικό σύννεφο
Το σύννεφο που φεύγει μακριά και χάνεται
Κρύβοντας μέσα στον ορίζοντα
όλα όσα ποθούσα
Συνεχίζοντας να περπατώ
ανέμελος και σκυθρωπός, εδώ,
πάνω στα βήματα των άλλων
Τόσων πολλών άλλων, ολότελα άλλων
Καταρρίπτοντας κάθε επιθυμία
Τα φαντάσματα να σέρνουν τα κλειδιά
έξω από την πόρτα μου
Ρουφώντας τις πολύτιμες
χημικές βιταμίνες μου από τον κώλο
Χέζοντάς τες και ρουφώντας τες ξανά
Γυαλίζοντας πέτρες με την γλώσσα μου
Ταχυδρομώντας τες σε δέντρα
Δέντρα τρυφερά και καμμένα
Σκάβοντας τον τάφο μου ολομόναχος
Τρυπώντας με τα χέρια όλο το ταξίδι
μέχρι την κόλαση
Σφίγγοντας τα δόντια μου
μέχρι απόγνωσης
Θρυμματίζοντάς τα και σκορπώντας τα
μέσα σε ποιήματα προσευχές
Φυλακίζοντας κάθε σπιθαμή τρέλας
μες στο μικρό μου δωμάτιο
και πυρπολώντας κάθε έξοδο
προς την πίστη μιας διεξόδου
Αφήνοντας κάθε ερώτηση αναπάντητη
ειδικά όσες πρόκειται να στοιχίσουν
λίγο παραπάνω, πολύ παραπάνω
από όσα θα μπορέσω ποτέ να πληρώσω
Χρεοκωπόντας, ξανά και ξανά,
έως ότου το τελευταίο χτύπημα
να μην θυμίζει τίποτα από όσα ήμουν
ή κάποτε καταφέρω να γίνω
Νόα Τίνσελ, Δύο ποιήματα
ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΧΡΗΣΙΜΗ ΣΤΟ ΕΘΝΟΣ ΜΟΥ
Δεν είμαι χρήσιμη
Στο έθνος μου
Δεν έχω παιδιά
Να τα πάω την παρέλαση
Να τους μάθω ιστορία
Και τον ύμνο
Πώς προφέρονται οι λέξεις
“περηφάνεια” και “καθαρότητα”
“ήρωες”
“φυλή”
Τα ωάριά μου
Συντρίβονται στη λεκάνη
Και σκορπίζουν
Κι εκείνα
Που μου γεννάει το μολύβι
-σωστά τέρατα-
Έχουν εκπαιδευτεί από νωρίς
Στην προδοσία
*
ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ
Τα καλύτερα μπάνια μας
Τα κάναμε ξημέρωμα
Μετά τα 30
Όταν όλοι νοικοκυρεύονταν
Εμείς βγαίναμε από τη θάλασσα
Γυμνές
Χωρίς σχέδια για το υπόλοιπο της μέρας
*Από τη συλλογή “Μακάρι να το είχα κάνει νωρίτερα”, εκδ. θράκα.
Δημήτρης Ζουγκός, Οι πολλές μορφές του θανάτου
Τι με έφερε σε αυτή την καταιγίδα;
Τάχα δεν είμαι αρρενωπός
να κοιτάξω κατάβαθα τα σύννεφα
και να διατάξω την διάλυση
ή τάχα τα χρόνια δεν με τύλιξαν με γάζες
και καμία βροχή μέσα μου εισδύει;
Παράξενο είπα και συνέχισα
Ι
Τόσος καπνός ξοδεύτηκε στα υπόγεια
σκέψεις που θρυμματίστηκαν το πρωί
κι η πείνα – αχ αυτή η πείνα
να περιγελάει τους ανώτερους σκοπούς σου
Παράξενο είπα και συνέχισα
ΙΙ
Αργές μέρες φέραν αργές νύχτες
ότι και να κάνεις δεν έχει σημασία
δεν μπορείς να σταματήσεις τα φαινόμενα
και μαθαίνεις αντίθετα με ότι πιστεύεις
πως η απουσία σου δεν σημαίνει τίποτα
Παράξενο είπα και συνέχισα
ΙΙΙ
Τα ψιλά δεν φτάνουν για τσιγάρα
και τα επόμενα δέκα λεπτά
καμιά επιτυχία δεν σε περiμένει
αν καταφέρεις και δεν κλάψεις
δυο μπαμπουίνοι θα χειροκροτήσουν ρυθμικά
την γενναιότητα σου
Τι στο διάoλο πάει να πει αυτό;
Παράξενο είπα και συνέχισα
IV
Είσαι σπουδαίος
μπορείς να τερματίσεις την ζωή σου ότι ώρα θέλεις
ανέλυσες τα σκοτάδια και την φρίκη τους
και κάποιοι είπαν πως αξίζεις καλύτερη τύχη
Τους πίστεψες.
Παράξενο είπα και συνέχισα
V
Ακίνητος ο κόσμος ακίνητος κι εσύ
Θαρρείς πως περπατάς και αναρωτιέσαι
πως θα ξεφύγεις από τον θάνατο
Ανόητε, μονάχα η ίδια η ζωή ρωτά
μονάχα η ζωή αναρωτιέται
ζωή;
Παράξενο είπα και συνέχισα.
Έρινα Χαραλάμπους, Τρία ποιήματα
Ι.
Πάνε δέκα χρόνια κιόλας
ατέρμονη αναμονή
για το κυριολεκτικά
ασύλληπτο
Βαθιά εισπνοή
ΙΙ.
Με όλη τη δύναμη των πνευμόνων
εισπνέω βαθιά τη νύχτα
εκείνη του μήνα
που δεν είσαι εδώ
απαλλαγμένη από ενοχές
μιας πιθανής ύπαρξής σου
εκπνέω τον πόνο
της απίθανης σύλληψής σου
και γίνεται βάλσαμο
καπνός
ΙΙΙ.
Η μήτρα μου κι η θάλασσα
Ποτέ δεν ησυχάζουν
Μαζί μετράμε τα χρόνια
μαζί και τις απώλειες
σε ένα παράλληλο σύμπαν
μαζί χάνουμε τα παιδιά μας
εσύ στη θέλασσα εγώ
ας το ονομάσουμε ποτάμι
Μα δεν συγκοινωνούν
ποτέ αυτά τα δύο
*Από τη συλλογή “Ταυ – Είκοσι οκτώ ριπές και ένα πολεμικό ανακοινωθέν”, εκδ. Θράκα, 2022.
Νεκτάριος Λαμπρόπουλος, Τρία ποιήματα
Οι διανοούμενοι
στον καιρό της ειρήνης
ποτέ δεν εγκαταλείπουν τη χώρα τους.
Τα οικόπεδα
είναι φθηνότερα,
οι εργάτες τσάμπα
και επιτέλους οι τυφλοί
μοιάζει να είναι περισσότεροι
απ΄ τους ίδιους·
τους μονοφθαλμους.
*
Δικαιοσύνη σημαίνει
Ποινικοποίηση της φιλανθρωπίας.
Ποια άλλη απόδειξη χρειάζεται
για να μάθουμε
ποιος έκλεψε
;κόμα και τα ψίχουλα
που επιστρέφονται
στους φτωχούς
σε μορφή ελεημοσύνης;
*
Ρατσιμός ονομάζεται ο θεός
των αμόφωτων κομπλεξικών
και των παραμορφωμένων καλοταϊσμένων.
*Από τη συλλογή “αδιαφορισμοί”, εκδ. Χαραμάδα, 2012.








