Διομήδης Βλάχος, Επιστροφή

Το χάραμα γυρίζουμε ξανά κοντά σου
ακολουθώντας πάντοτε την ίδια ρότα
το σιρόκο πού χρόνια ατέλειωτα καραδοκούσαμε.
Αστράφτει η μνήμη σου στους έλικες
χίλιες στροφές το δευτερόλεφτο.
Και ξάφνου είδα τούς γλάρους χαμηλά
κάτι σαν τούς προάγγελους της θύελλας,
από τη γέφυρα τα ξερονήσια
ένα κοπάδι πόρφυρες κατόπι μας,
την προκυμαία αδιάβατη
ζωσμένη σ’ ένα δάσος σιωπηλές περικοκλάδες
κι από τις γρίλιες να παραμονεύουμε τα δίκαννα.
Πώς να περάσω απέναντι χωρίς κουπιά;
Η θάλασσα που γνώριζα
είναι ένʼ αδιέξοδο στο στήθος σου.
Φυσά αγέρας παγωμένος, μεσοζωικός.

Ω πώς τόσον καιρό μετά την καταιγίδα
ανάμεσα σ’ αυτές τις πέτρες
που ριζώσαμε αγριάδα
ακόμα παίζουν πένθιμα
τα βιολοντσέλα σου Βιβάλντι;

Στις εκβολές του Αχέροντα
Το περιβόλι στις εκβολές του Αχέροντα.
Διαβαίνει το νερό όλο λείψανα
βρικόλακες της θύμησης και ύψος ανεκπλήρωτο
κ’ εσύ σκύβεις να πιεις και φαρμακώνεσαι
καθώς αντίκρισες καθρεφτισμένο
τον Άη-Μηνά ίσκιο θεόρατο
κυνηγώντας τους Φράγκους
και τώρα σκήνωμα προσκυνητάρι θλιβερό
ή τον καπετάν-Διάκο
βγάζοντας λόγους στη Λαμία
κ’ ύστερα καρφωμένο το κεφάλι του στ’ ακόντιο
λέξεις να σου παίρνουν το μυαλό.

Τώρα ξανά τα πράγματα δεν είναι εύκολα
ο νεκροπόταμος τραβάει την πορεία του αιώνιος
ξωπίσω σου οι ρουφήχτρες αχόρταγες
τα κουφάρια στρώμα στην πεδιάδα
κ’ είναι το στόμα σου στυφό αγραπίδι.
Όχι, δε θέλω πια τις τεχνητές σας λίμνες
όλο στολίδια, αρώματα, χιτώνες μεταξένιους.
Δεν φτάνουνε ν’ αναχαιτίσουν
τη φουρτουνιασμένη κοίτη που λυσσομανάει.

Μόνον οι μαίανδροι στη φλέβα μου
με πολυδιάστατες καμπύλες
δουλεύοντας μερόνυχτα
γνωρίζουνε τ’ απόκρυφα του
μπορούν να βάλουν χέρι στην ορμή του.

*Από τη συλλογή “Φανός θυέλλης”, εκδ. Αστρολάβος/Ευθύνη, 1991.

Μάριος Χάκκας, Στάθηκα στις δαιδαλώδεις πόλεις

Στάθηκα στις δαιδαλώδεις πόλεις
με τις καμπύλες των λόφων στα μάτια
κι ήρθα προς τους ανθρώπους
με τις σωστές λέξεις στο στόμα
και την ελεύθερη κίνηση των χεριών.
Κατέληξα με μία τσάντα
που επαλήθευε το νόμο της βαρύτητας
στην ατέλειωτη άσφαλτο
πληρώνοντας φόρους και διαπύλια
φθείροντας την ακμή μου
ανάμεσα σε πλαστικά γιασεμιά
γδέρνοντας το λαιμό μου στους τοίχους
μ’ ένα μπρελόκ που τα κλειδιά του
δεν ταιριάζουν σε καμιά
ανθρώπινη πόρτα

Miguel Hernández (Orihuela 1910 – Alicante 1942), Last Song / Τελευταίο τραγούδι


Painting by Siegfried Reich an der Stolpe (Germany)

Painted, not void:
my house is painted
with the colour of great
passions and misfortunes.

It will return from the wailing place
where it was carried
with its deserted table,
with its vacated bed.

Kisses will flower
on the pillows.

And wrapped around the bodies
the sheet will elevate
its urgent creeper
nocturnal, perfumed.

Hatred will be amortised
behind the window.

The claw will be gentled.

Grant me the hope.

Miguel Hernández, Spain

ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Βαμμένο, όχι άχρωο
το σπίτι μου βάφτηκε
με το χρώματα εξαίσιου πάθους
και κακομοιριάς.

Θα επιστρέψει απ’ των δακρύων τον τόπο
που το είχαν μεταφέρει
με το άδειο του τραπέζι και
το έρημο κρεβάτι του

φιλιά θ’ ανθίσουν στα μαξιλάρια
και θα τυλίξουν τα κορμιά
τα σεντόνια θα εντείνουν
το νυχτερινό τους άρωμα

Το μίσος θα ξεχαστεί πίσω
απ’ το παράθυρο

τα νύχια θα λειανθούν
πιστεύω στην ελπίδα

*Αγγλική μετάφραση: Germain Droogenbroodt – Stanley Barkan. Ελληνική μετάφραση: Μανώλης Αλυγιζάκης.

**Δημοσιεύτηκε εδώ: https://authormanolis.wordpress.com/2024/02/15/ithaca-series-poem-658/#like-21884

Νικόλαος Κάλας, Το 333 δεν απαντά

Το τριακόσια τριάντα τρία δεν απαντά
Πλάι στον αριθμό το “οδός Κριεζώτου 2”
Η εν Ισσώ μάχη!
“Δεσποινίς Πυθία δοκιμάσετε πάλι”
“Νικήτα Ράντο, δεν μ’ ακούς;
το τριάντα τρία η πρώτη σου ποιητική δοκιμασία”
το Είκοσι δύο επέστρεψαν οι Έλληνες απ’ την Μικράν Ασία.
Επέστρεφε ω Ιστορία!
Η Τροία του Ομήρου, η Τροία του ονείρου
τριαδικά συστήματα προϊστορικά, μεταχριστιανικά
υπολογισμένα καβαλιστικά.
“Νικήτα Ράντο γιατί δεν απαντάς;»
Τριάντα τρία χρόνια κι ύστερα επέστρεψεν η εν ηχώ μάχη:
“Δεν μ’ αναγνωρίζεις; Είμαι Πλακιώτης Μανχατανάς,
και βροντοφωνάζουν μέσα μου
της ταραγμένης σου ψυχής τα φλογερά οράματα”.
.
*Από τον συλλογικό τόμο “Γραφή και φως”, εκδ. Ίκαρος.

Βασίλης Ραϊκόφτσαλης, Ψευδαίσθηση αλληλεγγύης

Της Άννας Λαζαρίδου

Θυμήσου
Τη μαγεία των πόλεων
με τα υπόγεια ταχυδρομεία
και τις τσιχλομηχανές
Τις όμορφες βιτρίνες
που άθελά μας έγινα ποιήματα
κι ακόμα αποστέλλονται
κατά παντός αγνώστου
πάντα την άνοιξη
(επί αντι-καταβολή)
Ξημερώματα
διαθέτοντα ταυτότητα μέθης
Κι όνειρα
αμυδρά να θυμίζουν
Αφροδίτη Μηλήσια
Δίχω χέρια να σ’ αγκαλιάσουν
Ανέβα τη σκάλα
κάνε πάλι το χώρο ν’ απαστράπτει
Ξάνρχισε το τραγούδι μας
που θα το φαν’ στο τέλος ποστ-αρουραίοι
ή θα τ’ απολαύσουν βιβλικά εν αγνοία μας
άστρα λιμοκτονούντα
Θυμήσου
τις μαυρισμένες από τα κάρβουνα
σαν τη νύχτα παλάμες… τη θαλπωρή
του μικροσκοπικού δωματίου

Ποιος σε συνόδευσε
Τι σε οδήγησε όμως μέχρι εδώ;
Έχω αρχίσει ξέρεις να γερνώ
κι αισθάνομαι ανήμπορος
κάτι άλλο πέρα από μνήμες
να σου προσφέρω. Προδιαγράφω
κατά κάποιο τρόπο το μέλλον

Κι αυτό είναι
Ό,τι εννοώ με τον τίτλο.

13/7/1988

*Από τη συλλογή “Μέθυμος λόγος”, εκδ. Δρομεύς, Αθήνα 1995.

Μαρία Λαϊνά, Ας της λύσει απ’ τους ώμους τη σάρκα ο έρωτας…

(… αναγνωρίζοντας με ανεπαίσθητο θρόισμα ρούχου και ματιού
τα κυπαρίσσια και τα σιωπηλά πορτρέτα…)
Αίμα της ήταν και μαζί του έφευγε!..

Και ποιον δε θα μάγευε!..
Τα γεμάτα χείλη μισάνοιχτα
τα βουερά φωτισμένα της μάτια
το πρόσωπο πάνω στο χώμα
ώστε κανένας άλλος να μην μπορεί να μπει.

Ας πεθάνει λοιπόν, ας πεθάνει
ας της λύσει απ’ τους ώμους τη σάρκα ο έρωτας
να ξαπλώσω επιτέλους πάνω στ’ άσπρα της κόκαλα!..

Σηκώνει το φαρδύ μανίκι της δαγκώνει ελαφρά το κιμονό της
ύστερα πιάνει τη βεντάλια της
και την ανοίγει ακριβώς κάτω απ’ τα μάτια!..

Τη βοηθούν να περάσει το χτένι στον κότσο της
αυτή χαμογελάει στον καθρέφτη
τη βάζουν τα πινέλα στα μικρά της δάχτυλα
αυτή σκουραίνει τα βλέφαρα!..

Τώρα θα κάνει τρία βήματα δεξιά
σιγά–σιγά θα λυγίσει το πόδι
η βάρκα ξαφνικά θα φύγει προς τα μπρος
η ώρα του θρήνου θα έρθει αργότερα!..

Οι χειριστές πρέπει να συντονίζουν την αναπνοή τους·
η κούκλα είναι και το πρόσωπο του δράματος
και ένα λυγερό κομμάτι ξύλο!..

Κι ακόμα σιωπηλές
γι’ αυτό κρατήσου μακριά από το τρυφερό χλωμό τους φως
καθώς κοιτάζουν ή φορούν το δαχτυλίδι τους
πριν βγουν το βράδυ στο μπαλκόνι
κρατώντας σε εξαίσια περισυλλογή μια κίτρινη βεντάλια
ή περπατούν στη γέφυρα
στον ήχο μαγεμένου αυλού και στις λεπτές ομίχλες
έτοιμες να προδώσουν μυστικά, να καταδώσουν ή
μόλις να γείρουν απ’ την κουπαστή
και να καθρεφτιστούν στα καταχθόνια νερά
ύστερα με τριανταφυλλένια μάγουλα
να διασχίσουν την αλέα και τις αίθουσες
αναγνωρίζοντας με ανεπαίσθητο θρόισμα ρούχου και ματιού
τα κυπαρίσσια και τα σιωπηλά πορτρέτα!..

Μαριλού Καλοκάση, Τρία ποιήματα

ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΟ

Λιωμένο τζάμι
απ΄ τη βροχή

Πόση πίκρα χωράει σε ένα δρομολόγιο
της γραμμής;
Πόσα τσαλακωμένα πανωφόρια;
Πόσα λερωμένα άρβυλα;
Πόσες βρεγμένες καρδιές

*

ΓΥΡΝΑΜΕ ΔΥΣΤΥΧΙΣΜΕΝΟΙ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ

Γυρνάμε δυστυχισμένοι
τα βράδια
Όλο μακραίνει ο δρόμος

Θερίζει το πρόσωπό μου η νύκτα
κι εσύ
με μια παλιά ρεντιγκότα
και ένα μάλλινο καπέλο
κρατιέσαι ζεστός
πάνω σε ξεχαρβαλωμένες σούστες
και ημικύκλια
που κάνουν θόρυβο

Αδερφέ μου
όλο μακραίνει ο δρόμος για το σπίτι
Δεν θα φτάσουμε ποτέ

*

ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΜΕΣΑ ΒΡΑΖΟΥΝ

-Δεν υπάρχει καλύτερο
απ΄ τη φυσική δροσιά!

-Ε, ναι
ναι δεν υπάρχει καλύτερο
αλλά
Τα σπίτια μέσα
Βράζουν

-Τα σπίτια μέσα βράζουν
Όμως
Εγώ
Κάθομαι στη βεράντα

*Από τη συλλογή “Η ζωή μισοτιμής”, εκδ. Ένεκεν, Θεσσαλονίκη, Οκτώβρης 2023.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Από τη συλλογή «Μετά την ποίηση»

Ο παλιατζής

Έξω περνάει ο παλιατζής.
Ο ήλιος χρυσίζει το πάρκο απέναντι.
Τα πουλιά εξακολουθούν να τσακίζονται
πάνω στο μοντέρνο κτίριο με τους καθρέφτες.
Κι οι γέροι φυλακισμένοι στα μπαλκόνια
περιφέρουν αργά την απελπισία τους.

*

Το σκοτάδι

Τα πυροτεχνήματα για λίγο
φώτισαν τον ουρανό,
αφήνοντας πίσω μακριές ουρές
που έσβηναν μέσα στη νύχτα.
Τι γιόρταζαν άραγε;
Έμεινα να φαντάζομαι τα σχήματα.
Κι ύστερα κόπασαν τα επιφωνήματα
και σκόρπισε ο κόσμος,
ο καθένας τραβώντας
για το δικό του σκοτάδι.

*
Ο μορφασμός

Mνήμη Α. Ευαγγέλου

Παρατηρώ τους μεγάλους ανθρώπους.
Πιάνει και σκάβει η κούραση τα πρόσωπά τους.
Είναι θλιμμένα τα χαρακτηριστικά τους.
Στο στόμα, στα σβησμένα μάτια
όπως σταγόνα που γλύφει την πέτρα
έχει επιτέλους αποτυπωθεί
ο μορφασμός της παραίτησης.

*

Της ουτοπίας

Χωρίς πίσω βλέμματα
χωρίς δεύτερες ευκαιρίες
χωρίς πια σπατάλες
και πικρούς απολογισμούς,
Όταν κινήσεις μόνος
για τις απέραντες πεδιάδες
της ουτοπίας.

*

Στο σκοτάδι

Mε μια λάμψη
σβήνει ο κόσμος
εκτυφλωτική.
Ύστερα όλα
παραδίνονται
στο σκοτάδι.

*

Ο φθόνος

Όταν τη ρώτησες
τ’ όνομά της,
σου συστήθηκε
ως έμπνευση.
Βάλ’ την στο σπίτι,
αλλά μην της δώσεις
πολύ θάρρος.
Το νου σου,
μην την πολυπιστέψεις.
Πασχίζει να φτάσει
την τέλεια πρωταγωνίστρια.
Φθονεί μέχρι θανάτου
τη σιωπή.

*

Το φεστιβάλ

Βρέθηκα στη μέση
του δάσους.
Εκείνη την ώρα είχαν φεστιβάλ
οι τζίτζικες.
Κάθισα και βάλθηκα
να τους ακούω.
Έλεγαν “εδώ θνητέ
είσαι φιλοξενούμενος”
Έλεγαν “οι λέξεις σου
είναι θόρυβος”
Έλεγαν “δεν γνωρίζεις άλλο
παρά το σήμερα”
Έλεγαν “μείνε αν θες
και τραγούδησε μαζί μας.

*

Τυχαιότητα

Αυτό που λες τυχαιότητα
είναι στην πραγματικότητα
το μπλεγμένο νήμα της ζωής σου.
Κάθε του κόμπος κι ένας σταθμός.
Σε πάει όλο και πιο μέσα στο λαβύρινθο.
Το υποπτεύεσαι βέβαια
δεν σε περιμένει εκεί κανένα τέρας
άλλο απ’ τον μονότονο χτύπο της καρδιάς σου
και της στάλας τον πανάρχαιο ήχο.

*

A, βροχή!

Πόσο, λοιπόν, ακόμη θ’ αργήσεις;
Δεν θα μας σπλαχνιστείς;
Τους ξεροπόταμους να ξυπνήσεις.
Κόασμα βατράχου να ντυθείς.
.
*«Μετά την ποίηση», ελεύθερη ηλεκτρονική έκδοση, 2023
https://www.openbook.gr/meta-tin-poiisi/

Σε φιλώ/Σε μισώ – Η Λαβίνια Σουλτς κυκλοφορεί!

«Η Λαβίνια Σουλτς, το πρώτο μυθιστόρημα της Γεωργίας Διάκου, καταπιάνεται με το ζήτημα της γυναικείας ενδυνάμωσης, μέσω της ηρωίδας του βιβλίου, μιας καλλιτέχνιδας της εποχής των απαρχών του μοντερνιστικού κινήματος.

Στη στιβαρή, γραμμένη με ιδιαίτερη επιδεξιότητα λυρική της πρόζα, η συγγραφέας μετέρχεται κάποιους από τους χαρακτηριστικότερους λογοτεχνικούς τρόπους του φεμινιστικού μοντερνισμού, όπως η ροή συνείδησης, καθώς και άμεσες αναφορές στην εποχή της εμφάνισης του μοντερνιστικού κινήματος (αρχές του 20ου αιώνα), ώστε με τα εργαλεία αυτά να μιλήσει πρακτικά για την κοινωνική θέση των νέων γυναικών του σήμερα. Η Διάκου, ταξιδεύοντας επί τούτου στο παρελθόν, επιδιώκει να αναδείξει ότι οι νέες γυναίκες εξακολουθούν να δίνουν τις ίδιες μάχες που δόθηκαν και εκατό χρόνια πίσω- κυρίως όσον αφορά τον κοινωνικό έλεγχο πάνω στο γυναικείο σώμα, την άρση των έμφυλων περιορισμών και την άνιση κατανομή εξουσίας στην οικιακή/ οικογενειακή σφαίρα.

Αυτό το ξεχωριστό, το απίστευτης δύναμης πεζογραφικό ντεμπούτο της Διάκου, μιλάει με έντονο πάθος για τα γυναικεία δικαιώματα, συνδέοντας το ονειρικό και σουρεαλιστικό του περιεχόμενο με την επιστολική γραφή.

Η Λαβίνια Σουλτς είναι μια λογοτεχνική εξέταση του τι σημαίνει να είσαι νεαρή γυναίκα στο σήμερα, αλλά και του κάτω από ποιους κοινωνικούς μηχανισμούς το γυναικείο σώμα κατακερματίζεται σε ένα σύνολο από σωματικά μέρη, έκαστο από τα οποία ελέγχεται με συστηματικότητα. Μέσα από όμορφα επεξεργασμένες, πλούσιες και συχνά σκληρές εικόνες, το βιβλίο απεικονίζει το πώς η συστηματοποίηση και ο έλεγχος πάνω σε έναν άνθρωπο μοιάζουν, όταν γίνονται αντικείμενο παρατήρησης από έναν εξωτερικό παρατηρητή. Με αυτή την έννοια, αποκαλύπτει την πατριαρχία όχι σαν μια άθραυστη φυσική τάξη πραγμάτων, αλλά ως ένα απλό άθροισμα εξειδικευμένων μηχανισμών ελέγχου- έναν μηχανισμό που με τη σειρά του κι αυτός μπορεί να διαλυθεί στα εξ ων συνετέθη».

Θράκα

Βασίλης Νικολόπουλος, Τα πρόσωπα του πάγου  (ή ό,τι διαρκεί στη σκιά)

στην Αριάδνη

Τα πρόσωπα του πάγου / ή ό,τι διαρκεί στη σκιά…
χάδια, επιφάνειες τη νύχτα

Η Μεσογείων διαρκεί
Οι φίλοι διαρκούν και τα σκονάκια
Οι ράγες διαρκούν, τα τρένα όχι

Το πέλαγος διαρκεί και η μήτρα,
η στύση όχι
Οι φωτογραφίες διαρκούν, τα ποιήματα, τα στριφτά τσιγάρα

Αυτό που δεν εμπορεύεται διαρκεί… οι φυλακές
Η θεία λειτουργία διαρκεί… τα στρωμένα χαλιά
Τα γόνατα σπάνε, όχι

Τι άλλο διαρκεί

Τα ψεύτικα λουλούδια διαρκούν, και τα αληθινά
Η όσφρηση όχι
Οι νότες διαρκούν…

Το να είσαι υπέροχη

*

Γυροφέρνοντας (με) τον Ντύλαν

Ωσότου ξεχρεώσεις
όλα του πάνω κόσμου τα τσιγάρα
θα ‘χουνε καεί
Ύμνοι θα γράφονται για την αγάπη
και τον έρωτα
Μα πες μου, ποιος θα πιστεύει
πως ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία

Τίποτε πιο αμείλικτο δεν γνώρισα
από την ομορφιά
γεννημένη Φθινόπωρο
είτε σε κάποιου καλοκαιριού το χείλος ∙
κι ο χρόνος στραφτάλιζε στην πέτρα
σαν λεπίδι

Υπερβολές, θα πεις…
Ω! πάντα υπερβολές
Και οι εκδότες αύριο
θα γλείφουνε τα κόκκαλα,
ριγμένα στο πλατύσκαλο από χέρι
Η αρρώστια συρτή θα κάνει στις οδούς
και πες μου, ποιος θα πιστεύει
πως ο θάνατος δεν θα ‘χει πια εξουσία

Πες με ονόματα
που του ανθρώπου η ανημπόρια,
όσους τα φέρανε, τους κράτησε στο πόδι,
κι άλλα, όσων ταξίδι φύγανε αγύρτικο
από λάθος
Κι οι σκύλοι να χορεύουν της νύχτας
τον χορό
και τα παιδιά να μεγαλώνουν στην πλατεία
Λογαριάζεται η αγάπη;
Ο θάνατος;

Τέσσερις δρόμους διασχίζεις διαγώνια,
σ’ εκείνο το σημείο, το κενό ∙
και οι τρελοί θα σου μιλάνε πάντα με τα μάτια

*

στον Vic Chesnutt

[Πάντα συμβαίνει μια μάχη,
κι αν είναι να τσακιστείς
καλύτερα κάνε το χορεύοντας]

Η ζωή είναι μάχη σε ανισόπεδο κόμβο
Σταματά ή και δανείζεται ρόδες,
τρέχει για την επόμενη πόλη
σαν κάθε ένα απ’ τα μικρά σύννεφα

Γονατίζω εμπρός στην Αμερική του Γκίνσπεργκ
Το γόνατό μου δεν κάνει κρακ
Η ξεκαρφωμένη σανίδα στον προθάλαμο δεν κάνει κρακ
Ο πόλεμος θερίζει τις πιθανότητες μιας μέρας
άξιας να ιστορηθεί

Η πεταλούδα απόψε δεν κάθεται στον ώμο μου, ούτε και πουθενά
Χορεύει ολοπράσινη πάνω απ’ το τοπίο, στα μάτια μου μπροστά
Θέλει να πει, μην ανησυχείς, η ζωή έχει πλάκα ∙
μαύρες γάτες, ελεήμονες Θεούς, σφυρίγματα τη νύχτα