Τι μεταμεσονύχτιος θρίαμβος κι αυτός! Πώς ράγιζαν οι πλάκες απʼ τον αντίλαλο του φεγγαριού πώς έτρεμε ως το κόκκαλο ολόγυμνη η πλατεία κʼ υστέρα πώς η πόλη αποτραβήχτηκε στην κώχη της κι από κει μέσα παραμόνευε μʼ όλες της τις πληγές ορθάνοιχτες.
Και ξαφνικά νʼ ακούγεται βουή τεκτονικού σεισμού τα σπίτια να τινάζονται στον ουρανό κʼ οι σπόνδυλοι των άστρων να κατρακυλούν στη θάλασσα.
Νύχτα ατέλειωτο βάραθρο λεπίδι της αγρύπνιας μου ασημένιο.
Η πόρπη της παρθενικής σου ζώνης
Μόνο σαν νύχτα αφέγγαρη περάσουνε τα μεταγωγικά κʼ η πόλη ανυπεράσπιστη παραδοθεί γυμνή στους βιαστές της όταν ιστός κατάλευκος σαλπάρεις κι ούτε ως λαθρεπιβάτης πια δεν θα μπορέσω να διασχίσω τον γκρεμό ανάμεσα στα δυο σου στήθη —πόσο μάλλον την αγιάτρευτη λύπη σου που οχυρωμένη σε κορφές απάτητες θερίζει- σαν τσακιστεί το τελευταίο δοκάρι και πλημμυρίσει η θάλασσα με νάρκες αστεριών αφού ακουστεί πως ήρθε πια το πλήρωμα του χρόνου μόνο τότε την τελευταία στιγμή γυμνό σπαθί αλαβάστρινη σιωπή μου θα πάρω φυλαχτό την πόρπη της παρθενικής σου ζώνης που μουσκεμένη στο άσπιλο αίμα σου σε δίσεκτους καιρούς μπορεί και γίνεται η αγρύπνια μου ή θυρεός που την κατάλληλη στιγμή είναι ικανός να εκραγεί να στείλει στο βυθό τα πάντα.
Ως πότε θαʼ σαι το λεπίδι ο πετρωμένος χρόνος που οριοθετεί την πίκρα μου μη δει το πλάτος της μη σκύψει στη χαράδρα του ονείρου και ξεχυθεί αχαλίνωτη καλπάζοντας ως πότε διάτρητος από μεταπτώσεις ομοβροντίες και αντιπαροχές θα σε ακολουθώ δεν βλέπεις μέσα μου βαθιά κρυφά, πολύ κρυφά κι αθόρυβα που ανθίζει η νύχτα;
Πρέπει να πηδήξει από την ταράτσα της πολυκατοικίας στην απέναντι που είναι όλοι μαζεμένοι. Είναι μεγάλη η απόσταση μα θα πρέπει να τα καταφέρει. Για να τον δεχτούν. Αλλά δεν θα τον δεχτούν. Θα πρέπει να πέσει στο κενό, μπροστά στα μάτια τους να γίνει κομμάτια. Για να τον αγαπήσουν. Αλλά δεν θα τον αγαπήσουν. Θα πρέπει στη νεκροψία να βρεθεί ένα χαρτάκι σφηνωμένο στο στέρνο του με τα λόγια «Πέθανα για την αγάπη σας». Για να τον δεχτούν. Αλλά δεν θα τον δεχτούν. Θα πρέπει να λάβουν την είδηση ότι τα οστά του ευωδίασαν. Για να τον αγαπήσουν. Αλλά δεν θα τον αγαπήσουν. Αδιάφορα θα πουν: «φαινόταν πως δεν θα γινόταν ποτέ ένας από μας». Παιδάκι μου μη βρεθείς ποτέ στη γειτονιά τους. Για κανένα λόγο.
Άξεστο το παλληκάρι που ζει εκεί δίπλα στο πάτωμα π’ αλωνίζεται το ρύζι· σα δυό ρίζες μπανάνας στα πλευρά του χωριάτικου χαντακιού, κοιταζόμαστε, αγαπιώμαστε, αλλά δε θα με πάρει. Ζηλότυπη η ερωμένη του που είδα πριν δυό μέρες στο πλυντήριο να κατεβαίνει το μονοπάτι κόντρα στον άνεμο. Ήταν περήφανη· άραγε γιατί φορούσε μια παχειά προβειά κοράλλια στολισμένη ή γιατί ‘χαν μόλις ξαπλώσει; Όμως δεν είναι η θύελλα που θα ισοπεδώσει το λεπτό καλάμι, μήτε η ξαφνική ραγδαία βροχή στο διάβα κάποιου σύννεφου που θ’ αφηνιάσει το γαλάζιο ταύρο. Είμαι κατάπληκτη: ο άγονος μεγάλος βράχος κράτησε τη βροχή του κατακλυσμού κ’ είν’ η φωτιά που τρίζει τα σκάρτα σπυριά του καλαμποκιού,
τέτιος φημισμένος καπνιστής που πήρε καπνό όταν δεν είχε πια χασίς να πιεί. Μια δόση χασίς; -Ξεπήδησε στην Αντρινγκίτρα, ξοδεύτηκε στην Ανκαράτρα, δεν είναι παρά στάχτη σ’ εμάς. Ψεύτικη τέρψη ανάβει λίγον έρωτα αλλά η λάμα έχει κόψεις· γιατί ν’ αλλάξει ότι είναι φυσικό; -Αν σ’ έκανα να λυπηθείς κοιτάξου μες στο νερό της μεταμέλειας θα νιώσεις εκεί μια λέξη που άφησα Γεια σου, στροβιλισμένο πρόβλημα, σου δίνω την ευχή μου: πάλαιψε με τον κροκόδειλο, ορίστε τα τρόφιμά σου και τρία νούφαρα για το μεγάλο δρόμο.
*Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο Ανθολογία Νέγρων Ποιητών, εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1969, σε μετάφραση και γενική επιμέλεια Αλέξη Τραϊανού. Διατηρείται η ορθογραφία του μεταφραστή.
**Ο Flavien Ranaivo γεννήθηκε στις 13 Μαΐου 1914 στο Avironimamo της Μαδαγασκάρης και πέθανε στις 20 Δεκεμβρίου 1999 στην Troyes της Γαλλίας. Ήταν ποιητής και δημοσιογράφος. Ανάμεσα στα άλλα εξέδωσε και τα L’ombre et le vent (1947), Mes chansons de toujours (1955), Le retour au bercail (1962), Littérature magache (1956) και Images de Madagascar (1968).
Έφτιαξα μια ζωή από πηλό Που ράγισε στα χέρια μου Λερώθηκε στα χέρια αλλωνών Μέχρι που κομματιάστηκε Ζωγράφισα τη μοναξιά Με βλέμμα τρομαγμένο ταξίδεψα Σε έρημα νησιά χωρίς φωνή. Αγάπησα φαντάσματα που σύρθηκαν Μαζί μου σε κρεβάτια ηδονικά Κι έπειτα πέταξαν από κοντά μου κρώζοντας. Αρρώστησα σε κάτασπρα δωμάτια Κρατώντας το κορμί να μη σκορπίσει Έκλαψα από πόνο κι από στέρηση. Πύργους ονειρεμένους έχτισα Μα η αρχιτεκτονική λειψή και χάλασαν Στο δεύτερο σεισμό δεν άντεξαν Κρίθηκαν κατεδαφιστέοι. Με βλέμμα άτονο την παγωνιά προσμένω Νοέμβριος και στο μυαλό μου βρέχει καλοκαίρια. Μα είμαι σίγουρος πως κάποτε Μέσα από του χωραφιού την πρωινή δροσιά Μέσα απο τη λίμνη την ακύμαντη θα βγω Και θα επιστρέψω φωτεινός.
Είμαι ο αντικατοπτρισμός επάνω από τη λογοτεχνία της αστικής αψίνθου. Τρυφερή υπόθεση κάποιου αλκοολικού στουπιού, συγγραφέας-φάντασμα νέου έργου! Ο δρόμος είναι διακριτικά ανήμερος, τον χαρακώνουν κάτι εκλάμψεις. Ο θάνατος, ευκαιρία μοναδική μεγαλείων αόρατων, έχει απλώσει την αρίδα του σε ανάκλιντρο. Σαν άλλος ποιητής που δεν έχει ταίρι είμαι του κακοραμμένου ρούχου ο συγγραφέας.
Όλα είναι ένα μυστήριο, που κρύβεται σε κοινή θέα Η ζωή εξαφανίζεται όσο δεν την ακολουθώ Αυτό που φαίνεται, αλλάζει Η κάννη αγγίζει το μέτωπό μου, η σφαίρα σημαδεύει την καρδιά μου Ο θάνατος ψιθυρίζει τ΄ όνομά μου Ακούω τη φωνή μου καθώς σιωπώ Αν όλα είναι νερό, η δίψα είναι αρκετή Τα πάντα είναι μέσα σε όλα τα πράγματα Όλες οι καταστάσεις καταλήγουν σε μια αγωνία Διηγούμαι στη ζωή τα πράγματα που δεν γνωρίζει Δε φτάνει το σπόρο που καλλιεργώ Η αλήθεια φωνάζει ζωή Είμαι μαγεμένος καθώς ωριμάζω πεθαίνοντας Η ψυχή αποζητάει ένα σώμα, το σώμα αποζητά Στριμώχνομαι στα σοκάκια σου, χωρίς ανάσα Οι σκέψεις μου σκέφτονται τη ζωή Αυτό που δεν έχω, με κοιτάζει με πόθο Αχ, και να μπορούσε το μυαλό μου να εξαφανίσειτους ανθρώπους που δεν υπάρχουν Η δύναμη της ζωής έχει ειπωθεί απόλυτα Αυτοί που πιέζουν τα νεύρα έχουν νευρική σάρκα Ένας άνθρωπος δεν μπορεί να υπερνικήσει έναν άλλον
*
ΜΙΑ ΑΝΑΓΚΗ
Καθώς απαγγέλλω τ΄ όνομά μου, απομακρύνομαι από τον εαυτό μου Όταν σταματάωνα μιλάω, όλα γίνονται ανοησίες Είναι τα χέρια μου που πάντα κόβουν τα χέρια μου Είναι η μια πλευρά μου που είναι πάντα η άλλη Μέσα έξω, έξω μέσα; Πίστη γεμάτη αποτυχίες! Είναι ψέμα αν κάποιος με καταλαβαίνει Οι καρδιές ξεγελιούνται όταν την πατάνε Είναι πόνος όταν υπάρχει πόνος Οι γιατρειές δεν κυλούν όταν δεν κλέβεις κι εγώ πλημμυρίζω Κλαίω γιατί τα δάκρυα μου δεν κυλούν Η παιδική μου ηλικία είναι πεθαμένη, η νιότη μου πληγωμένη Οι αναμνήσεις με βρίσκουν όταν έχασα τις στιγμές Ένας άνθρωπος δεν ξέρει τι είναι Μια ανάγκη δεν είναι απαραίτητη
*
Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
Στο διάολο το νόημα που αλλάζει μ΄ ένα γράμμα! Όσο οι καθρέφτες με παραμορφώνουν, εγώ τους καταστρέφω Το όνομά μου είναι δικό μου είναι δικό σου Είμαι ένα ασθενοφόρο που μεταφέρει τα σωθικά μου Καλύψτε τις σφαίρες σας με πανοπλίες Εγώ είμαι αυτός που σκότωσε την ουσία Διέγραψέ με, μια και είμαι ήδη μια γραμμή Με αγαπημένα χείλη Είμαι ανίκητος, αφού πυροβόλησα ανθρώπους Όποιος έρχεται στο μυαλό μου, πεθαίνει Ό,τι κι αν πω, όλοι λένε «πώς» Δεν υπάρχει χρόνος για το μέρος, δεν υπάρχει μέρος για το χρόνο! Πολεμάω το κακό στα πάντα Είναι τέλειο να είσαι καλός Η ομορφιά καλώς ψάχνει την ομορφιά Αν το βέλος έχει φύγει από το τόξο, ας είναι από τον εραστή Μη φοβάσαι, η κρεμάλα είναι στην άκρη της γλώσσας μου Αυτό που είμαι είναι αυτό που ξέρω, αυτό που ξέρω είναι να υπάρχω Τα κύτταρά μου είναι το κύτταρο στο οποίο είμαι παγιδευμένος Ένα σάουντρακ συνοδεύει τις λέξεις μου όταν σε σκέφτομαι Τι να πω χωρίς καν να λέω; Είμαι σε μια κατάσταση, η κατάστασή μου είναι μια περίπτωση Δραπέτευσα αφήνοντας την καρδιά μου στα χέρια σου
Όλη μέρα δουλειά, το βράδυ σουρωμένος. Ξυπνώ στις τέσσερεις· βουβό σκοτάδι, πίσσα. Σε λίγο θ’ αρχίσει να φέγγει στις παρυφές της κουρτίνας. Στο μεταξύ, ο πανταχού παρών μια μέρα πιο κοντά μου. Μουδιασμένο μυαλό: πώς, πού, πότε; Άκαρπες ερωτήσεις. Ωστόσο ο τρόμος της ώρας του θανάτου, ο φόβος πως θά ’μαι νεκρός σαν αστραπή με αδράχνει και με γεμίζει φρίκη.
Το μυαλό αδειάζει μέσα σε τυφλωτική αντηλιά. Δεν μιλώ για ενοχές –το καλό που δεν έκανα, την αγάπη που δεν έδωσα, τις μέρες μου που φυλλορόησαν– ούτε και για μιζέριες μιλώ: πολύ καιρό θέλει η ζωή να την ανεβείς και τα πρώτα λάθη της μπορεί διά βίου να σε κυνηγάνε. Το μυαλό αδειάζει μέσα στο μεγάλο κενό του πάντοτε, στη βέβαιη εξαφάνιση προς την οποία οδεύουμε και όπου παντοτινά θα καταποντιστούμε. Ούτε εδώ ούτε πουθενά – όπου να ’ναι, να ’τος, θα φανεί. Τίποτα πιο τρομερό, τίποτα πιο αληθινό.
Περίεργος φόβος, αδύνατο να τον κοροϊδέψεις. Είναι αλήθεια πως η θρησκεία προσπάθησε! Υφασμένο στο στημόνι της μουσικής το ράσο της, βαρύτιμο και σκοροφαγωμένο, καμώνεται τάχα μου πως δεν θα πεθάνουμε. και τι να πεις για την άλλη ψευτιά πως «ο μυαλωμένος άνθρωπος δεν φοβάται κάτι που δεν πρόκειται να το αισθανθεί». Μα αυτό ακριβώς τρέμουμε – τίποτα να μη βλέπεις, να μην ακούς, να μην αγγίζεις, να μη γεύεσαι, να μη μυρίζεις, να μην έχεις μυαλό για να σκεφτείς, ούτε ν’ αγαπάς και να δένεσαi. Από τέτοιο αναισθητικό δεν συνέρχεσαι.
Έτσι είναι κι έτσι μένει μια θολή, ακαθόριστη εικόνα άκρη άκρη στο μάτι, μια παγωνιά που επιμένει να ναρκώνει τη θέληση, να εξανεμίζει τις αποφάσεις. Πολλά τα πράγματα που δεν θα γίνουν· ο θάνατος, αυτός θα γίνει. Όταν βρεθείς χωρίς παρέα και πιοτό, ο φόβος αβάσταγος ορμά, πυρά του φούρνου σαν σύρεις την πλάκα. Το κουράγιο ίσα ίσα φτάνει να μην τρομάζεις τον άλλο κι η γενναιότητα δεν σε γλυτώνει από το μνήμα σου. Είτε κλαψουρίζεις είτε τον αψηφάς, ίδιος ο θάνατος σιμά σου.
Σιγά σιγά το φως δυναμώνει κι όλα παίρνουν σχήμα στην κάμαρα. Ό,τι ξέρουμε, ό,τι πάντα ξέραμε, είναι μπροστά μας χειροπιαστό σαν την ντουλάπα εκειδά στη γωνιά. Να το αποφύγουμε δεν μπορούμε, να το δεχτούμε δεν γίνεται· ας αποφασίσουμε επιτέλους. Στο μεταξύ το τηλέφωνο παραμονεύει έτοιμο να χτυπήσει στα μανταλωμένα γραφεία, και αδιάφορος ο περίπλοκος κόσμος, ο κόσμος που νοικιάζουμε, αρχίζει ν’ ανακλαδίζεται. Ουρανός μπαμπάκι, ο ήλιος καταχωνιασμένος κι η δουλειά περιμένει. Οι ταχυδρόμοι σαν τους γιατρούς πάνε από πόρτα σε πόρτα.
*Η απόδοση στα Ελληνικά του ποιήματος του Philip Larkin (1922-1985) πρωτοδημοσιεύτηκε πριν από δεκαπέντε χρόνια στο περιοδικό Ευθύνη, τχ. 269 (Μάϊος 1994, σσ. 254-255). Παρ’ όλο που αυτή η προσπάθειά μου δεν αποτελεί διασκευή, αλλά απόδοση στη γλώσσα μας –ή καλύτερα δοκιμή να λειτουργήσω περισσότερο ως ερμηνευτής του (interpreter, interprète) παρά εκτελεστής (performer, exécutant), όπως θα λέγαμε στη Μουσική–, προτίμησα τον όρο «ανάπλάση» γιατί πιστεύω ότι το δύσκολο έργο της μετάφρασης από τη φύση του δεν μπορεί παρά να είναι αμφίδρομη ζύμωση – της γλώσσας πηγής και της γλώσσας στόχου, του ποιητή και του μεταφραστή· ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να διατηρεί κάτι, ελάχιστο έστω, από το πλάσιμο και τη μυρωδιά του επιούσιου. Π.Κ.
I got that rose from an unknown woman when I was on my way to an unknown city. —And now that I’m in town slept in its beds, played cards under its cypress trees, drank myself full in its taverns and have seen that woman coming and going, going and coming, I don’t know, anymore, where to throw that rose of mine.
Everywhere, where I was, hangs its fragrance. And everywhere, where I wasn’t, its withered leaves lie crumpled in the dust.
*
ΤΟ ΡΟΔΟ ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΣΒΟ
Από γυναίκα άγνωστη έλαβα ένα τριαντάφυλλο στη νέα πόλη καθώς πήγαινα. Και τώρα πού έφτασα στην πόλη και σε κρεβάτι της κοιμήθηκα κι έπαιξα χαρτιά στα κυπαρίσια από κάτω κι ήπια ακόρεστα μες στις ταβέρνες της κι αφού είδα τη γυναίκα να `ρχεται και να πηγαίνει δεν ξέρω πια το τριαντάφυλλο τί να το κάνω.
Όπου βρισκόμουν ήταν και τ’ άρωμά του κι όπου δεν ήμουν μαραινόταν και πέφταν στη σκόνη τα ροδοπέταλά του.
*Από το “Digte / Gedichte“, Kleinheinrich Verlag, Münster 1988. Αγγλική μετάφραση: Germain Droogenbroodt – Stanley Barkan. Ελληνική μετάφραση: Μανώλης Αλυγιζάκης/ translated by Manolis Aligizakis.