Μαρία Πανούτσου, Μετά την πτώση

Τα εξ ορισμού

τι είναι ο χρόνος που τρίζει
η φωνή μου από το σώμα που φεύγει
ένα τύμπανο εξαργυρώνει την απόσταση
η νύχτα ξεσκεπάζει τα πόδια μου οικειοθελώς
ο στίχος μακραίνει σαν ένα φίδι που βρίσκεται εκτεθειμένο
ο στίχος ο στίχος ανέμελος και άτακτος όπως τα μαλλιά μου σε ανακάτεμα του
αέρα
ω στίχε μείνε σταθερός στους κανόνες και μη μου γελάς
μικραίνω τον χρόνο οικειοθελώς
μόνο οικειοθελώς κάθε μια επέμβαση στη ιστορία
ξεφύγατε από τον δρόμο εντάξει
αυτοπυρποληθείτε οικειοθελώς

*Από την Συλλογή “ΞΕΜΠΑΡΚΑ (ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΤΩΣΗ)”, Αθήνα, Άνοιξη 2024.

Michael Augustin, …ποιο ποίημα (απόσπασμα)

Ποιο ποίημα
αποκαλύπτει περισσότερα για το δημιουργό του:
το πρώτο ή το τελευταίο του;

*

Ποιες λέξεις
δεν έχουν ποτέ μέχρι σήμερα
αναφερθεί
σε ένα ποίημα;

*

Αν βάλει κανείς
στη ζυγαριά
μια συλλογή ποιημάτων
κι εκείνη δείξει 300 γραμμάρια –
πρόκειται για το βάρος του χαρτιού
ή αυτό των ποιημάτων;

*

Πόσα παλιά ποιήματα
χωράνε σ’ ένα νέο;
Και πόσα νέα
σ’ ένα παλιό;

*

Έχει ένα ποίημα
παραπάνω ή λιγότερες ζωές
από μια γάτα;
Και πόσες ζωές
έχει ένα ποίημα για γάτες;

*

Πώς μπορούν τα ποιήματα
να προβάλλουν αντίσταση
στο μάντρωμά τους
σε ανθολογίες;

*

Ποια ερωτικά ποιήματα
είναι καλύτερα:
αυτά που γράφτηκαν πριν
ή μετά;

*

Πότε το αργότερο
πρέπει να σταματήσει ένα σύντομο ποίημα,
αν δεν επιθυμεί να διατρέχει τον κίνδυνο
να θεωρηθεί μακροσκελές;

*

Πόσα ποιήματα το πολύ
επιτρέπεται κανείς να διαβάσει,
αν πρέπει να οδηγήσει αυτοκίνητο;

*

Το αισθάνεται ένα ποίημα,
αν αποβληθεί από την σκέπη
της λογοτεχνικής ιστορίας;

*

Μπορεί να ρίχνει κανείς
σε όσους πνίγονται
ποιήματα;

*

Πόσο καλό θα πρέπει να είναι ένα ποίημα,
ώστε να απαγορευθεί;

*

Εξατμίζονται τα ποιήματα,
αν το βιβλίο
παραμείνει πολλή ώρα ανοιχτό;

*

Είναι η Γη
ο μόνος πλανήτης,
στον οποίο υπάρχουν ποιήματα;

*

Οφείλουν να αναλάβουν δράση
ποιήματα
σε εμπόλεμες ζώνες;

*

Έχει εξασφαλισθεί
η τροφοδοσία
του πληθυσμού
με ποιήματα;

*

Υπάρχουν σε περίπτωση ανάγκης
αποθέματα ποιημάτων,
και για πόσο διάστημα
θα επαρκούσαν;

*

Πόσο καιρό
μπορεί να επιζήσει
ένας άνθρωπος
χωρίς ποιήματα;

*Από το “Μετά το Άουσβιτς – Ανθολογία Γερμανόφωνης Ποίησης”, Εκδόσεις Ροές 2019. Μετάφραση: Γιώργος Καρτάκης.

Καλλιόπη Εξάρχου, Ένωση;

Τα χέρια μου στα χέρια σου,
πλεγμένα σφιχτά μη και λυθούν τα μάγια.
Καρτεράτε αισθήσεις.
Μεγαλύνετε το χρόνο του μέγιστους.
Τι υπομονή αφύσικη,
να κυλούν οι μέρες,
οι ώρες,
τα λεπτά,
να διοχετεύονται άκαρποι οι λυγμοί του κορμιού.
Τα χείλη μου στα χείλη σου.
Βαθιά απύθμενα φιλήματα.
Λιώνουν τα μέλη
και πώς να τα μαζέψω.
Λιποθυμά το δάκρυ.
Το απλώνεις στο μέτωπο.
Το πρόσωπό σου στο πρόσωπό μου.
Τι υπέροχη γειτνίαση.
Να με δεις να σε δω.
Να ξεχαστούμε στο άδυτο των βλεμμάτων μας.
Ένα φιλί στα βλέφαρα.
Αχνίζει ο πόθος στο κέντρο του λαιμού.
Αιμορραγούν οι φλέβες.
Μην αγνοείς της σάρκας την έναστρη επιθυμία.
Επιθυμεί την πλησμονή.
Το στήθος μου στο στήθος σου.
Γυμνές εύπλαστες γραμμές του κάλλους
διαγράφουν την έξαρση της ρώγας.
Το σώμα μου στο σώμα σου.
Αχρηστεύεται η φθορά των κυττάρων.
Να ενωθούν τα αιτήματα
στο μέτρο του κορμιού μου.
Αδυσώπητη ροή,
πλημμύρισε τα όρια να συνθλιβεί ο ίμερος,
να εκτιναχθούν οι απωθήσεις,
να εκραγούν οι σύνδεσμοι,
να μυηθούν επιτέλους «οι πολλές ακατανίκητες έλξεις».

*Από τη συλλογή “Περιπλανώμενος λόγος”, εκδ. Νεφέλη, 2009.

Μαρία Ταταράκη, Κατά βάθος ήμουν Έρωτας ενός ή Ελικωνιάδες

Φθόγγοι του αιθέρος, τέκνα της νύχτας
και του ερέβους προηγήθηκαν, πριν
απ’ το πρώτο σ’ αγαπώ
Σκοτεινής καταγωγής εσύ αγόρι

~ ενανθρωπίσθης! ~

Ω! Πρώτη του βίου μου Ποίηση,
ενδεδυμένη εσένα κατάσαρκα,
τις εσχατιές εμύρανα.
Στα βράχια, οι Σειρήνες αναγνωρίζουν
στιλπνή τη σιωπή τους
Μας αθωώνουν.
Πάρε και γεύσου τους πορφυρούς καρπούς
στα πέντε σημεία του δέντρου μου.
Υποσχέσου μου έκσταση…
Κι ας είναι σούρουπο, κι ας είναι γέρμα,
βγάζει φτερά όποιος μετακυλίσει την
Μεγάλη Πέτρα της Μοίρας.

~ Πάρε με ~ λύρα σου ~
Που κόσμησε, ο πόθος ο διαυγής,
με θάμβη την Αγρύπνια μου.

Bueno de Rivera, Love how the mamoeiros love / Αγάπησε όπως αγαπάει η παπάγια

Separated from walls
but pulsing the roots, leaf and fruit
in the silence of the yards.
Love like plants love, ignored
for men and cats
Ecstasy love no wound
the sleep of the nests
and the stench of other animals.
Loving like a nanny, distressed
sweating off the dawn dew.
Make it confidence by using the code
fabulous from the bee,
or send out invitations to the dream
in the night traffic of ants
Love how plants love fertilize
in the flight of the birds
and in the wind an accomplice.
Love as mamoeiros love
With this deep and deep love,
love of contained violence
with the silent orgasm
of the creation of the world.
(BUENO DE RIVERA – In: “Swamp Light”)

*

Αγάπησε όπως αγαπάει η παπάγια

Χωρισμένοι από τοίχους
αλλά με παλλόμενες ρίζες, φύλλα και καρπούς
στη σιωπή των αυλών.
Αγαπούμε όπως αγαπούν τα φυτά, αγνοημένα
για τους άνδρες και τις γάτες
Έκστατική αγάπη χωρίς πληγή
ο ύπνος των φωλιών
και η δυσωδία των άλλων ζώων.
Αγαπούμε όπως μια νταντά, στεναχωρημένη
που ιδρώνει από τη δροσιά της αυγής.
Δείξε εμπιστοσύνη χρησιμοποιώντας τον κωδικό
τον υπέροχο από τη μέλισσα,
ή στείλε προσκλήσεις στο όνειρο
στη νυχτερινή κίνηση των μυρμηγκιών
Αγάπησε όπως τα φυτά αγαπούν τη λίπανση
στην πτήση των πουλιών
και με τον άνεμο συνεργό.
Αγάπησε όπως αγαπάει η παπάγια…
μ’ αυτή τη βαθιά, την πολύ βαθιά αγάπη,
την αγάπη της περιορισμένης βίας…
με τον σιωπηλό οργασμό
της δημιουργίας του κόσμου.

*Από τη συλλογή του Bueno de Rivera, Luz do pantano (Swamp Light) και Φως του βάλτου. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Νίκος Σφαμένος, το να ακούς John Holt

το να ακούς John Holt
λίγο πριν πέσει το σκοτάδι

δεν είναι κάτι μεγαλειώδες
-αυτό ποτέ δεν συνέβη-
αλλά να
θα έπρεπε να υπήρχε
μια φωνή
ένα χέρι ή
ένας χάρτης
την ώρα
που ο Αύγουστος
εξατμίζεται
και τα χαρτιά μας
δεν ταξίδεψαν

το να γελάς δυνατά
λίγο πριν πέσει το σκοτάδι
δεν θα αλλάξει τίποτα
μόνο ένα ζεστό κύμα
θα έρθει να χαϊδέψει
το μέτωπο σου

το σκοτάδι θα διαλυθεί
δες
τούτη την πολιτεία
δεν την ανακάλυψε
ποτέ κανείς

Ερίνα Χαραλάμπους, Από το “Ταυ”

IV
Κορίτσι μικρό
τρέμει φοβάται παλεύ-
εί τα ποιήματα

V
Υπάρχει μόνο η παιδική ηλικία και ο θάνατος.
Και ανάμεσά τους, τίποτα…

Τον έρωτα τι μου ζητάς αιώνια να σφραγίσεις;
Τα ψέματα του σύμπαντος πως θέλεις να λυγίσεις
λες

Το όλον που ερωτεύτηκες εχάθηκε στο πάντα
κλέω

VI
Ποθούμε να σκοτώσουμε τον Θάνατο, αλλά
αιρωτευτήκαμε στη βασιλεία Του
η γραμματεία Του σαρώνει τους γραμματικούς
και η γραμματική το φύλο, μας διαψεύδει
οι λέξεις μας κομπάζουν, το σώμα μας
δαμάζουν

VII
Στη μήτρα μου επιτελείται το ασύλληπτο
στη γλώσσα μου τυλίγεται το χάος
εσύ στην πίστη σου τυφλώνεσαι
κι εγώ στις λέξεις μου
φοβάμαι

*Από τη συλλογή “Ταυ Είκοσι οκτώ ριπές και ένα πολεμικό ανακοινωθέν”, εκδόσεις θράκα, 2022.

Λι Μπάι, Ποιήματα

Ταξιδεύει στη θάλασσα

Ταξιδεύει στη θάλασσα, καβαλάρης του ανέμου
πέρα, σε τόπους μακρινούς φέρνει το καράβι του
και δεν αφήνει πίσω του μήτε το σημάδι
που αφήνει το πουλί μέσα στο σύννεφο.

*

Η πίκρα της αγάπης

Πόσο όμορφη είναι, ανοίγοντας το παράθυρο μαργαριτάρι
κοίτα πώς λυγίζει με χάρη, πώς κυματίζουν τα μαλλιά της.
Τώρα μπορείς να δεις ακόμα και τα δάκρυά της να λάμπουν.
Μόνον εκείνον που αγαπά και την πικραίνει δεν μπορείς να δεις.

*

Περιπλανήσεις

Το καλό κρασί του Λαν Λινγκ, μυρωδάτο, με βότανα,
σαν το κεχριμπάρι λάμπει στις κούπες από νεφρίτη.
Αν ο νοικοκύρης μπορέσει τους καλεσμένους του να μεθύσει
ίσως τα καταφέρουν την ξενιτιά για λίγο να λησμονήσουν.

*

Σιγαλιά

Μια αχτίδα στο κρεβάτι μου, αιχμάλωτη, λάμπει.
Να΄ ναι το χνάρι της δροσιάς, αναρωτιέμαι.
Σηκώνομαι και βλέπω πως είναι το φεγγάρι.
Ξαπλώνω πάλι – και τότε θυμάμαι το σπίτι μου.

*”Λι Μπάι Ποιήματα”, εκδόσεις Σμίλη, Απόδοση: Γιώργος Βέης.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο πεζοποιήματα

Καντηλάκια

Έκανε όλες τις δουλειές που της προκύπταν-Να κουβαλάει στην αγορά στοίβες καφάσια-Και να νομίζει πως δουλεύει σε χωράφια-Που φορτωμένα με λεμόνια και κεράσια-Ή σε γραφεία σκοτεινά της Ομονοίας-Τα βυθισμένα στις στοές δίχως μια γρίλια-Και να νομίζει ότι εργαζόταν στη Σελήνη-Με φως που ερχόταν από άλλο Γαλαξία-Μα πιο πολύ απ’ τις δουλειές της προτιμούσε-Στα κοιμητήρια να ανάβει καντηλάκια-Για όσους δεν δύνανται απ’ το γήρας ή απ’ αρρώστια-Να πάν’ εκείνοι και πολύ αργοπορούσαν-Των τεθνεώτων οι ψυχές να φωτιστούνε-Έτσι τις φώτιζε εκείνη και μιλούσε-Σαν τη συγγένισσα σε άγνωστους ανθρώπους-Που του Κενού την Πόρτα είχανε περάσει-Άλλοι νεότεροι-Κι άλλοι ηλικιωμένοι-Όλοι στο Σύμπαν που επιστρέφουμε μονάχοι-Και σαν τελείωνε-Μια απέραντη γαλήνη-Μακριά απ’ τον κόσμο της ζωής μα και της βίας-Λες και στον τόπο του θανάτου-Κανείς φόβος-Ούτε μια νύξη απανθρωπιάς και κακουργίας-Ώσπου στο τέλος τη Μητρόπολη αφήνει-Σε ένα νησί βρίσκει ένα δρόμο να απομείνει-Μπαλώνει δίχτυα σε μια τράτα και ψαρεύει-Μαθαίνει ανέμους να μπορεί να ταξιδεύει-Σαν να να’ ναι αδέρφια της μικρά που προστατεύει-Μαΐστρος- Ζέφυρος-Βορέας και Αργέστης-Μα πάντα έχει στο μυαλό τα καντηλάκια-Που χρόνια άναβε-Στο σούρουπο-Και εκοίτα-Να τρεμοσβήνουν απ’ τον άνεμο που εφύσα-Ψυχές ανθρώπων που δεν ήξερε-Αλλ’ αγάπα-Να τις φωτίζει έστω με το δικό της χέρι-Έκανε όλες τις δουλειές που της προκύπταν-Να κουβαλάει στην αγορά στοίβες καφάσια-Και να νομίζει πως δουλεύει σε χωράφια-Που φορτωμένα με λεμόνια και κεράσια-Ή σε γραφεία σκοτεινά της Ομονοίας–Τα βυθισμένα στις στοές δίχως μια γρίλια-Και να νομίζει ότι εργαζόταν στη Σελήνη-Με φως που ερχόταν από άλλο Γαλαξία-

*

Κύκνος

Λένε πως ένας ιός χτύπησε τη γη κι εμείς είμαστε αγκαλιασμένες σε μπούνκερ πυρηνικής καταστροφής-Μια τηλεόραση στο βάθος ανοιχτή-Όπου μας ανακοινώνεται από την εξουσία-Κάθε απόγευμα-Η θλιβερή λίστα των τεθνεόντων-Στον μονότονο τόνο που έχουν οι υγειονομικοί και υπουργοί-Στο μπούνκερ κι ένας πληγωμένος κύκνος που το ‘σκασε από λίμνη θεματικού πάρκου για να σωθεί-Φοράει μάσκα αερίου και αλεξίσφαιρο γιλέκο γιατί κάποιος που ‘χασε τα λογικά του-Αφού έδειξε στους μπάτσους της βεβαιώσεως εξόδου το χαρτί-Εκανε τον κύκνο στόχο σκοποβολής-Τον κύκνο τον τοποθετούμε στον ουρανό με σεμνή τελετή από μια χαραμάδα φωτός όταν η Σελήνη είναι λαμπρή-Η Νέμεση μόλις αποπλανήθηκε απ’ τον Δία και
πήρε όλες τις μορφές που μπορεί-Στο τέλος ως χήνα κι εκείνος ως κύκνος πλαγιάζουν μαζί-Το αυγό που θα κάνουν θα δοθεί στη Λήδα-Με δύο αγόρια και δύο κορίτσια-Ο Κάστορας κι ο Πολυδεύκης-Η Ελένη κι η Κλυταιμνήστρα-Οι φοβέρες τους μοίρες κλωσμένες απ’ της Κλωθώς την κλωστή-Ο Κύκνος θα γίνει από τον Δία αστερισμός που θα φωτίζει τη νύχτα-Ο βασιλιάς των θεών και των ανθρώπων τη σεβόταν ως θεία-Ύστερα ακούγοντας της Μητρόπολης τη σιωπή-Πιο βαθιά από οποιοδήποτε θόρυβο έχει ακουστεί-Ψωνίζουμε με κουπόνια τρόφιμα-Προσέχοντας των λαθρεμπόρων τη γλώσσα τη συνθηματική-Τα ανταλλάσσουμε με του Κύκνου την αστρόσκονη-Που την επεξεργάζονται και φτιάχνουν αμφεταμίνες για τα τα παιδιά των διαμερισμάτων που δεν έχουνε κέφια-Μασάνε τα σύννεφα σαν να μασάνε τσίχλα και σκοτώνουν χωρίς να ντρέπονται στα κινητά-Ατέλειωτα-Τα πρόσωπά μας με των ανταρτών την εκδοχή- Λένε πως ένας ιός χτύπησε τη γη κι εμείς είμαστε αγκαλιασμένες σε μπούνκερ πυρηνικής καταστροφής-Μια τηλεόραση στο βάθος ανοιχτή-Όπου μας ανακοινώνεται από την εξουσία-Κάθε απόγευμα-Η θλιβερή λίστα των τεθνεόντων-Στον μονότονο τόνο που έχουν οι υγειονομικοί και υπουργοί-

*Από τη συλλογή “Κάθαρμα”, εκδόσεις ΟδόςΠανός, 2020.

Μάτση Χατζηλαζάρου, Φαύνος

Φτωχή γη όλο χαλίκι
εσύ μού ‘μαθες τον ήλιο
και τις σκιές της σελήνης
και τους ρεμβασμούς της ηδονής

σε βλέπω ακόμα
τριχωτέ φαύνε με τα σκιστά μάτια
χοροπηδάς κατεβαίνοντας το βουνό
κλωτσάς τους θάμνους του Αυγούστου
νιώθω την τραγίλα σου
ανάκατη με τις οσμές του θυμαριού
ά τι αλλοκοτιές αισθητήριες
χαρές της μοίρας

*Από την ενότητα “7χ3” που περιλαμβάνεται στον τόμο “Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985”, εκδ. Ίκαρος, 2021.