Αφροδίτη Κατσαδούρη, Πέντε ποιήματα

ΓΑΛΑ ΥΠΕΡΑΞΙΑΣ

Μια μέρα
λιποθύμησα στον η λ ε κ τ ρ ι κ ό
ήμουνα λέει
κάτασπρη
ολόλευκη
ωχρή
γαλακτερή
ένας δεν δίστασε
με ρώτησε εάν διετέλεσα υπουργός
εργασίας υπουργός
έμοιαζα έλεγε με αυτόν που ‘φαγε
και καθέρμεξε τον εργάτη
στις ειδήσεις των ω χ τ ό.

*

ΕΘΝΙΚΕΣ ΩΔΕΣ

Σκούζουν τα αδιέξοδα στις εθνικές ωδές
σαν βυζανιάρικα διψούν για γάλα

κι εμείς βοσκάμε στη διττή σου φύση
έξω απ’ τα παράθυρα

γιατί μας πρόδωσαν
τα υγρά μάτια σου στα φρένα.

*

ΟΥΤΕ

Η τελευταία σελίδα του βιβλίου
που θα περιγράφει τη γενιά μας
θα κλείνει με έναν ξέπνοο λυγμό και μια φράση:

“ούτε τ’ αγαπημένα τους τραγούδια
μπορούσαν να τους ηρεμήσουν πια”.

*

ΓΙΑ ΕΝΑ ΤΟΠΙ

Όταν μικρύνω
θα γίνω ατρόμητη
σαν τα παιδιά που θυσιάζουν το κορμί τους μονορούφι
για ένα τόπι
στη λαίλαπα του μεσημεριού

*

ΕΚΑΤΟΝ ΕΞΗΝΤΑ ΕΞΙ

Στο μέλλον
Στο ζοφώδες μέλλον
θα στέλνουν σπίτι μας την Πυροσβεστική
και θα μας σβήνουν
κατά μόνας
από τον χάρτη.

*Από τη συλλογή “Η σάρκα στάζει στο μπαλκόνι”, Έναστρον εκδόσεις, 2024.

Βαγγέλης Μπριάνας, Έξι ποιήματα

ΤΟ ΒΟΥΝΟ

Ξεπετρίζεις τον κήπο σου
μα έχεις βουνό ολόκληρο από κάτω
να χαλάσεις.

*

ΧΕΙΜΕΡΙΝΟ

Φύτεψέ με σ’ άγριο χώμα
μες στο κατάκρυο άσε με να βγω
Άμα δε βαστάξω
σημαίνει πως δεν κάνω για χειμώνες.

*

ΤΟ ΝΕΡΟ ΞΕΡΕΙ

Το νερό ξέρει
από μικρές χαραμάδες
από φθηνά κανάτια
από ετοιμόρροπες γέφυρες
από στερημένες πηγές
από πνιγμένα βατράχια
Το νερό ξέρει.

*

ΘΗΛΑΣΜΟΣ

Γάλα
πρόβειο κατσικίσιο και αγελάδος
νωπό ή παστεριωμένο
σε μπουκάλι ή και σε χαρτόνι
από τη φοράδα ή από τη μάνα
Το γάλα πυρετός.

*

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΚΑΡΥΔΙΑΣ

Χρόνια τώρα στο παράπονο
κανένας δε βρίσκει καρύδι της να ανοίξει
τη σοδιά της να δει πόσο πιάνει τη χρονιά

Απελπίζεται
πνίγει τους καρπούς της.

*

ΣΧΗΜΑΤΟΣ ΚΛΑΙΟΥΣΑΣ

Βιτσιά ουλή τραύμα της ιτιάς
Αποθαρρυντική βροχή που πέφτει πάνω δίνει σχήμα.

*Από τη συλλογή “Ντελάλης”, εκδ. Θράκα, Αύγουστος 2021.

Αυθεντικός ποιητής

O Ντίνος Σιώτης γράφει για τον σπουδαίο ποιητή -μεταφραστή Γιώργο Μπλάνα

Ο Γιώργος Μπλάνας έρχεται από τις πολύ βαθιές ρίζες της ποίησης και καταλήγει στο μεγαλείο της.

Είχε περίσσευμα κριτικής σκέψης, ήταν δεινός μεταφραστής, μείζων και γενναίος ποιητής, αξεπέραστος δοκιμιογράφος, ψαγμένος αναγνώστης, τολμηρός, σεμνός και ωραίος άνθρωπος. Υπήρξε και ανιδιοτελής φίλος.

Δεν έβαζε ποτέ τον εαυτό του μπροστά, μόνο την ποίηση.

Η παρουσία του στα γράμματα βάθυνε λίγο τους ρηχούς μας καιρούς και εκχέρσωσε πολλά λογοτεχνικά χωράφια καθιστώντας τα καλλιεργήσιμα.

Σαν αυθεντικός ποιητής υπήρξε και προφήτης.

Προέβλεψε τα πάντα που ζούμε σήμερα. Ποτέ του δεν φόρεσε μάσκα. Είχε πάντα μπροστά του την οικουμενική εικόνα του κόσμου και όχι τη μικρή, την μικροαστική, την ατομική, την προσωπική, την εθνική.

Δεν βρέθηκε ποτέ με το ρεύμα της πλειοψηφίας ή της εξουσίας, γιατί δεν έχουν θέση εκεί οι καλοί ποιητές. Στάθηκε εκεί που πρέπει να στέκονται οι αληθινοί άνθρωποι, οι γνήσιοι εραστές της αλήθειας: απέναντι στη μικρότητα, στην ψευτιά, στην ματαιοδοξία, στην υποκρισία, στην αδικία.

Είχε έναν τρόπο γραφής και έκφρασης ολότελα δικό του.

Στο τελευταίο σου βιβλίο «Αυτοκρατορία, Κομμόδου Αντωνίου Αυγούστου, τα εις Μάρκον Αυρίλιον» τα είχε προβλέψει όλα, τα είχε μαντέψει. Ακόμη και τον θάνατό του, εκεί που το τρωτό φλερτάρει με το τραγικό.

Γράφει κάπου σε αυτό το βιβλίο: «Αργά ή γρήγορα το πραγματικό θέαμα θ’ αντικαταστήσει την θεαματική πραγματικότητα».

Δεν είναι αυτή μια κατάσταση που την ζει ο κατακερματισμένος και ταραγμένος μας πλανήτης; Και κάπου αλλού: «Πώς να φτιάξεις έναν καινούργιο κόσμο, όταν ο παλιός είναι αδιόρθωτα γραμμένος;»

Και πιο κάτω: «Η αλήθεια είναι ένα ξερόκλαδο στον γκρεμό σου. Το παίρνεις μαζί σου στην πτώση».

Όταν μετέφραζε έσκαβε βαθιά μέσα του στο να βρει την κατάλληλη λέξη, να διαμορφώσει το κατάλληλο κλίμα, να δώσει στον αναγνώστη την τέλεια απόδοση του μεταφραζόμενου έργου. Μπορεί και να έψαχνε ώρες ολόκληρες για να βρει τη λέξη που ήθελε. Το μεταφραστικό του έργο (Έζρα Πάουντ, Έντγκαρ Άλαν Πόου, Καρλ Μαρξ, Ουίλιαμ Μπλέικ, Βασίλι Γκρόσμαν, Τσαρλς Μπουκόβσκι, Αλεξάντρ Πούσκιν, Ντύλαν Τόμας, Σαλμάν Ρουσντί, Ουίλιαμ Σέξπιρ, Δανιήλ Χαρμς, Τόμας ντε Κουίνσι, Ρίτσαρντ Φλάναγκαν αλλά και αρχαίοι τραγικοί) είναι ανυπέρβλητο, όμως συκοφαντήθηκε και λοιδορήθηκε από μερικούς ζηλόφθονες που δεν τόλμησαν να δουν τι ακριβώς έκανε όταν μετέφραζε.

Ο Μπλάνας ήταν ένας ποιητής με βαθιά την αίσθηση της ευθύνης — πολιτικής, ηθικής, ατομικής, κοινωνικής.

Η ποίησή του είναι πολιτική, έχει πνευματικό βάρος, κοινωνικό εύρος, μετασχηματική αυτάρκεια, εκφραστική δομή, αναγεννησιακό βάθος. Μύθος και πραγματικότητα ζουν μαζί στα ποιήματά του και με τα αισθητικά τους δεδομένα επεξεργάζονται με φίλια πυρά την άλωση του ποιητικού σύμπαντος.

Στη σύντομη ζωή του γνώρισε τι σημαίνει να αγωνίζεσαι, να πάσχεις, να πονάς, να υποφέρεις, να μαθαίνεις από τις δυσκολίες της ζωής, να υπομένεις τις επιθέσεις ατάλαντων πανεπιστημιακών μεταφραστών και λογοκλόπων δήθεν ποιητών, να σκοντάφτεις στις αντιξοότητες, να υφίστασαι πτώσεις, να σέρνεσαι από ήττα σε ήττα αλλά και να σηκώνεσαι πιο δυνατός από πριν και να συνεχίζεις.

Γράφει σε ένα ποίημά του ο ποιητής: «Γεννήθηκα πολύ αργά / κι όλο το μέλλον μου είναι παρελθόν. / Υπάρχω, ωστόσο, / αν και όχι […μετρήσιμος]». Ναι, υπήρξε ο Μπλάνας μετρήσιμος κεκλεισμένων των θυρών. Μετρήσιμος με μια παραγωγικότητα που κάλυπτε πολλά τετραγωνικά λογοτεχνικά χιλιόμετρα. Η ποίησή του ήταν καθαρή και όχι αινιγματική και μεταφυσική και κατέγραφε έναν κόσμο πέρα από τον εαυτό του. Υπηρέτησε με πάθος, ζήλο και ένταση τη λογοτεχνία, ενσαρκώνοντας στο έργο του την καθαγιασμένη ιερότητα της ποίησης, μιας ποίησης που επιδίωκε έναν πιο δίκαιο, πιο ίσο κοινωνικά, πιο αμερόληπτο, πιο ανθρώπινο, πιο συμπονετικό, πιο ειρηνικό κόσμο.

Η απώλειά του δεν ξεπερνιέται εύκολα. Είναι μια ανυπολόγιστη ζημιά για τον κόσμο της ποίησης. Θα μας λείψει. Θα λείψει σε όλους μας αφάνταστα.

[Δημοσιεύτηκε την Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου, στο ΒΗΜΑ ως άρθρο-νεκρολογία για τον φίλο Γιώργο Μπλάνα, έναν εκ των τριών ιδρυτών του Κύκλου Ποιητών]

Χρήστος Κολτσίδας, Τρία ποιήματα

ΑΡΧΗ

Ο Σαμουράι κατεβαίνει στο ποτάμι.

Όμως εδώ
δεν έχουμε καταρράχτες.

Γι’ αυτό γονατίζει πάνω σε μια πέτρα
και περιμένει τη βροχή.

*

ΒΡΟΧΗ

Βροχή
απ’ αυτή που πέφτει πάνω σου
-ή κι αλλού.

Γιατί καλό είναι, όπως λέν,
από μικρός να ξέρεις τι θα πει
να εξαρτάσαι από τις καιρικές συνθήκες.

*

ΒΡΕΧΕΤΑΙ Η ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΣΑΜΟΥΡΑΪ

Στον Άκη Παραφέλα

Πέφτει βροχή.
βρέχεται ο κόσμος,
βρέχονται τα ρούχα του Σαμουράι,
βρέχεται το δέρμα του,
βρέχεται η καρδιά του,
βρέχεται κι ο νους του.

Αλλά για την καρδιά του τον νοιάζει πιο πολύ.

*Από τη συλλογή “Η καρδιά του Σαμουράι – Δεκάξι ασκήσεις ψυχραιμίας”, εκδ. Θράκα, 2023.

Γιώργος Κοζίας, Καβαφικά ποιήματα

ΤΟ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟ

Μέρες ατίμαζε ο Αντίγονος ο Μονόφθαλμος
το άψυχο σώμα του παλιού συναγωνιστή.
Όταν εκείνο άρχισε να σαπίζει, το άφησε
άταφο. Και εγκατέλειψε την Πισιδία.
Οι νέοι αλλοεθνείς φίλοι του Αλκέτα
περιμάζεψαν το κακοποιημένο πτώμα.
Το έπλυναν, το στόλισαν, το έψαλλαν.
Λαμπρά εκήδευσαν τον θωρακοφόρο ιππέα.

Και οι βάρβαροι έχουν αισθήματα.

*

Ο ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

Ο Αγαμέμνων ολομόναχος περιφέρεται
στις χορταριασμένες Μυκήνες.
Τα λιοντάρια του θρόνου σήκωναν αργά
το κεφάλι τους από το κατασπαραγμένο θήραμα.
Τον κοιτάζουν. «Φύγετε!», προστάζει.
Δεν έφυγαν. Τράβηξε
από κάτω μια καρτ-ποστάλ:
Οι λέοντες κρατούν στα δόντια τους την πορφύρα.
«Έρχονται και φεύγουν στο θυσιαστήριο
όποτε τους αρέσει», ψελλίζει.
Και ρίχνεται στα πόδια της Μέδουσας.
«Αντίο Σασά», τον περιγελάει, «Βασιλέα
των Βασιλέων. Δεν θα ξεχάσεις!».

Στο βουβό παλάτι οι πέτρες
τον κατάπιαν ζωντανό.

*

ΒΑΚΧΕΣ
(παράσταση)

Έναν αιχμάλωτο τον ντύσανε βασίλισσα.
Μπροστά πηγαίνουν σαλπιγκτές και ραβδούχοι.
Απ’ τα κορμιά τους κρέμονται πουγγιά
κι απ΄ τα τσεκούρια τους κεφάλια.
Ακολουθούν οι εταίρες, ο στρατός τραγουδώντας
τα κατορθώματα του Κράσσου.
Οι άνθρωποι του Σουρήνα μπήκαν στην πομπή
την ώρα που παράσταιναν τις Βάκχες.
Ο Ιάσων, έλλην ηθοποιός, παίζει
την Αγαύη. Σπαράζοντας.

*

Η ΥΠΟΔΟΧΗ

Οι Πάρθοι τον δέχτηκαν με τιμές.
Τον ανεβάσανε σε μεγαλόπρεπο φαρί.
Κι ο βασιλιάς Ορώδης του χάρισε
μελανό σημάδι-ενθύμιο της συνάντησης.

Τα τύμπανα χτυπούν στην παρέλαση.
Ο ξένος λύνει την κόρδα
του δοξαριού του. Μετανιωμένος
για τα δώρα που δέχτηκε κρεμάστηκε.

*

ΣΤΑΧΤΕΣ

Η Αλεξάνδρεια φόρεσε το στέμμα.
Γέμισαν άρματα οι δρόμοι. Της Σατραπείας
ανεμίζουν τα λοφία. Νίκησαν οι στρατηγοί.

«Ουρλιάξτε!», προστάζουν.
Και ουρλιάζουμε.
«Λογχίστε!».
Και λογχίζουμε τις στάχτες.

*Από την ποιητική συλλογή «Πεδίον ρίψεων», εκδ. Στιγμή, 2001.

Joyce Mansour, Ο δρόμος σέρνεται μες στων στροφών την γκρίζα σκόνη 

Ο δρόμος σέρνεται μες στων στροφών την γκρίζα σκόνη
Ο σπόρος πεθαίνει μέσα στα χωράφια
Ο κεραυνός μαδάει τους στύλους
Ένας ινδιάνος, απ’ τον καυτό άνεμο της θύελλας πιο γέρος
πιο πολύ φρυγμένος
από του παρελθόντος του και του πατέρα του το βάρος διπλωμένος στα δύο
δεμένος στο φορτίο του με σάρκινο λουρί
ίσκιος μοναχικός τρικλίζει, ταξιδεύοντας
ανάμεσα στις χαρακιές της γης το σαγόνι του να κρέμεται
Κακιάς μοίρας οιωνός
Φευγάτο το φεγγάρι
Αφήνει ο ινδιάνος να γλιστρήσει από τη ράχη του ο πατέρας
όπως γλιστρά επάνω σε μια θίνα η άμμος, όπως νερό
Της ηδονής τ’ αμάξι μαστιγώνει το μονοπάτι με την ουρά του
και σερπαντίνα σκοτεινή περνά την άλικη λοφοκορφή
πάνω στα ξαπλωμένα και όρθια κορμιά που κουράστηκαν να είναι ινδιάνοι
αγκαλιασμένα μες στη μοναξιά όπως αυγά μες σε φωλιά
Δύο κορμιά σ’ έναν έρημο δρόμο επάνω

*Από τη συλλογή “Όρνια”, σε απόδοση Έκτορα Κακναβάτου Έκδοση Τυπογραφείο “Κείμενα”, Αθήνα 1987.

Βασίλειος Μάγγος (1994-2020), Ποιήματα

Τότε (παρελθόν ή μέλλον;)

Να σε ρωτήσω
Να με ρωτήσεις
Ν’ αναζητήσω
Ν’ αναζητήσεις

Και κάπως έτσι μπερδεύτηκαν οι αισθήσεις

Δημιούργημα, είπε ο ένας
Τερατούργημα, είπε ο άλλος

Λέξεις κι έννοιες
Μην με μπερδεύετε

Μεταξύ ονείρου και παραίσθησης
Τι ωραία που ‘ναι
Και τι άσχημα

*

Ερημιά, καθώς έρημο το σώμα
παρατημένο, ένα με το χώμα

Έμεινε κάτι μέσα μας που όμως δεν μπορεί να μιλήσει
Είμαι ξύπνιος κι όμως κανείς δεν μπορεί να με ξυπνήσει

Ξύπνιος τελικά ή έξυπνος; Μήπως τίποτε απ’ τα δύο;

Μήπως

κάτι άλλο;

*

Αναμνήσεις και λήθη

Χίλιες σαν μια σκέψεις
ο κόσμος κι οι πλεύσεις
τρέχουμε σαν ιστορία
τρομερή μου αγάπη και ματαιοδοξία

ήρθε

ο καιρός που γυρνούσε
με συναντούσε
απόγευμα

ήξερε

ήταν η αγαπημένη μου ώρα
το θυμάμαι σαν τώρα

τι γινόταν εκεί;

η μέρα έδυε
η νύχτα ανέβαινε

δηλαδή

η λογική μου πια έσβηνε
και το συναίσθημα έτρεχε

μα πρώτα

μελαγχολούσα…

*Από το βιβλίο “Κατά τον δαίμονα εαυτού”, έκδοση slitzi.blogspot.com

Δημήτρης Μιχελουδάκης, Τρία ποιήματα 

14.
(όταν πονάς όλος ο κόσμος είναι δαγκωμένος στο σχήμα της οδύνης)

ξέμπαρκος με χειροποίητη μοναξιά
οδηγώ το φαντασιοπλάνο μου
στη φάμπρικα του τίποτα

έμαθα να μετράω με τα δάχτυλα της καρδιάς
οι βαλβίδες μου έφτυσαν την περόνη

15.
θελω να μείνω

αγριόχορτο

πάνω στον φράκτη

-μια αναρθρη κραυγή ανέμου

να μην καταλήξω στο θερμοκήπιο
να με ταΐζουν λίπασμα και κοπριά

       οι φύλακες

16.
χειμώνας τροφή φιδιού ωστόσο
στη μυρωδιά του τυπωμένου χαρτιού
μια παράκτια ζωή
χωρίς θύελλες χωρίς ορισμένους ορίζοντες
χωρίς ανηφοριά της θλίψης χωρίς εμένα
πενθωντας με ανθίζω

*Από τη συλλογή “Οριοβάτης”, εκδ. Αρμίδα, 2021, υπό το όνομα Ε. Μύρων.