Hilde Domin, Πέντε τραγούδια αποδημίας [“Funf Ausreiselieder”]

1

ΕΔΩ

Ανεπιθύμητα παιδιά
οι λέξεις μου
παγώνουν.
Ελάτε
θα ’θελα να σας
απιθώσω
στα ζεστά μου
ακροδάχτυλα
πεταλούδες μες στο χειμώνα.
Ο ήλιος
χλωμός σα φεγγάρι
λάμπει κι εδώ
σε τούτη τη χώρα
όπου την αίσθηση του ξένου
γευόμαστε ως το τέλος.

2

ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΑΠΟΔΗΜΙΑΣ

Τ’ αντικείμενα με βλέπουνε να ’ρχομαι
ξυπόλυτη
τους ξαναδίνω την ελευθερία τους:
στο κρεβάτι μου που ήθελε να ’ναι το κρεβάτι μου
στο τραπέζι μου
στους τοίχους που υπόσχονταν να με περιμένουν
σαν τους τοίχους των χρόνων των παιδικών.
Τρυφερά μου πράγματα
θέλατε να με κρατήσετε
Πράγματά μου
με βλέπετε να φεύγω.

3

ΔΡΑΠΕΤΕΥΩ ΣΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟ

Δραπετεύω στο ελάχιστο
της αιωνιότητας ενός βρύου
υγρού
τοσοδά μικρού
απ’ τα μικράτα
μέχρι σήμερα.
Εγώ ο Γκάλιβερ
ακουμπάω το πρόσωπο σ’ αυτό το μούσκλο
ο Γκάλιβερ
που το βήμα του
ορθώνω
και περνά το σύνορο της χώρας.

4

ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΧΡΟΝΟΣ ΓΙΑ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ

Όταν είναι τα προάστια για σένα τα όρια του κόσμου
γνωρίζεις τη μυρωδιά
βάζεις τα γράμματα του αλφαβήτου το ’να πλάι στ’ άλλο
κι αυτά ανοίγουνε
κει μέσα μπαίνεις
όχι
σ’ άνοιγμα
σ’ άλλο κλείσιμο.
Έξω απ’ την πόρτα σου
για πού τάχα;
Δε μένεις εσύ σε σπιτικό
σαν τον καθένα
μοναχική
σαν τον καθένα
στης τίγρης σου τα σαγόνια;
Όχι, δεν υπάρχει χρόνος
για περιπέτεια.

5

“SILENCE AND EXILE”

Δεν τη χάνεις ποτέ την εξορία
τη μεταφέρεις μαζί σου
κει μέσα χώνεσαι
λαβύρινθος διπλωμένος
έρημος
τσέπης.

*Η Hilde Domin (1909-2006, πραγματικό όνομα Hilde Lowenstein) ήταν μια σπουδαία Γερμανίδα ποιήτρια της μεταπολεμικής εποχής. Σπούδασε σε διάφορα γερμανικά πανεπιστήμια το διάστημα 1929-1932. Το 1932, όμως, λόγω της εβραϊκής της καταγωγής αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στην Ιταλία, ενώ το 1939, λόγω των πιέσεων από το τότε φασιστικό καθεστώς, έφυγε με τον σύζυγό της για τη Μ. Βρετανία. Φοβούμενη την εξάπλωση του ναζισμού και του αντισημιτισμού, προσπάθησε να διαφύγει για την αμερικανική ήπειρο. Μετά από συνεχείς περιπέτειες και απογοητεύσεις, το ζευγάρι κατέλυσε στον Άγιο Δομήνικο το 1940 (το ψευδώνυμο «Ντόμιν» είναι μια έκφραση ευγνωμοσύνης προς τη χώρα αυτήν). Η ποιήτρια έμεινε εκεί έως το 1954, προσφέροντας ποικίλο πνευματικό και καλλιτεχνικό έργο. Έπειτα από περισσότερα από είκοσι χρόνια εξορίας, επέστρεψε στη Γερμανία, όπου έζησε ως συγγραφέας μέχρι τα βαθιά γεράματα.

Μαζί με τη Νέλλυ Ζακς (Nelly Sachs), με την οποία συνδέθηκε με βαθιά φιλία, και τη Ρόζε Άουσλέντερ (Rose Auslander), η Ντόμιν θεωρείται ίσως η σημαντικότερη εβραϊκής καταγωγής γερμανόφωνη «ποιήτρια της εξορίας». Πράγματι, το βίωμα της αναγκαστικής αποδημίας από την πατρίδα σημαδεύει το έργο της. Ξεκίνησε να δημοσιεύει σε ξεχωριστούς τόμους τα ποιήματά της σε ώριμη ηλικία, μετά την επιστροφή της στη Γερμανία. Στο έργο της, η ποιητική έκφραση είναι σκόπιμα απλή και βατή. Η γοητεία της ποίησής της πηγάζει ακριβώς μέσα από την απλότητα. Όπως τόνιζε η ίδια, οι ποιητές πρέπει να έχουν το θάρρος να «λένε τα πράγματα με τ’ όνομά τους».

**Τα Ποιητικά, τχ. 31, Οκτώβριος 2018, σελ. 12) – Μετάφραση από τα Γερμανικά: Θεοδόσης Κοντάκης.

Αλέξης Τραϊανός, Romanland

Δεν έχω ήλιο να σε κρατήσω
Φόρεμα να σε ντύσω

Μένει μόνο ο ύπνος μου να σε δέχεται
Στις μυστικές του κρύπτες
Στις ανεκπλήρωτες διαθέσεις του
Να σε μαζεύει λίγο λίγο
Σταγόνα σταγόνα μέσα στις φούχτες μου
Τόσο θρυμματισμένα τόσο επώδυνα
Σαν ένα καθρέφτη ραγίζοντας στο πρόσωπό μου

Έτσι ράγισες έτσι νυχτώνεις
Σβήνοντας ένα ένα όλα τα φώτα
Να γίνει η μεγάλη σιωπή
Να γίνει η μεγάλη στέρηση
Τίμημα της πολλής αγάπης
Τίμημα της πολλής στοργής.

*Από τη συλλογή “Φύλακας Ερειπίων”.

Μικρές ψηφίδες άσβεστου και άχρονου πόνου [Παγωτό Δακρυγόνο, Παύλος Ανδρέου]

Γράφει ο Γιώργος Δρίτσας*

Μέσα στις πάμπολλες πνευματικές ζυμώσεις που γίνονται στη μαρτυρική Μεγαλόνησο, ξεπηδούν νέες ποιητικές φωνές που δίνουν μια νέα σύνθεση στον ήδη οργασμικό πνευματικό κυκεώνα της κυπριακής διανόησης – μιας διανόησης που από τους κόλπους της ξεπήδησε κάποτε ο «Σολωμός της Κύπρου» Βασίλης Μιχαηλίδης, και αργότερα ο «ποιητής – αντάρτης» Γρηγόρης Αυξεντίου, ο Κώστας Μόντης και ο Παντελής Μηχανικός.

Ποιητική ενδοσκόπηση

Μια από αυτές τις νέες φωνές είναι και ο Παύλος Ανδρέου, ο οποίος εξέδωσε σχετικά πρόσφατα την πρώτη του ποιητική συλλογή με τον ιδιαίτερο τίτλο Παγωτό Δακρυγόνο από τις εκδόσεις Θράκα.

Από τον πρόλογο της Αγγελικής Αποστολοπούλου προϊδεαζόμαστε για το ότι έχουμε να κάνουμε με έναν ποιητή που «ορκίζεται στις λέξεις» του και ανήκει σε μια νέα γενιά, αυτής της αμφισβήτησης, που σηκώνει μια ομιχλώδη κληρονομιά στους ώμους της, μετά από χρόνια κοινωνικής νηνεμίας.

Πιο συγκεκριμένα, ήδη στο πρώτο ποίημά τού με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Υπερηχογράφημα» ο Ανδρέου μάς ανακοινώνει ότι σκοπεύει να καταστρέψει την «τρέχουσα ταυτότητά του». Μέσα από μια πράξη εκμηδένισης κάθε παραδεδομένης ταυτοποίησης, εν είδει μιας συνεχούς «διαταραχής ταυτότητας» (βλ. ποίημα «Ομοφοβία»), που θα τον οδηγήσει να γίνει ένα με την ορμή της φύσης και δη των κυμάτων.

Η ρευστή του αυτή φύση τον οδηγεί στους δρόμους της Αμμοχώστου, μιας πόλης γεμάτης ανθρώπους «χωρίς μοίρα» που τους σκεπάζει το σκοτεινό φως του «μισοφέγγαρου» (βλ. ποιήματα «Στέψη» και «Οικειοποίηση») – μια ξεκάθαρη αναφορά που δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση.

Ο ποιητής που χύνει άπληστα τα μελάνια της γραφίδας του (βλ. ποίημα «Ροζ βίντεο»), θέλοντας να προκαλέσει αναστάτωση με τη γραφή του, μετατρέπεται σε μια κινητή βόμβα, σε μια κροτίδα, σε ένα «παγωτό δακρυγόνο», τίτλος του ομώνυμου ποιήματος της συλλογής από όπου πήρε και τον τίτλο της, το οποίο προσφέρεται όμως σε όλους ανεξαιρέτως. Εξάλλου κάθε επαναστατική πράξη πρέπει να κοινωνείται και κάθε μανιφέστο να γίνεται η αφορμή για μια ομολογία πίστης που δεν πρόκειται να δοθεί, καθώς πρόκειται από στιγμή σε στιγμή θα εκραγεί στον αέρα (βλ. ποίημα «Κροτίδα»).

Μια ποιητική συλλογή που φέρνει στο νου μας σκηνές από οδοφράγματα και από το κυπριακό αντάρτικο και η οποία συνδέει την καθημερινή αγωνία των ανθρώπων με μικρές ψηφίδες άσβεστου και άχρονου πόνου, μετουσιωμένου σε μια έξυπνη υπερρεαλιστική εικονοκλασία.

*Ο Γιώργος Δρίτσας γεννήθηκε το 1994 στην Κόρινθο. Είναι απόφοιτος του Φ.Π.Ψ. (Φιλοσοφία, Παιδαγωγική, Ψυχολογία) της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, στο οποίο και συνεχίζει τις μεταπτυχιακές και διδακτορικές του σπουδές. Έχει συμμετάσχει σε πληθώρα συνεδρίων και ημερίδων ως ομιλητής, ενώ άρθρα, δοκίμια και μελέτες του έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα, επιστημονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους. Επιπροσθέτως, ποιήματα και διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί σε διαδικτυακά και έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά, και ανθολογίες ενώ από τις εκδόσεις Οδός Πανός κυκλοφορούν οι ποιητικές του συλλογές σκιά θανάτου και το ματωμένο όνειρο.

**Το κείμενο προέρχεται από εδώ: https://www.literature.gr/mikres-psifides-asvestoy-kai-achronoy-ponoy-pagoto-dakrygono-paylos-andreoy/

Μαρία Λαϊνά, Πέντε ποιήματα

[Η φύση του πράγματος]

Πολύ πιο όμορφο απ’ το κανονικό
χωρίς ν’ αφήσει ίχνος πίσω του
ούτε στα χόρτα ούτε στο καμένο χιόνι

έπεφτε απ’ την καμινάδα κι απλωνόταν
τραυλίζοντας ένα μισολιωμένο φως
ακατανόητο και παγωμένο

τίποτα πια δεν έμενε ακίνητο τη νύχτα
και τίποτα πάνω στη γη δεν έμοιαζε με τίποτα
όλοι έχουν προχωρήσει ώρες.

Υπήρχε κι ένας άλλος ήχος
που αντιστάθηκα στον πειρασμό να τον ακούσω·
αρκεί η θέα για τη νοσηρή μου φαντασία
κι ό,τι αχνίζει ως τον βάλτο

να ρίξω ένα ρούχο πάνω σ’ ό,τι έμεινε
μπόρεσα τελικά να μείνω.

*Ρόδινος φόβος”, εκδόσεις Στιγμή, 1992

*

[Ο χειμώνας…]

Ο χειμώνας είναι δροσερός
τα φαράγγια κατεβαίνουν από ψηλά
έως τον νότο και τη δύση.
Οι θίνες αλλάζουν
παρασύρονται
Δύο φορές τον χρόνο τις παίρνει ο άνεμος
τις πάει

κιόλας μακριά

γιατί περνάνε τα σύννεφα και ξέρεις
πηγαίνουν αλλού
δεν θα μείνουν εδώ

σαν κάποιος να κατοικεί αυτή την απέραντη χώρα
και να είναι τα πράγματα λίγα
ολοένα λιγότερα

*

Οι νομάδες γυρίζουν όταν πέφτει βροχή
τον χειμώνα·
τρώνε χουρμάδες
τα ζωντανά τους τρώνε κι αυτά·
με το ξύλο από τις φοινικιές φτιάχνουν κάτι
όχι πολύ
Σιγά σιγά το κλίμα απλώνεται

αφήνει τον ουρανό ελεύθερο

“Εδώ”, εκδόσεις Καστανιώτη, 2003

*

Κρύο φως της αυγής
βλέπω
μαλλιά να γίνονται φύκια

Δύσκολα θυμάσαι
ότι το τώρα
δεν θα ξανάρθει
όλο τον καιρό
και τον επόμενο
σαν πέτρα
σαν χιόνι σαν ήλιος στην πέτρα

Τι έχω έρθει να κάνω λοιπόν;
τι στο καλό ήρθα να κάνω;

“Ο κήπος. Όχι εγώ”, εκδόσεις Καστανιώτη, 2005

*

[χωρίς κανέναν κόπο…]

χωρίς κανέναν κόπο
ανθίζουνε τα μύγδαλα

να το φυλάξεις το παιδί
αλλιώς, θα ζήσει

“Μικτή τεχνική”, εκδόσεις Πατάκη, 2012

Κορνηλία Καδόγλου, Δύο ποιήματα

ΟΥΡΑΝΙΑ ΕΞΟΡΙΑ

Καταδικασμένοι να ζουν στην κόλαση
της ευφορίας και της απάτης
βυθίζονται όλο και περισσότερο
σε ένα αιώνιο σκότος

Έρεβος των αισθήσεων και των πολιτισμών
χωρίς όρια εκτροχιασμένοι
από την αρχέγονη φύση τους
και περιπλανημένοι εκπορνεύουν
την ευτυχία τους σε δεκάδες δαιμόνια,
αγγελικά πλασμένα δημιουργήματα
απάτης και κενότητας φθαρμένα από τον χρόνο.

Ψυχές περιπλανώμενες στο τίποτα
δέσμιες του φωτός,
διασπώνται σε πύρινες φλόγες
στην αναζήτηση του αδιαίρετου Έρωτα.

*


ΣΤΕΦΑΝΩΜΕΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Κι έτσι γύρισα το χρόνο πίσω
για να πάρω τον Έρωτα που μου χρωστάς
τα φιλιά, τα χάδια, τις αγκαλιές
που μοιράστηκαν άδικα σε ξένα χέρια

Γύρισα με τη δίψα στα χείλη
την παρόρμηση των κολασμένων
που τραγουδούν ακόμη
τον Έρωτα που ξοδεύτηκε σε ξένα κορμιά

Γύρισα όπως στο είχα υποσχεθεί
και ας πέρασαν χιλιάδες καλοκαίρια
σαν μπόρες μέσα απ’ τα μάτια σου,
χλωμά φθινόπωρα και μεθυσμένες γιορτές

Γύρισα και μαζί με μένα
γύρισε κι ο Έρωτας
με αγκάθινο στεφάνι.


*Από τη συλλογή, «Μόριμος, ο πένθιμος επισκέπτης του θέρους», εκδόσεις Φ. Χατζηπάντου.

Νίκος Καρούζος, Διάλογος Πρώτος

Σα να μην υπήρξαμε ποτέ κι όμως πονέσαμε απ᾿ τα βάθη.
Ούτε που μας δόθηκε μία εξήγηση
για το άρωμα των λουλουδιών τουλάχιστον.
Η άλλη μισή μας ηλικία θα περάσει
χαρτοπαίζοντας με το θάνατο στα ψέματα.
Και λέγαμε πως δεν έχει καιρό
η αγάπη να φανερωθεί ολόκληρη.
Μία μουσική
άξια των συγκινήσεών μας δεν ακούσαμε.
Βρεθήκαμε σ᾿ ένα διάλειμμα του κόσμου
ο σώζων εαυτόν σωθήτω.
Θα σωθούμε από μία γλυκύτητα
στεφανωμένη με αγκάθια.
Χαίρετε άνθη σιωπηλά
με των καλύκων την περισυλλογή
ο τρόμος εκλεπτύνεται στην καρδιά σας.
Ενδότερα ο Κύριος λειτουργεί
ενδότερα υπάρχουμε μαζί σας.
Δεν έχει η απαλή ψυχή βραχώδη πάθη
και πάντα λέει το τραγούδι της υπομονής.
Ω θα γυρίσουμε στην ομορφιά
μία μέρα…
Με τη θυσία του γύρω φαινομένου
θα ανακαταλάβει, η ψυχή τη μοναξιά της.

*Από τη συλλογή “Διάλογοι”, 1956.

**Πηγή: https://www.apotipomata.com/

Έλενα Τουμαζή (Ρεμπελίνα), Δύο ποιήματα

ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΧΡΥΣΟΘΕΜΗΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΔΗΜΟΣΙΟ ΑΠΟΚΕΦΑΛΙΣΜΟ ΤΗΣ ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ ΜΕΤΑ ΧΡΙΣΤΟΝ (1977)

Το σώμα μας ένα θέατρο μαυσωλείο σημάτων
Χρυσόθεμη
από δω και πέρα χωρίς μάνα
μικρό κορίτσι κουλό απ’ το δεξί
μπορούσα χωρίς
υπήρχε βέβαια η γιαγιά κι’ ο τροβαδούρος
φτάνουν ;
η επέμβαση
έγινε τα πράγματα
σκόρπισαν στο σταυροδρόμι το πλοίο
μπήκε ονειρευόμουνα
… για πάντα στο σκοινί του ακροβάτη
ενώ τα τραίνα πάνε
άσπρα και τρυφερά
στον πρώτο ήχο της αυγής έτοιμα
το κορμό μου
τι κρίμα να ξυπνάμε ένα πρωί
με μια εικόνα σφαγής μέσα στο κεφάλι!
… Τι να πρωτοθυμηθείς Χρυσόθεμη
την παράσταση επί του φέρετρου
τον πόλεμο
την προσφυγιά
Α όχι όχι
Η Quelle Bellina έρκεται,
… ήρθεν το τέλος εκείνου του μύθου που σας έλεγα
βομβάρδισαν τις πολυκατοικίες
εισήλθε ένα στοιχείο κόκκινο και άμορφο στο χώρο των γκρίζων κουτιών
η Αννόχωστος δεν είναι πια η ίδια
Να τους οι εξουδετερωμένοι
παρέα με τους μεγάλους μοναχικούς ποιητές
πορεύονται
έξω από τα τείχη και της δικής μας πόλης
ο Αττίλας ήρθε να «αποκαταστήσει την ανατραπείσα τάξη»
μονολογώντας ο γελωτοποιός
ο Τάκης ο Τρελλός
στην ταράτσα μιας κενής πολυκατοικίας
«Δεν με φτάνουν τ’ αλαφροπέτρινα φεγγάρια
η σκόνη τους γι’ αυτοκτονία
Ας τους να φύγουν
Καλύτερα ή πόλη έτσι άδεια
νεκρή
τα σπίτια μόνα ολομόναχα
σε ανύποπτο χρόνο του καρκινώματος

*

ΩΔΗ ΣΤΙΣ ΚΑΘΑΡΙΣΤΡΙΕΣ

Σκυφτή γυναίκα καθαρίστρια των καφενείων
μέσα σ αναποδογυρισμένα τραπέζια
και σε σκόνες
Μόνη σου συντροφιά η τελευταία λάμπα
της περασμένης νύχτας
το τελευταίο αστέρι της αυγής
η ψυχή σου,
που τρεμοσβήνει
ετοιμάζοντας τις «καθαρές» ζωές
αυτών που έρχονται τη μέρα
η γρηά ρακοσυλλέκτις ένα τσουβάλι παραμορφωμένα κόκκαλα • οστεοπόρωσης
η νέα μόνη της μ ένα βυζί (το άλλο της το κόψανε)

*Από τη συλλογή “Λειτουργία του νεκρού παρόντος, Σχέδια και ποιήματα” 1974.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Μοναξιά 

Αν ενώσεις το βροχόνερο με το δάκρυ σου
το γέλιο σου με τον ήλιο
το σίφουνα, τον αγέρα με την ξεσηκωμένη αγανάκτησή σου.

Αν κλάψεις για τα παιδάκια με τις ρόδινες ανταύγειες
του δειλινού στο πρόσωπο, που πλαγιάζουν
με τα χεριά αδειανά, με τα πόδια γυμνά
θα βρεις τη μοναξιά σου.

Αν σκύψεις στους συνανθρώπους σου
μες στα αδιάφορα μάτια τους θα ‘ναι γραμμένη
απελπιστική, ολοκληρωτική η μοναξιά σου.

Κι αν πάλι τους δείξεις το δρόμο της δύναμης
και τους ξεφωνίσεις να πιστέψουν μόνο τον εαυτό τους
θα τους δώσεις μια πίκρα παραπάνω
γιατί δε θα το μπορούν, θα ‘ναι βαρύ γι’ αυτούς
και θα ‘ναι πάλι η μοναξιά σου.

Αν φωνάξεις την αγάπη σου
θα ‘ρθει πίσω άδεια, κούφια, η ίδια σου η φωνή
γιατί δεν είχε το κουράγιο να περάσει όλες
τις σφαλισμένες πόρτες, όλα τα κουρασμένα βήματα
όλους τους λασπωμένους δρόμους.
Θα γυρίσει πίσω η φωνή που την έστειλες τρεμάμενη
λαχταριστή, με άλλα λόγια που δεν την είχες προστάξει εσύ
τα λόγια της μοναξιάς σου.

Θεέ μου, τι θα γίνουμε;
Πώς θα πορευτούμε;
Πώς θα πιστέψουμε; Πώς θα ξεγελαστούμε;
Μ’ αυτή την αλλόκοτη φυγή των πραγμάτων
των ψυχών από δίπλα μας;

Ένας δρόμος υπάρχει, ένας τρόπος.
Μια θα ‘ναι η Νίκη:
αν πιστέψουμε, αν γίνουμε, αν πορευτούμε.
Μόνοι μας.

Δημήτρης Μιχελουδάκης, Δύο ποιήματα

ΑΡΥΘΜΗΣΙΜΟ

Στον Ηλία “Ελευθεριακό”

Το ποίημα δεν είναι η ευθεία που κοιτάς

ο βιογράφος τη ζωούλας σου

η λεκτική σου τσάρκα –

είναι τα πρέκια και των δύο

είν’ ένα ζάρι

φτιαγμένο από το κλείσιμο του ματιού στη

Νέκυα

γι’ αυτό ζαλίζει τα αριθμοκάγκελα

γι’ αυτό η αλλεργία στους σεμνολόγους

(και τα διαλεκτικά γρανάζια τους)

Κοίτα το πώς ξεφεύγει από τα παρακρατικά ελληνικά:

με δίχως υπάλληλο φως

με δίφραγκα όνειρα στην τσέπη

ψωνίζοντας αλήθειες από το θανατάδικο της γειτονιάς

μπορείς να γράψεις με μια σου μόνο φλέβα;

(αυτή του ρίγους λέω)

*

ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΝΥΣΤΕΡΙ

Είναι αυστηροί οι μέλλοντες
τιμωρούν όταν σπαταλάμε
ενεστώτες

Αυτός ο κόσμος είναι ένας κρουπιέρης
μας μαζεύει όλους
μας ανακατεύει
μας μοιράζει
όλοι έχουμε στόματα πάλι
ουράνιο τόξο κανείς

Αλλά η μνήμη
είναι μια σφιχτή χειραψία
όπως ο θάνατος

Κι έτσι κοψοχρονιά που έδωσα τα σύννεφα
δεν βρίσκω χειρολαβές
γι΄αυτόν τον κόσμο

*Από τη συλλογή “Συντηρητής ουράνιων τόξων”, εκδ. στίξις, Ιούλιος 2022.

Παύλος Γερένης (Pavlos Jerenis), Εισαγωγή στην Κατάλυση της Μορφής 

1

Τα σπίτια που υπήρχαν φύγανε
και βυθίστηκαν μέσα στη μνήμη στη σκηνή και στα πρό-
σωπά της.
Το λάδι που κοιτούσαμε χείμαρρος να κυλά και όσμιζόμα-
σταν μια ηδονή
το μετράμε με τους ζυγούς των φαρμακών σταγόνες.

Τα σπίτια που δεν χτίσαμε φύγαν.
Λες τώρα δεν μένει λύση άλλη
απόφαση ή πρόφαση ή άρση ή θέση.
Τώρα πού τα σπίτια έφυγαν — τότε μας φιλοξένησαν
δεν μένει άλλη λύση:
θα ανοίξω την πόρτα που σιγά σιγά
—χτίστης ο καιρός καλός και χαράκτης—
φόρεσε το ύφος του ναού των Μalatesta
με τα μάρμαρα τα χρωματιστά τα κοχύλια
τα κάνιστρα με τα φρούτα με τις ανάγλυφες του Αgostino
di Duccio
και τον εσταυρωμένο του Giotto που μας άφησε στο πέρα-
σμα του
—εδώ που χάσαν τη ζωή τους μερικοί Ελληνες—
και στα υψηλά περιστύλια προθήκες τα κόκαλα του Πλή-
θωνα του Γεμιστού. Ένα μοναστήρι μοναχών Φραγκισκανων πριν ο Leon Bat-
tista Alberti αναλάβει την ανοικοδόμηση.
Οι μηχανές του ολέθρου —βέβαια— ιεροσύλησαν στην οροφή
του θριάμβου της αγάπης του Sigismondo Pandolfo Mala-
testa και της Ιsotta
και στις ψυχές των Ελλήνων μερικών Ελλήνων
μερικών ανθρώπων.

2

H λευκόστηθη φόρεσε το μανδύα της αβύσσου.
H λευκόστηθος και λευκώλενος αυγή των ονείρων.
Οι κλώνοι των άδυτων αστερισμών στάζουν τα τριμμένα
ροδόφυλλα στην όραση και στην αναπνοή των ακροατών
και θεατών του συμποσίου του Ήλιογάβαλου
ο ήλιος διηγείται το μύθο του αέναου φωτός στους από δρε-
πανηφόρα άρματα ξεκοιλιασμένους νυχτοβάτες.

3

Ο ύπνος τα τείχη ύψωσε της μοναξιάς του
και η πολιτεία του αγάπες βυθισμένες στο διάστημα της
Ατλαντίδας
και η οικονομία του άνθη με παράξενα ονόματα
Αnisia Αnisita
σημεία γραμμένα στην απουσία με τη γύρη των στημόνων
που περιμένει με αγωνία τον κήρυκα να γονιμοποιηθεί — ας
είναι
ποιος θα μπορέσει να πει τα ίδια παραμύθια πριν τα μάτια
του αδειάσουν από φως
και η λαμπαδηφόρος πνοή του —κομήτης— τον ουρανό χα-
ράξει
πόσα βλέμματα θα χαϊδέψουν την πύρινη χήτη του πριν θε-
σμοποιηθεί στο άδυτο κενό
και τα παιδιά του, θα εύχονταν, να ανθίσουν παπαρούνες κά-
θε καιρό στης Άνοιξης το σώμα
και από εκεί κάθε καιρό να αποχαιρετιούνται.

*”Εισαγωγή στην Κατάλυση της Μορφής”, εκδ. “Γνώση”, 1981.