Vasco Popa, Επιτέλους τα χέρια σφίγγονται πάνω στο στομάχι

Επιτέλους τα χέρια σφίγγονται πάνω στο στομάχι
Μη και το στομάχι σκάσει απ’ το γέλιο
Στομάχι όμως δεν υπάρχει

Ένα χέρι καταφέρνει να σηκωθεί
Να σφουγγίσει τον κρύο ιδρώτα απ’ το μέτωπο
Αλλ’ ούτε μέτωπο υπάρχει

Το άλλο χέρι απλώνεται να φτάσει την καρδιά
Μη κι καρδιά πηδήσει έξω απ’ το στήθος
Κι ούτε καρδιά υπάρχει

Και τα δυό χέρια πέφτουν
Μ’ αδράνεια στα γόνατα
Μα ούτε γόνατα υπάρχουν

Στο ένα χέρι τώρα πέφτει βροχή
Στ’ άλλο φυτρώνει χλόη
Τι πιότερο να πω

*Μετάφραση: Σπύρος Τσακνιάς.

Χρίστος Ε. Παλαιοπάνος, Τότε μάλλον που ξεναγεί τη δύναμη

Oswaldo Guayasamin, Lagrimas de Sangre (1973)

Στη νιωσμένη δάγνωση των αβάδιστων στίχων
μώλωπας άσσος αντραλεύει
ψάχνοντας
για το όνομα της ασώριαστης φρίκης
κείνη η ανάσα
πεθυμιά· συνερχόμενος

να κινηθεί συν τοις άλλοις
και το όραμα του ορίζοντα στο δικό του. “Κεφαλή
ορθή”. Η πύλη
του δείκτη
τα ζύγια της
“τούτο το τάραγμα”
σχεδιάζοντας
το διάβα του
πέρα

κει που προς πιότερο

σε ποιον υπόλοιπο τόπο; συρίζει ο ξαφνικός ορίζοντας
“στη λιμνούλα με τα βατράχια γλιστρά
η ουρά των καυσαερίων ενός βομβαρδιστικού”
και της επιτυχίας η μανούλα στα περιζήτητα κέντρα

the place is jumping

εξαίσια
το στόμα χουφτώνοντας
κρανίων στο τελείωμά τους – “αχ”. Αλλά έλα διάολε

η απορία της γης για τα εξωτικά που ονειρεύεται
μ’ ανοιχτά τα σκέλη
λυμένη; μια ζόρικη μέρα χαρά θεούλη όντας
ξέστρατος στο οξύμωρο του χαμού στην κατάφαση
και σκοτισμένα

στο διάνα τους τα αφάλια ναι

μάννα μου γίνου
ένθεα ζουμιά της κι αθεΐα της
πόρος της κι ανομία της
ναι

βρες κεφαλή χείμαρρε τώρα
μέσα
τόσα περισσότερα των χειμάρρων σου και των δικών σου συμπάντων
έλα
και τα κυκλάμινα κι οι αστοχίες και τ’ άδοξα μιλημένα
απ’ όλα
κι ανατολής και δυτικό το παραπλήρωμα ευλογάει

νά το έδαφος και νά οι παρασυρμένες σκάλες
(να των ανεβασμένων μεταλυρών οι κεφαλαιοκέφαλες πιλάλες)
(βρεθείτε χνάρια
ιεραρχημένα
στο χείμαρρο τώρα) – νά τ’ ανέστιο βυζορρώι της ιστορίας
και σώπα να

τα ανάκτορα της απορίας

που γλωσσιάζονται και διεκδικούν και ψάλλονται κι αλλάζουν –
στο διάνα τους τα αφάλια – και ξαναλλάζουν και χαμός
λαβή
ζωή
ανήκει η φρίκη ζηλεύει ο χρόνος ανήκουν τα μάγια

και τ’ αχ μαζί καθώς πεινά
το σαρκοβόρο φόντο της πλώρης πεινά κι η μετρημένη απόσταση
ληστής κι όντως των γεγονότων
κι άλλα θεριά με διαβήματα τραχιά το αίμα ονομάζεται αρνείται
παρορμάει
στο διάνα τους τα αφάλια

ανήθικα
με τους σπόνδυλους του πιοτού π’ αγριεύουν καθώς
ολόβολα θορυβούν για το έμπα
της διάχυσης ανάσας στην ανάσα – ύστερα θα καούν τα σάλια δικέ μου

εδώ

κι όχι πιο πάνω από δω που γενναιόδωρα τρέχουν
να φτάσουν υγρέ μου
τη μάρκα του ουρανού που κάλλιστη σαρώνει
και “λίγο ακόμα”
και ξέρουμε εμείς
λίγο ακόμα
σχεδόν

“κατάδικέ μου” –

της περπατημένης απώλειας

που ανανεώνει στη μπόρεση του έργου πάνω
ανθρωπιές
τα χείλη που κρούουν το συχώριο τους καταγινόμενα
με εκείνον
που ξέρουμε εμείς

στο βάθρο του
όπου οι στέφανοι δεν σταματούν να σώνουν
δεν σταματούν να αφρίζουν
νομίσματα για έρωτα και ξέρουμε εμείς
λίγο ακόμα
ποιος μετρημένος θαυμαστός
με νόημα
τι ξέχειλος
εδώ

δεινά και πρώτα
γλαυκώνοντας
ουράνια τα χέρια

πειστικά: στην αντηλιά μουγκρίσματα
δε σταματά να ρίχνει τρομάζουν τα βατράχια
σκούζουν στην όρεξη δεν αγνοείται απαντά – τέχνη καλή
δεν απαντά λογιάζει ανήκει ο θεός ανήκει ο σκοπός

ψυχοπομπός – δε σταματά

μέσα του να ανήκει

τέχνη μέσα καλή – (αυτομολεί)
δε σταματά

καλά τα βολεύει

καλύτερα να βολευτεί στα άριστα μάτια για τα βάθρα ψηλά…

…σχεδόν ψηλά
επιδέξια

στο γύρω γύρω όλοι
σαν νυχτώνει
ο μάγκας με το συγύρισμά του
ψάχνοντας
για το όνομα της ασώριαστης “αιτίας”
κείνη η ανάσα
πεθυμιά: μ’ αεροπλάνα
που το μίσχο του αγέρα
δεν καταφέρνουν
μήτε άλεκτη ξαστεριά
με κτήματα
που άρα τους

στ’ αβάσταχτο
η Γυναίκα ιδρωμένη λούζεται. Θα φτιαχτεί θα χρυσωθεί
και πάλι θα λουστεί
παράξενε της μορφής μου
άλλωστε
και παρά τους ουρανο-ξύστες μας
κόσμος πρόναος και ομφαλοί πιο πρόναοι πάντα – καζάντι

η μανούλα
το χάνει το ψάχνει
τραγουδισμένος τραγουδά ξεναγεί
και τραβιέται
(η φλέβα γλυκιά)
δε βρίσκει έλεος

στα ανάκτορα
νιωσμένη και τραβιέται
και λίγο ακόμα
και ξέρουμε εμείς – λίγο ακόμα
στο γύρω γύρω όλοι

στο όνειρο πως ρίχνεται
να βρει φωνή να αναρωτιέται

όνειρο
εδώ

γιατί;

*Από τη συλλογή “… ύστερα θα καούν τα σάλια”, εκδόσεις Ηριδανός, Μάος 2010.

Ζωή Καραπατάκη, Τρία χαϊκού

Ι

Η βροχή πέφτει
με δύναμη στα φύλλα –
παίζει στακάτο

ΙΙ

Δυνατή μπόρα
καρποί πέφτουν με κρότο –
χαμένος κόπος

ΙΙΙ

Μικρά βατράχια
κοάζουν ασύστολα
ενώ κοιμάμαι

Λευτέρης Πούλιος, Αντί της σιωπής

Artwork: Evic Drigny

8
Ζητώ να εισβάλω σε μια ψυχή.
Αν το χώμα κρατάει καλά το μυστικό του
το τυλιγμένο με πάχνη
κι ο άνεμος γδύνει το δέντρο
ο άνθρωπος αναγκάζει
το σκλαβωμένο πουλί μέσα του
να σκιρτήσει.
Πόσες φορές στο μονοπάτι των μαζών
ή μέσα στην πιο πυκνή μοναξιά
με μάτι ελεύθερο από μάγισσες και πνεύματα
σου έχω απλώσει το χέρι;

*”Αντί της σιωπής”, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1993.

Κωστής Ανθάς, από το “Επί γης ειρήνη”

Franz Frank, Οι άνεργοι (1928)

ΔΙΑΒΑΣΑΜΕ λιτά προσευχόλογα
κι εναγισμούς κάναμε
στων νεκρών τα χαρακώματα.
Ανάψαμε φωτιές με των βουκόλων
τα λειψά μαδερένια στέγαστρα,
και φανήκαν οι διαπνοές
νύχτα στα καστανόδεντρα.
Γκρίζα δέρματα,
ανονόμαστες τρώγλες,
φιλημένα με γράμματα και στάχτη,
έπιναν μ’ ένα τεμαχισμένο όστρακο
του ξεροπόταμου τη δίψα.
Δεν έβλεπα κανενός την όψη,
να γράψω πάνω του τη φυγή.
Όλοι είχαν ένα βλέμμα
διαταχτικό στις κοιμισμένες τους ψυχές.
Τα τελευταία λόγια
ήθελαν να ορίζουν την Ειρήνη
στο δικό τους χώμα.
Στου απολογισμού τη μνήμη,
καταγράψαμε σ’ ένα κιτρινωπό φύλλο
όλα τα ειδώλια μιας βροχής.
Θα μάθουμε να οδοιπορούμε και λίγοι,
θα μας πουν αργότερα τα χελιδόνια.
Τα φτερά κάπου μένουν
για του γυρισμού το κρύο.
Γίνονται αμίαντη φωλιά
πάνω απ’ τα δικά μας
βαθιά χαρακώματα.

*“Επί γης ειρήνη”, έκδοση “Δίπτυχο”, Αθήνα 1983.

Ajo, Μικροποιήματα

Στον καλό μου ξάδελφο Μάριο,
που είναι ο καλυτερότερος.

1.

Πουλάω μικρές ατζέντες
για ανθρώπους με λίγους φίλους.

  1. Σύγχυση

Το αριστερό μου μάτι κλαίει
άθελά μου κι ασταμάτητα,
κάτι πολύ με στεναχωρεί
και δεν ξέρω ακριβώς τι.

  1. Μικροποίημα ελαφρώς κινέζικο

Χρυσά κρίνα 8 εκατοστών [1]
για έρωτα μιλούν:
μικρός θησαυρός από χίλια χρυσά νομίσματα
ανάμεσα σε σένα και μένα.

  1. Αρρυθμία

Μισώ τον έρωτα
και μάλιστα τον μισώ
με όλη σου την καρδιά.

  1. Μακροπρόθεσμη ομοιοκαταληξία

Το πάντα θα σε λατρεύω
και το δεν μου καίγεται καρφί για σένα
δεν κάνουν ακόμη ομοιοκαταληξία
αλλά θα κάνουν με τον καιρό.

6.

Εραστές τόσο διάφανοι,
μουσική από χρυσάφι, πόνος από ασήμι.

  1. Απειλή

Ρε, θα σε σκοτώσω ρε,
δεν έχω άλλη επιλογή
εκεί που δεν θα το περιμένεις
θα σε βρουν γαζωμένο με φιλιά.

8.

Η νύχτα όσο θέλω εγώ διαρκεί,
σε όλα με υπακούει η νύχτα
αλλά εγώ έκανα την αρχή.

  1. Ψευδοβιογραφία

Σαν θέλω να χιονίσει βάζω
ένα πλυντήριο με λευκά,
σαν θέλω να βρέξει
απλώνω ένα με γκρι.
Δεν είναι τυχαίο πως όλα
τα γιαούρτια με φράουλα
λήγουν στα γενέθλιά μου.
Καπνίζω πολύ για να ξεχάσω τα πάντα
δεν καταφέρνω καν να βήξω.

10.

Ιστορία αγάπης διαλείπουσας:
τελειώνει η μουσική
κι ο χορός αρχίζει
ξάφνου.

11.

Το ντελικάτο άγγιγμα
του σκοταδιού στη σιωπή
κάνει τη νύχτα νύχτα
και όνειρο τη λήθη.

12.

Σαν ναός
είναι η αλήθεια που επινοώ
και μέσα της ζω.
Επινοώ επίσης τραγούδια
για να σε κάνω να κλαις
γιατί το να κλαις είναι πολύ καλό
για τους κατασκευαστές χαρτομάντηλων
και αναμνήσεων.

13.

Πού λάμπει αυτό που λάμπει;
(αν όντως λάμπει)
Στα άστρα που μας θωρούν
ή στα βλέμματα που τα κοιτάζουν;
Γνωρίζουμε κάτι γι’ αυτό;
Γνωρίζουμε πού καίει η επιθυμία;
Στα μάτια σου ή στη φωτιά μου;

14.

Σα ρεφρέν έρχονται
να με συναντήσουν τα καλοκαίρια
ολοένα και συχνότερα
προσπαθώντας να γίνουν σύνορο
ανάμεσα στους χιλιάδες έρωτές σου
και στον ΚΑΝΕΝΑΝ μου.

15.

Σ’ αγαπώ είπες
και η φράση δεν είναι δική σου,
το έμαθα από τoν Τύπο:
Προβλέπεται μια παγκόσμια τραγική
επιδημία καρδιαγγειακών παθήσεων.
Είπες σ’ αγαπώ και το ξεσαγαπώ έγινε επιστήμη.

  1. Μικροπρόβλημα

Αν προσθέσω τη μοναξιά μου στη δική σου
πόσο μας κάνει;
Δύο μοναξιές ή καμία;

  1. Η άλλη ζωή

Φέρνω άμμο απ’ τη Φαμάρα
και αέρα στη βεντάλια μου
ό,τι δεν είχα φέρνω
και σας αφήνω αυτό τον αναστεναγμό:
……………………………………………………………………………………
(αναστενάξτε βαθιά όσο πάει η γραμμή με τις τελείες).

18.

Ξέρω ότι σκέφτομαι την Ταγγέρη
όταν κατσαρώνουν τα μαλλιά μου.

19.

H θάλασσα κι ο άνεμος
κάτι μου λένε
αλλά δεν το καταλαβαίνω.

20.

Με γοητεύει
η βραχυλογία
γιατί είναι τόσο κοντά
στην ανυπαρξία.

21.

Μην μου φέρνεις στον νου τα παλιά
γιατί εγώ στα νιάτα μου ήμουν πανκιό
κι έχω τη μοϊκάνα στη γλώσσα.

22.

Πήδηξες από τη βάρκα
πριν πιάσουμε στεριά
κι έμεινα εγώ καπετάνισσα
χωρίς μια ρημάδα πυξίδα
να με οδηγεί στη ζωή.

23.

Μιμούμαι τα φυτά
και δεν σαλεύω
μιμούμαι τα σύννεφα
και δεν ησυχάζω
μιμούμαι τα κύματα
και έρχομαι και φεύγω.
Μιμούμαι τις νύχτες μου
και δεν σ’ έχω.

24.

Επικίνδυνο σαν γυναίκα,
ανυπάκουο σαν τη μνήμη
και σαν τους σοφούς,
υπάκουο, πού και πού, σαν τα χείλη μου,
ανεπαρκές, πάντα, σαν μια ζωή,
πιο επείγον από μια επιθυμία
και λιγότερο διάφανο από μια υπόσχεση,
ασαφές σαν ένα μυστικό
και κομψό σαν την αδιαφορία.
Τόσο διαλείπον και ανόητο
είναι αυτό που θλίψη συνήθως αποκαλούν.

25.

Εγώ είμαι διαρκώς εγώ
από την αρχή,
διαστρεβλώνω κάποιες λέξεις
μέχρι να σημαίνουν
αυτό που θέλω εγώ.
Εγώ είμαι διαρκώς εγώ
κι όταν σιωπώ είναι όταν πληγώνω.

26.

Να συνθηκολογείς με το τίποτα
να επαναδιαπραγματεύεσαι με το κενό
να δέχεσαι τις ατέλειες
να συμμαχείς με το ελάχιστο.

27.

Αυτή η μανία που πιάνει τα μεσάνυχτα
να μας τρίβουν στη μούρη
τον σπασμένο άνεμο και τη μονότονη βροχή.
Αυτή η μανία που πιάνει τις νύχτες σου
να βρίσκονται τόσο κοντά
στα πρωινά μου.

28.

Υπερβάλλω
για να σε κρύψω
μικρότητά μου.
(στην Κ. Λισπέκτορ)

29.

Το φεγγάρι είναι
γεμάτο πάλι απόψε.
Αλλά από τι;

30.

Βυθίζονται τα πόδια μου στην άμμο
και το κεφάλι μου στον αγέρα
βυθίζεται η ζωή μου στο χρόνο
κι ο χρόνος βυθίζεται στη φλέβα.

31.

Βλέπαμε μαζί τη δύση
ή σ’ έχω κάπου γδύσει;

32.

Στην αρχή είχα πολλή όρεξη
να κλαίω.
Μου πέρασε,
και μετά είχα την ίδια όρεξη
να κλαις ΕΣΥ.

33.

Θα υιοθετούσα τις νύχτες σου
θα σε πρόσθετα στα φιλιά μου
θα διέτρεχα με Datsun
όλο σου το κορμί…

34.

ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ ΑΜΕΣΩΣ.
ΜΗ ΜΕ ΠΕΡΙΜΕΝΕTE.

[1] Αναφορά στο φαινόμενο του «χρυσού κρίνου» ή «χρυσού λωτού». Τη μόδα-βασανιστήριο που κυριάρχησε στην Κίνα από τον 10ο μέχρι τον 20ό αιώνα και υποχρέωνε κάποιες γυναίκες να έχουν πόδι οκτώ εκατοστών σε σχήμα μισοφέγγαρου. Τα μικρά πόδια θεωρούνταν σύμβολο ομορφιάς και κοινωνικής θέσης. Κατά τη διαδικασία τύλιγαν τα πέλματα των άτυχων κοριτσιών με ένα μακρύ κομμάτι ύφασμα, εκτός από το μεγάλο δάχτυλο, έτσι ώστε τα υπόλοιπα να πιεστούν επάνω στο πέλμα. Τα μικροσκοπικά πόδια συγκρίνονταν με ένα λουλούδι κρίνου ή λωτού. [Σ.τ.Μ.]

*Η Ajo [María José Martín (Σαλδάνια, Ισπανία, 1963)] αυτοχαρακτηρίζεται ως πανκ μικροποιήτρια. Μετά το Micropoemas (2004) εξέδωσε διαδοχικά τα Micropoemas 2 (2007), Micropoemas 3 (2011), Micropoemas 4 (2013).

**Η παρούσα ομαδική μετάφραση είναι προϊόν του μαθήματος «Μεταφρασεολογία και μετάφραση κειμένων ισπανόφωνης λογοτεχνίας στην ελληνική» που δίδαξε, κατά το ακαδημαϊκό έτος 2023/24, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο Τμήμα Ιταλικής Φιλολογίας του ΑΠΘ.

***Σχετικός σύνδεσμος: https://www.extremeways.gr/ajo-mikropoiimata-palaiologos-syllogiki-metafrasi/

Η Μαρία Γερογιάννη στο Εργαστήρι του ποιητή

«Οι κούκλες σου δεν είχαν ψυχή», Εκδόσεις Περισπωμένη, 2021

Να φανταστούμε τα ποιήματα σαν μια καντάδα, που με νότες αργόσυρτες εμπνέεται η συνέχεια. Ο ποιητής ονειρεύεται τη χαϊδεμένη του που θα χορέψει γύρω του, υπό τους ήχους της. Όμως η πραγματικότητα διαφορετικά ποιεί. Ο ποιητής ονειρεύεται, οι άλλοι τί;

Αυτό σαν εισαγωγή για το δύσκολο της, κατ’ αρχάς, έκθεσης των ποιημάτων, όπως και να μαζεύεις τα κομμάτια σου να φτιαχτεί το παζλ για να κατανοήσουν την ψυχή σου που τ’ αβγάτησε.

Πριν λίγο καιρό σε συνέντευξή μου στο ”Βook Press ”, νόμισα πως ”χαρτί και καλαμάρι” τα είπα για τη συλλογή μου ”Οι κούκλες σου δεν είχαν ψυχή”- εκδόσεις Περισπωμένη. Όμως ποτέ δεν μπορείς να θεωρήσεις ότι αυτά που ειπώθηκαν, πως εδώ είναι το τέλος.
Έτσι μ’ ένα θερμό ευχαριστώ στην ομάδα του fractal που εμπιστεύτηκε τις σκέψεις μου, θα προχωρήσω με λίγα λόγια για ό,τι προϋπάρχει και συγκεκριμενοποιείται με την ποίηση.

Σαν να λέμε, πως θέλουμε να πιούμε ολόκληρη τη θάλασσα και στη συνέχεια να δείξουμε τα αφρίζοντα κύματα- τις γαλήνιες επιστρώσεις της- τους ιδιαίτερους για τον καθένα μας δρόμους που περπατά η ζωή, με τα παιδικά μάτια να καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του πίνακα, διασχίζοντας τις μνήμες μας με ποδήλατο όχι με αυτοκίνητο που βιάζεται. Μετράμε τις σιωπές μας για τα άγουρα λόγια μας, που στη συνέχεια ωριμάζοντας, βαθαίνουν την περιρρέουσα μελαγχολία μας. Για την ομορφιά της αλήθειας νοιζόμαστε- για τον έρωτα, ένα παράπονο- για τις αγάπες που είναι καταδικασμένες να περπατούν στα γόνατα. Κάποιες φορές η φωνή μας αντηχεί αιχμηρή- έτσι για τη γαλήνη της ψυχής μας- ενώ άλλοτε βελουδένιο χαλί στρώνουμε, μην πληγωθούν τα παπούτσια του άλλου.

Ρεμβάζουμε μ’ ένα ποτήρι, εντός «του φθινοπώρου το άφευκτο/της άνοιξης το πέταγμα/της βαρυχειμωνιάς οι απόντες/ του θέρους η ραστώνη»

Γράφουμε, Κάποιες γραφές «Αεράκι καλοκαιρινό/στο μισάνοιχτο πουκάμισό σου/Γλυκές ανάλαφρες στο στόμα/όπως/”για τη σωτηρία της ψυχής μας, παιδί μου”/έλεγε η γιαγιά μας/Αφιλόξενες, κάποιες/όπως/”το αφιλόξενον” /της εθνικής οδού»

Θυσιαζόμαστε, Σε δύο πράξεις «Προς χάριν/μιας εσθήτας της Ελένης/η Ιφιγένεια θανατώθηκε/ Είχε την όψη του βωμού»

Για τον Σταυρό «Τα χέρια σου σταυρώνεις/ Μην τα ‘βρουν ανοικτά/να σε σταυρώσουν»

Για το Ψέμα «Η κόμπρα στον μαγικό χορό της/Κατευθείαν στα μάτια/Όταν το ψέμα χαμηλώσει το βλέμμα/επιστρέφει στο τοπίο της»

Για τους Ενώπιόν μας «Σχηματίζονται/σταγόνα σταγόνα/οι ενώπιόν σου/
όπως/σταγόνα σταγόνα/το νερό των σπηλαίων»

Για τα Άτοπα «Κλουβί για τον αετό/Γκουρμέ πιάτο στον αυτόχθονα του Αμαζονίου//Κολονάτο ποτήρι στο διψασμένο παιδί της Αφρικής/Εξέδρα να αγορεύει το Εγώ»

Για τη Ζωή «Την εράσμιά σου όψη/πλειστάκις απαρνήθηκες, Ζωή/μέθη σκληρή/ Όμως είσαι η Φορναρίνα του Ραφαήλ/Χρωματισμοί/Εις τους αιώνες…/»

Αισιόδοξο μήνυμα «Κίτρινα φύλλα/στο χώμα/Προλαβαίνεις»

….από τα ολιγόστιχα της συλλογής.

Και ο τίτλος; «Οι κούκλες σου δεν είχαν ψυχή», μέσα από προσωπική εμπειρία να δοθεί έμφαση στη ζωή, σε όσα βοούν από συναίσθημα, στις αλήθειες, στην πνοή που καθαγιάζει τα πάντα- είτε κοιτάζοντας τον άλλο με ζεματιστά δάκρυα, είτε λέγοντάς του ”το χαμόγελό σου με στολίζει”.

Η ποίηση που κρύβουμε μέσα μας με χίλια μάτια μάς κοιτάζει, μέχρι να ανακαλύψουμε τα κοχύλια στον πιο βαθύ βυθό της θάλασσας….

*Το πήραμε από εδώ: https://www.fractalart.gr/maria-gerogianni/

William Carlos Williams, Το ρολόι των χρόνων (The Clock of the Years, 1953) 

Κάθε άνθρωπος
είναι από μόνος του ένα ρολόι
τικ τοκ
μπορεί να σηκώνεται
με τον ήλιο
και να πηγαίνει για ύπνο
με τα αστέρια
τικ τοκ
αλλά αν το
πάει παραπέρα
και φτάσει να χτυπήσει
την πόρτα της μοίρας
μπορεί ν’ ανακαλύψει
ότι μόνος του έχει
κλειδώσει το λουκέτο
για τον εαυτό του.
Ανώφελο
να χτυπάς
τώρα, η πόρτα
δε θα ανοίξει
-παρά μόνο
αν κλονιστεί
από τον έρωτα,
να τον λυτρώσει
από το εμπόδιο αυτό,
να ξεκλειδώσει
την καρδιά του και
να την κάνει
πάλι να χτυπά:
Τικ τοκ
Τικ τοκ
Τικ τοκ

*Από το βιβλίο “William Carlos Williams, Η κόρη στην κόλαση και άλλα ποιήματα”, Εκδόσεις Printa, Φεβρουάριος 2021. Μετάφραση: Γιάννης Ζέρβας.

Shabnam Azar, Ελεύθερη πτώση

Μόνος

έτρεξε

λίγα βήματα μπροστά από εμένα
προτού πέσει
στο δρόμο για την ελευθερία

Η ελευθερία είναι όμορφη
ακόμη και
αν βρίσκεσαι σε ελεύθερη πτώση
προς το θάνατο
ακόμη και
όταν κρυώνεις
ξαπλωμένος πάνω στο ίδιο σου το αίμα

Σφαίρες!
αγαπητές σφαίρες,
παρακαλώ
επιστρέψτε στους κάλυκες
κι εμείς
θα επιστρέψουμε σπίτι

*Η Shabnam Azar (γενν. 1977) ως δημοσιογράφος εγκατέλειψε το Ιράν το 2009. Κάτοχος μεταπτυχιακού στα ΜΜΕ από την Ακαδημία Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης της Κολωνίας. Έχει εκδώσει τέσσερα βιβλία ποίησης στο Ιράν και τη Γερμανία.

**Το ποίημα περιλαμβάνεται στην Ανθολογία “Γυμνή σαν μαχαίρι – Ανθολογία Ποιημάτων Ιρανών Ποιητριών”, Εισαγωγή-Απόδοση: Άννα Γρίβα – Μάνια Μεζίτη, εκδ. Συρτάρι, Ιούλιος 2023.

Αλέξης Τραϊανός, Ατμόσφαιρα 


 Helene Schjerfbeck, The Door (1884)

Η απουσία σου μικραίνει τον ουρανό
Έρχεται φεύγει
Πατά στα νύχια
Ξεκλειδώνει τις πόρτες
Στο ψύχος των μοναχικών χεριών
Τι άσχημα είναι σ’ αυτή την πολική τοποθεσία
Τι άσχημα κλεισμένος μες στο αρκτικό μου σπίτι

*Από τη συλλογή “Μικρές μέρες”.