Λίνα Στεφάνου, Πάσχον σώμα

Άραγε το νιώθουν τα δέντρα;
Τον κίνδυνο.
Τη βιβλική καταστροφή.
Τη φωτιά.
Όταν καίγονται εκατομμύρια δάση
σε Αυστραλία, Σιβηρία, Αμαζόνιο,
πώς μεταφέρεται η είδηση;
Είναι καλός αγωγός το χώμα;
Το νιώθουν εδώ τα δέντρα;
Τι μαθαίναμε παλιά στη φυσική;
Για τον ηλεκτρισμό, το πλαστικό, το σώμα;
Ανατριχιάζουν οι ρίζες.
Εκπέμπουν φρίκη.
Ενέργεια που ποτίζει τη γη
και περνάει μέσα από
το άλαλο πέτρωμα
‒ δεν υπήρχε αυτό στη Φυσική.
Θα το θυμόμουν.
Τρέχουν οι γρύλοι,
οι τυφλοπόντικες,
οι κρεμμυδοφάγοι,
οικογένειες ολόκληρες γρυλοταλπιδών,
τα ορθόπτερα.
Ξέρουν;
Έρχονται από την Πέρμια περίοδο,
αριθμούν πάνω από τριακόσιους αιώνες
σκοτεινής ζωής, δεν μπορεί, κάτι θα ξέρουν.
Ασκαρίδες, σκουλήκια,
νηματώδεις προνύμφες,
γεωσκώληκες,
χώνονται βαθιά στη σάρκα της
γης που καίγεται.
Χώνονται, ψάχνοντας οξυγόνο.
Οξυγόνο σε νερό.

Χώμα υγρό.
Τα σκουλήκια αναπνέουν από το δέρμα.
Όταν πιάνει φωτιά, πεθαίνουν από ασφυξία.
Άραγε τα δέντρα στην Αμερική τι νιώθουν
όταν καίγονται της Ελλάδας τα δέντρα;
Νύμφες. Πόσες νύμφες θανάτου χρειάζονται
για να μεταδοθεί μια είδηση;
Ή μήπως αρκούν των πουλιών οι κραυγές

Στάθης Κουτσούνης, Κίνδυνος

Περνάς κι η ομορφιά σου κυματίζει
ρόδο σε καθρέφτη
το ντεκολτέ σου επηρμένο
ανοιγοκλείνει και τα δάχτυλά μου
τρυγούν το έρεβος που ανθίζει στη σχισμή
αρώματα και φθόγγοι αναδύονται
από τα μέλη του κορμιού σου
τα χείλη μου χασομεράνε στις θηλές
και με κυκλώνει από παντού επιθυμία
μα ξάφνου οσφραίνομαι ότι εσύ
δολώνεις τα αγκίστρια σου με ρήματα
όμως εγώ με αίμα σε ορέγομαι
έλα δεν θέλω να σε κάνω ποίημα
δεν θέλω να παγιδευτείς
μες στον λαβύρινθο των λέξεων
για να σε καταπιεί το τέρας
έλα και δεν θα το αντέξω
τα άκρα μου να μείνουνε μετέωρα

Jazra Khaleed, Όταν μου λένε να πολεμήσω για την πατρίδα, σκέφτομαι

6.
Καταγωγή μου, το θυμάρι και η αστοιβιά, το μαργαριταρένιο χρώμα της κηρύθρας, η τραμουντάνα που βάφει τη θάλασσα μαύρη. Καταγωγή μου τ’ αρμυρίκια, οι ρίζες τους ν’ απλώνονται στην αμμουδιά σαν πόδια ροζιασμένα. Καταγωγή μου τα χέρια του παππού, αυτά τ’ αλμυρά χέρια που αλευρίζουνε δολώματα. Καταγωγή μου οι σύντομοι αποχαιρετισμοί και οι μεγάλες σιωπές. Καταγωγή μου τα μπουφάν για τέρμα, τα διαστρέμματα, η μοναξιά του σχολικού διαλείμματος. Καταγωγή μου το βουβό κλάμα της μάνας στην κουζίνα. Καταγωγή μου ένας πόνος σαρκοβόρος, αρσενικός, μια γλώσσα που δεν ήταν ποτέ διή μου. Όμως τίποτε από αυτά δεν είναι πατρίδα μου.

7.
Δεν είναι πατρίδα μου τα παιδικά μου χρόνια. Τα παιδικά μου χρόνια είναι η πείνα στο μεσημεριανό διάλειμμα, το ξύλο απ’ τον πατέρα, η κακοραμμένη τρύπα στην μπλούζα, το κουτάκι Sprite αντί για μπάλα. Τα παιδικά μου χρόνια είναι οι άλλοι, και, ως γνωστόν, οι άλλοι είναι η κόλαση.

*Από το βιβλίο “Προλεποίηση”, εκδ. Τεφλόν, 2024.

Andrew Franks, Δύο ποιήματα

The “you can tell he loves you” poem

You can tell he loves you

from the way he writes about you
from the way he paints you
from the way he ignores you
from the fact he never wears your ring

you can tell he loves you

by the way he talks to other women
by the way he wears your clothes
by the way he looks at himself in the mirror
by the way his tears burn his cheeks

you can tell he loves you

because he told the papers
because he told the courts
because he told the truth
because he has done it all before

Το ποίημα “μπορείς να πεις ότι σε αγαπάει”

Μπορείς να πεις ότι σε αγαπάει

από τον τρόπο που γράφει για σένα
από τον τρόπο που σε ζωγραφίζει
από τον τρόπο που σε αγνοεί
από το γεγονός ότι δεν φοράει ποτέ το δαχτυλίδι σου

μπορείς να καταλάβεις ότι σε αγαπάει

από τον τρόπο που μιλάει σε άλλες γυναίκες
από τον τρόπο που φοράει τα ρούχα σου
από τον τρόπο που κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη
από τον τρόπο που τα δάκρυά του καίνε τα μάγουλά του

μπορείς να καταλάβεις ότι σε αγαπάει

γιατί το είπε στις εφημερίδες
επειδή το είπε στα δικαστήρια
επειδή είπε την αλήθεια
γιατί τα έχει ξανακάνει όλα αυτά

*


In days like this
(For David Andrade – Founder of the Melbourne Anarchist Club)

In days like this…

On can’t help but feel
that in amongst
the pipe smoke
the chin stroke
the gin soak
that what he really wanted to say was…

Up against the wall, Motherfuckers!
This is a stick up!

Τέτοιες μέρες
(Για τον David Andrade – Ιδρυτή της Melbourne Anarchist Club)

Σε μέρες σαν κι αυτή…

Δεν μπορώ να βοηθήσω αλλά νιώθω…
ότι ανάμεσα…
στον καπνό της πίπας
το χτύπημα του πηγουνιού
η εμβάπτιση με τζιν…
ότι αυτό που πραγματικά ήθελε να πει ήταν…

Στον τοίχο, γαμιόληδες!
Αυτό είναι ένα ραβδί!

*From the collection ”Sunflower Eclipse over Troia Nova”, Soul Bay Press, 2018. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Ειρηναίος Μαράκης, Σ’ αυτή τη χώρα*

στην Ανθή

Σ’ αυτή τη χώρα
Εμφύλιος δε θα γίνει
μια φορά και καλή
σκοτωθήκαμε.
Τώρα πια
στα γήπεδα ξοδεύουμε
την οργή μας
με χιούμορ γυμνασιακού επιπέδου
με υπόκλιση
στους επιχειρηματικούς ομίλους
που δραστηριοποιούνται
στο ποδόσφαιρο.

Σ’ αυτή τη χώρα
ανάμνηση έγινε
ο ταξικός πόλεμος,
δεξιοί κι αριστεροί
πλούσιοι και φτωχοί
τα βρήκαμε
ηλίθια γελώντας
μπροστά από τις οθόνες μας.

Σ’ αυτή τη χώρα,
όπως έγραψε κι ο Γιάζρα Χαλίντ,
δεν χωράνε μανιφέστα.
Ούτε και η ποίηση.

30/5/2024

*Σ’ αυτή τη χώρα δεν χωράνε μανιφέστα, στίχος από το ομώνυμο ποίημα του Γιάζρα Χαλίντ και την πρώτη του ποιητική συλλογή (Γκρόζνι, Εκδόσεις Υποκείμενο, 2016).

Ζωή Καραπατάκη, Μη – αναγνωρίσεις

Γκράφιτι στην οδό Μητροπόλεως, κοντά στο Σύνταγμα. Φωτογραφία: Δημήτρης Τζουμάκας

Ι

Ο καθρέφτης βάλθηκε να μου μιλάει
μαθαίνω τη γλώσσα του
χωρίς ευχαρίστηση
μα δε θα κρατήσει πολύ αυτό
ήδη άναψα ένα πρώτο τσιγάρο
και με τα συννεφάκια του καπνού
τον βλέπω να αλλάζει αρκετά
τις απόψεις του

ΙΙ

Είμαστε εμβόλιμοι σε κάποια πραγματικότητα;
Ή νομίζουμε πως είμαστε;
Ας μου πει κάποιος γι’ αυτή τη πραγματικότητα
τουλάχιστον

ΙΙΙ

Υποπτεύομαι τον εαυτό μου
για τόσα πολλά που
στο τέλος δεν τον αναγνωρίζω
Το ίδιο συμβαίνει και με τους γύρω μου, το ξέρω
Επιτέλους, ας βρεθεί κάποιος
να μας δώσει ένα
αληθινό όνομα
Θα έχει την αμέριστη ευγνωμοσύνη μας

Για την ώρα πάω έξω –
ν’ ατενίσω ξανά
το φεγγάρι

Βίκυ Δερμάνη, Τρία ποιήματα

Κατ’ εξακολούθηση

Τους σκότωσαν
μια και δυο και τρεις φορές

για την ελπίδα
για τη ζωή
για την πατρίδα

μια και δυο και τρεις φορές

να ησυχάσουν πια αφήστε τους

πάνε άλλωστε χρόνια
που είναι πεθαμένοι

*

Εν πλήρει συγχύσει

Χέρια αδειανά κι απεγνωσμένα
θραυσμένα μάτια ανοχύρωτα

αγάπης άνθη βροχή χαράς
τα κάποτε φέροντα

εν πλήρει συγχύσει
αθώοι παραμένουμε

*

Χώμα μονάχα

Ματαίως ανάβει
το καντήλι των νεκρών

ούτε ελαφρύ το χώμα ούτε βαρύ
χώμα μονάχα
το τίποτα σκεπάζει

πάνω του
φίδια μαύρα σούρνονται

του πόνου

*Από τη συλλογή “Μικές ταριχεύσεις”, ΑΩ Εκδόσεις, 2021.

Ahmed Hashim, وجه الغريبة المألوف  / The familiar stranger face / Το γνώριμο ξένο πρόσωπο

أعرفهُ في حياة
سابقة
وجهٌ بلا ندم ٍ تنصل عن العرش
وارتضى أزقة الوجه الحزين.
رأيتهُ عبر الأسلاك
الشائكة، معلق في غبار
الصحراء
ذاك اليوم، هناك
رسمتُ عاصمة على الرمال
لمشردين يحملون اسماءنا…. ما نفع
أصابع من وهم..

هو.. هو، تلك الابتسامة قارب
يتطوّح في الأزمان
حوارٌ معلق ٌ على الشفاه
يعوم في أفق حياتي

اليوم، هنا..
الجدران ذكرى لمكان
آخر
اليوم
هذه المرة لا تدع الوجه
يفرّ من يدك

*
The familiar stranger face
I know him in life
A previous one
A face with no remorse from the throne
And Satisfied the alley of the sad face.
Saw it through the wire
Thorny, hanging in dust
The desert.
The other day, right there
Drawed a capital on sand
For homeless people with our names…. What good
Fingers of an illusion.
Him.. Him, that smile is a boat
Rolling in time
Lip pending dialogue
Floating in my life skyline
Today, here…
Walls are a memory of a place
Another one.
Today
This time don’t let face
Running away from your hand

*

Το οικείο ξένο πρόσωπο

Τον ξέρω στη ζωή
Ένα προηγούμενο
Ένα πρόσωπο χωρίς τύψεις από το θρόνο
Και ικανοποίησε το δρομάκι του θλιμμένου προσώπου.


Το είδα μέσα από το σύρμα
Αγκαθωτό, κρεμασμένο στη σκόνη της ερήμου.


Τις προάλλες, εκεί ακριβώς
Σχεδίασε ένα κεφάλαιο στην άμμο
Για τους άστεγους με τα ονόματά μας… Τι καλά
Δάχτυλα μιας ψευδαίσθησης…
Αυτός… Αυτός, αυτό το χαμόγελο είναι ένα καράβι
Που κυλάει στο χρόνο
Διάλογος με τα χειλη σε εκκρεμότητα
Που επιπλέει στον ορίζοντα της ζωής μου

Σήμερα, εδώ…
Οι τοίχοι είναι η ανάμνηση ενός τόπου
Ένας άλλος.
Σήμερα
Αυτή τη φορά μην αφήνεις το πρόσωπο
Να ξεφύγει από το χέρι σου.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Λένα Καλλέργη, Λάθος το τρυφερό 

Μην εμπιστεύεσαι λουλούδια.
Πατούν επί πτωμάτων.
Φυτρώνουν όπου δεν τα σπέρνουν.
Μαραίνονται την πιο καλή στιγμή σου.

Μόνο για λίγο προσποιούνται
τα καλλιεργημένα.
Στο βάθος μένουν άγρια.

Ποιο άρωμα αντέχει να μην το θυμάσαι.
Ποιος μίσχος, ποιος βλαστός θα σε στηρίξει.
Ποιο άνθος για σένα θα κοπεί, να φανερώσει
τα αισθήματα και την αισθητική σου.

Θα χρειαστείς μαχαίρι.

Γιώργος Βέης, Δολοφονία

Χαρούμενος
στήριξε το τουφέκι του με σιγουριά στον δεξιό του ώμο
κοίταξε προσεκτικά στο βάθος του τηλεφακού
πήρε μια αναπνοή
κι αργά, ηδονικά πίεσε τη σκανδάλη.

Ύστερα οι θεατές είδαν σε αργή, μακάβρια κίνηση
την πτώση του, τους σπασμούς του, τις κωμικές του κινήσεις
καθώς έγερνε ολοκόκκινος στο φαρδύ γκρίζο πεζοδρόμιο
δίπλα τους.
Σαν φυσικό επακόλουθο
μιας μάννας το γάλα έγινε ξύδι
τα πορτοκάλια πέσαν απ’ τις πορτοκαλιές
οι καθρέφτες έδειχναν για καιρό απολιθωμένες μύτες.
Και να πεις πως ήταν ο επιτυχημένος πολιτικός
ο ανήσυχος κακοποιός
ο συνδικαλιστής ηγέτης…
Όχι, τίποτα απ΄ αυτά
ήταν ο ήλιος που χανόταν πίσω απ΄ τα βουνά
για πάντα.