Αλέξης Δαμιανός, στίχοι

Υπάρχει ένας αρχαίος μύθος που
είναι το πρώτο οικολογικό μήνυμα
στην ιστορία της ανθρωπότητας,
και φανερώνει τις ολέθριες συνέπειες
της υπερτροφίας του ”Εγώ”.
Ο μύθος του Ερυσίχθονα.
Ο Ερυσίχθων,
νέος, ωραίος, δυνατός,
πλούσιος κι επιτυχημένος,
διατάζει τους δούλους του
να κόψουν τα δέντρα του άλσους
που είχαν αφιερώσει
οι Πελασγοί στη Θεά Δήμητρα,
για να χτιστεί εκεί παλάτι.
Ο Ερυσίχθων βλασφημεί κόβοντας
το ιερό δέντρο της Θεάς Δήμητρας,
τη Λεύκα.
Οι Δρυάδες, κόρες της Θεάς,
που κατοικούσαν στο δέντρο,
βγαίνουν ματωμένες
από τις φυλλωσιές και αλλόφρονες
τρέχουν στη μητέρα τους.
Η Δήμητρα θυμώνει και βρίσκει
την Πείνα.
Της λέει να πάει να βρει τον Ερυσίχθονα
και να του δώσει ένα φιλί στο στόμα.
Η Πείνα πηγαίνει.
Τον βρίσκει να κοιμάται.
Του δίνει το φιλί και χάνεται.
Εκείνος ξυπνάει και αισθάνεται λιγούρα.
Πεινάει. Τρώει. Πεινάει κι άλλο. Ξανατρώει.
Πεινάει. Πεινάει ακατάσχετα.
Αφού έφαγε
ό,τι φαγώσιμο υπήρχε, αρχίζει
να τρώει ό,τι βρίσκει μπροστά του.
Τρώει τα ζώα του,
τρώει τη γυναίκα του,
τρώει τα ξύλα του σπιτιού του.
Τρώει τα πάντα.
Μέχρι που πια,
δεν υπάρχει τίποτα γύρω του
και στη μέση της ερημιάς,
αγριεμένος, τρώει τις σάρκες του.
Έρυσις σημαίνει πληγή
και χθων σημαίνει γη.
Δηλαδή Ερυσίχθων μπορεί
και να σημαίνει Πληγή της Γης.
Αυτή η ρίζα του Ερυσίχθονα,
το αδυσώπητο ”Εγώ”,
που επισημάνθηκε επίμονα
και με πολλές παραλλαγές
από τους Αρχαίους Έλληνες,
(Ατρέας, Θυέστης,
Προκρούστης, Οιδίπους),
στις μέρες μας έχει θεριέψει
και νομιμοποιηθεί.
Ατομισμός, υπερκαταναλωτισμός,
ανταγωνισμός,
παγκοσμιοποίησις της εξουσίας.
Αυτές είναι οι αξίες σήμερα, αυτές
προβάλλονται και επιβάλλονται
από τα Marketing, τα Advertising,
τα Μ.Μ.Ε, την κάθε υπερδύναμη.
Σε αυτές
”σκοτωνόμαστε” να ανταποκριθούμε,
και σαν τον Ερυσίχθονα
τρώμε τις σάρκες μας
και βλαστημάμε τη ζωή μας…
Ακούω το αχολογητό των δασών
που φέρνει με ελαφριά σκόνη
τον θρήνο
του κονιορτοποιημένου ρητού:
”Το κατά φύσιν ζην εστί κατ’ αρετήν”.

Γιώργος Βασιλακόπουλος, από “Το σκοτάδι της παλάμης”

Σε αγαπώ
Ως ο κανένας του οράματος
Ως λέξη την σιωπή της γλώσσας

Αν με μετρήσεις
Με το σκοτάδι της παλάμης σου
Θα παραμείνω

*

Τα δάχτυλα
Αγκαλιά ψι(θύρων)

Θα με βρεις γράμματα
Στις λέξεις
Πούπουλα
Του οράματος

*

Με την παλάμη μου σιωπώ τον κόσμο
Ως ρούχο το γυμνό σου σώμα

*

Με το σκοτάδι της παλάμης
Ραντίζω τη νύχτα του κόσμου

Τραυλί(ζουν) τα δάχτυλά μου το κορμί σου

*

Όπως κυλάς
Κατρακυλάς στα δάχτυλά μου

Κύ(λημμα) χρόνου

Σου γνέφω
Αλλού

*

Στον κουρνιαχτό της παλάμης
Τα δάχτυλα κύρτωσαν

Μικρές προσευχές
Προς
Μένουν

*

Παλάμη σκοτεινή
Έρπω όραμα

*

Η παλάμη
Αφή του κενού
Ολόγυρα

Εσύ γύρα

*

Πριν από τις λέξεις
Τυφλός μανδύας
Τα δάχτυλά σου

Με δαχτυ(λίζουν)
Αφή

*“Το σκοτάδι της παλάμης”. Έκδοση urtext, Μελβούρνη 2024.

Στέλλα Δούμου, Καρδιές αλόγων

Κι εκεί που η νύχτα αρέσκεται στη σωστή ώρα
–σ’ εκείνη δηλαδή που χώνει στα σχήματα το δόντι της–
Φυτρώνει στον τοίχο ένα χερούλι
Και τότε η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς
Περνούν ζωηρά ασθενοφόρα
Μαζεύουν αυτούς με τα κάρβουνα στα χέρια
Και τα ληγμένα κόκαλα
Τρένα ψυχρόαιμα δειπνούν ομίχλες
Κι ένα χιόνι άνευρο κυοφορεί μαύρους νάρκισσους
Εκεί και τότε είναι η στιγμή
Που λύνονται όλες μου οι απορίες
Ένα παιδί, σας λέω, με μάτια ιστορίας
Κάθεται οκλαδόν επάνω στο κεφάλι μου
Με διαβάζει ανυπεράσπιστη
Μου σπάει το σαγόνι από έρωτα
Έχοντας με τέχνη επινοήσει
Σε κάθε φράση σε κάθε ανάσα
Καρδιές αλόγων να βροντούν
Κι ευάλωτα λευκά μεσονυχτίου.

*Από τη συλλογή «Το άλογο που έγραφε», εκδ. Σμίλη.

Δημήτρης Ζουγκός, Η κόλασή μου είναι ένα όμορφο μέρος

Alexmil, Ο καταστροφέας και το παιδί του

Ι
Όσους αγάπησα και έφυγαν
με τον στιγμιαίο άνεμο
δεν χάθηκαν πότε.
Ζούνε στην σκέψη μου αγέραστοι
ενώ γύρω τους οι εποχές αλλάζουν
τα κτίρια γκρεμίζονται
και οι παγετώνες επικρατούν.
Το μυαλό μου δεν μπορεί να με δημιουργήσει
ζω και εγώ ανάμεσα τους
αλλά δεν με βλέπουν και δεν με ακούνε.
Ζω παράλληλα στην σκέψη μου
ζω πραγματικά και δεν ανήκω πουθενά.
Η κόλασή μου
είναι ένα όμορφο μέρος.

ΙΙ
Τα φαντάσματα μπαινοβγαίνουν στο σπίτι μου
φίλοι, ερωμένες, γνώριμοι από μια φευγαλέα ματιά στο τραμ
και είναι το τραπέζι μου πάντα στρωμένο και γεμάτο
όμως δεν πεινώ ούτε διψώ
και όλοι αυτοί έχουν στα χέρια τους
τα μαχαίρια και τα πιρούνια μου
πίνουν το κρασί μου
κι αφού ευαρεστηθούν δεν αφήνουν άπλυτα
λες και δεν είμαι καλός οικοδεσπότης
λες και δεν υπάρχω.

ΙΙΙ
Βρέχει σχεδόν πάντα
και κοιτούν στοιβαγμένοι στο τζαμί τις σταγόνες
όπως κάποιος μετράει τα άστρα
και τους φωνάζω τον ακριβή αριθμό
τον ξέρω, όπως ξέρω τα πάντα
άλλα δεν τους ενδιαφέρει
προτιμούν τις δικές τους αλήθειες.
Θορυβώ,
επειδή δεν είμαι ολοκληρωμένος,
ενώ η δική τους ψυχή είναι άδεια
και δεν χωράει τίποτα
Με άλλα λόγια τα φαντάσματα
αγαπούν την σιωπή μου
ή αλλιώς είναι ολοκληρωμένα

ΙV
Τα ακούω να συζητούν
και θέλω να συμμετάσχω
να εντυπωσιάσω με την γνώμη μου
για την γερμανική πολιτική ή τις πέτρες του Κάρνακ
έστω να τους διαβάσω ένα ποίημα μου
Και το διαβάζω,
δίχως να το ακούν χασμουριούνται
ανοιγοκλείνουν τα μάτια πληκτικά
και λένε καληνύχτα.
Τα φαντάσματα μου είναι οι πιο άκαρδοι κριτές.

ΙV
Η σκέψη μου είναι ο παράδεισος τους
και δεν μπορούν να ξεφύγουν
γιατί είναι αγνά
Ούτε εγώ όμως μπορώ να ξεφύγω από την κόλαση
γιατί δεν είμαι.
Συνυπάρχουμε μονάχοι.


Συχνά θέλω να τους φωνάξω, φεύγω,
αλλά δεν φαίνεται να ασχολούνται

Ιάσωνας Σταυράκης, Κηρύττω τον θάνατο της χώρας μου

Κηρύττω τον θάνατο της χώρας μου.
Ας την τυλίξουν μ’ ένα σάββανο λευκό.
Κι ας την θάψουν μαζί με τα όνειρά μας.
Κι ας την ρίξουν στη μήτρα της θάλασσας ξανά μαζί με τα φτερά μας.
Κι ας κατέβουν οι δύτες του μυαλού στ’ αλλοπρόσαλλα μονοπάτια του πελάγου.
Κι ας έρθουν μετά από χιλιάδες χρόνια με αλιευτικές μηχανές να εξορύξουν το λευκό πανί της.
Κηρύττω τον θάνατο της χώρας μου.
Αναρωτιέσαι αν θέλει θάνατο ή ειρήνη;
Θέλει θάνατο ήειρήνη
κι έναν δειλό
να πει σ’ αυτό
τον τόπο
σ’ αγαπάω.

Π.Ε. Δημητριάδης, Δύο ποιήματα

ΤΑ ΒΑΡΕΤΑ ΘΕΑΜΑΤΑ

Μέσα σε ατιμασμένη εκκλησία
αλέσαμε τα αστέρια
της πιο σκληρής εποχής
Βασανιστήριο
Τα βλέφαρά μας βαριά,
φλόγες χρειάστηκαν
να τα σήκωσαν ψηλά
μέχρι το μέλλον,
μα ήταν τέλεια η κατάδυση

Ήτανε τρεις και κάθονταν σε σύννεφα
Ο ένας φάραγε φτερά και οι άλλοι γένια
Και μέσα στην υπόκωφη σιωπή
χέρι αόρατο στο φως μας έδειξε και είπε:
“Εσείς που ανδρωθήκατε στο βόμβο
θα αρνηθείτε τώρα ό,τι σας λυτρώνει;”
Και από την ώρα που μπήκαμε
μέχρι τον αιώνα των αιώνων
δοξάζαμε το Διαιρεμένο Ένα
Που κρατούσε ξάγρυπνο το νου μας
στα βαρετά θεάματα

Leeds, 24.11.07

ΟΤΑΝ ΑΓΚΑΛΙΑΣΑ ΤΟ ΓΑΪΔΑΡΟ

Όταν αγκάλιασα το γάιδαρο
δάκρυα κύλησαν στα μάτια μας·
όχι από πόνο
ούτε από συγκίνηση
αλλά από χαρά
που δε μείναμε μόνοι μας
μες στους αλλόθρησκους.

27.10.08

*Δημοσιεύτηκαν στο “Τεφλόν”, τεύχος 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2009-10.

Χαρά Σαρλικιώτη, Φαντασία

Exif_JPEG_420

Ο οδοιπόρος εγκαταλείπει τη θλιμμένη κορυφογραμμή
για τις μεγάλες λεωφόρους.
Χαρούμενος, καθώς ανακαλύπτει
πως η νύχτα έχει το δικό της σχήμα
Το δικό της φως.
Λευκά τριαντάφυλλα αναδύονται συνεχώς από τους κήπους της.
.
Τη φαντασία του – αλίμονο- καθοδηγούν οι φόβοι του
Ανοίγοντας μικρούς κρατήρες κάτω από τα πόδια του
Αλλά τώρα βλέπει τις καταιγίδες και τις μακρινές εκρήξεις
σαν χρώματα και όχι ενδείξεις.
.
Είναι η μελαγχολία η δόξα του;
Και το λιβάδι με τις νεραγκούλες ο τελικός προορισμός του;
.
Ένα είδος πίστης φτερουγίζει στο έρημο μονοπάτι
Ή είναι σμήνος πουλιών;
Σαν σε όνειρο, έρχονται να τον υποδεχτούν
Και να ακούσουν τις σκέψεις του.
«Πολύ αργά να επιστρέψω στον πρότερο εαυτό μου,
στις παλιές πεποιθήσεις.
Όταν κάτω από το σικελικό φεγγαρόφωτο
διάβαζα χωρίς να διορθώνω,
άκουγα χωρίς να κρίνω.
Πολύ αργά να βάλω σε τάξη τα τοπία.
Και μέχρι η ζωή να ξεδιπλώσει το προσωρινό της σχέδιο
για μένα,
θα ακούσω τα πουλιά
που –ευτυχώς-εννοούν αυτό που τραγουδούν».
.
Καθώς ο ουρανός βάφεται με τα σκληρά χρώματα
της καταιγίδας
Ανοίγει το παλιό βιβλίο. Με κόκκινο μολύβι σχεδιάζει
Τον δρόμο της επιστροφής του.
Στην πρώτη σελίδα, κάποιος «πλησιάζοντας στα περίχωρα
της πόλης, αλλάζει το τραγούδι του
για να συνομιλήσει με τους φίλους. Ένα χρυσό ρεύμα
αποκαλύπτει τις επιθυμίες, τους ενδοιασμούς».

Νικόλας Κάλας, Ποιήματα

Θα ‘θελα να φτιάξω έναν ουρανό
να ‘χω τώρα που νύχτωσε
ένα στερέωμα να κοιτάζω
θα το ‘καμνα μεγάλο,
γιομάτο άστρα με σχήματα παράξενα
θα του ‘βαζα αντίς από ‘να,
δυο φεγγάρια ανόμοια
το ‘να μικρό σαν παιδί,
τ’ άλλο μεγάλο σαν παράπονο.
Δε θα πήγαιναν τα δυο πάντα μαζί
το πρώτο θα πλάγιαζε κοντά στο βορρά
και το μεγάλο θα ‘ρχότανε
απάνου απ’ το ρολόι μου
να σημάνει μεσάνυχτα…
[…] Προτού ξημερώσει
ακούγονται φιλιά
είν’ τα φεγγάρια
που πέφτουν και χτυπιούνται.
Όταν ξυπνώ, ξυπνώ από κούραση
το κορμί μου μοιάζει σα να υπέφερε.

………………………………….

Κλεισμένη στα όνειρά της,
στα χέρια μου κλεισμένη
ανασαίνει στην ύπαρξή μου
η ζωή των ωρών ταιριασμένη
σε ένα άλλο είδος χρόνου
ανακριβή μισά άνισων ωρών
κύματα ύπνου
θα πνιγούν ή θα περάσουν!
αφήνοντάς μας απείραχτους
με το όχι τόσο αιθερικό φορτίο
των ονείρων
Θραύσματα από ένα τόπο που απέρριψα
σκέψεις δανεισμένες
από ένα παλιό σύστημα
συνεχίζουν να εισβάλλουν
στην τωρινή μου κατάσταση
άσκοπες περιπλανήσεις με φέρνουν πίσω…
Ποτέ ο Άθως δεν ήταν πιο κοντά μου
δε χρειάζομαι εικόνες
για να ταξιδέψω
από την Αλεξάνδρεια
ως τις χαράδρες του Θιβέτ.

Bob Kaufman [1925-1986], Πουλί με ζωγραφισμένα φτερά /  Bird with painted wings

Ο Μονέ ψιθύρισε απαλά,
πνιγμένη αγάπη σε λίμνες φωτός.

Ο Πικάσο ούρλιαξε εφιάλτες,
κραυγάζοντας: σκαρφάλωσε μέσα σου,
υπάρχει μια τρέλα εκεί.

Ο Μπρακ έδωσε την ηχώ, ακριβώς.

Ο Μοντριάν φανέρωσε τετράγωνα.

Καθώς οι Μεξικανοί μούγκριζαν
στο αστέρι που διέσχιζε την Ινδιάνικη Νύχτα,
το Παρικουτίν* ξέβρασε φωτιά,
ανθίζοντας κόκκινο από τη μαύρη γη.

Ο Μοντιλιάνι, γυμνός, φανέρωσε θλίψη.

Ο Ντεγκά φανέρωσε αγγέλους σε δέρματα μπαλέτου,
καπνίζοντας πίσω από τοίχους
στους αψινθιοτεκέδες της Μασσαλίας.

Η Κόλβιτς σέρβιρε δάκρυα σε ξύλινα κουτάλια,
κάτω από μαύρα φεγγάρια, για πάντα λυπημένα.

Ο Ρουσό απ’ το παράθυρό του
ούρλιαξε ποίηση
σ’ αυτόν τον τρελό κόσμο.

Ένα φλεγόμενο πουλί σφύριξε από ψηλά:
καταβρόχθισέ τα όλα,
πέθανε!

*Παρικουτίν: Ηφαίστειο στην πολιτεία Μιτσοακάν του κεντρικού Μεξικού. Εξερράγη για πρώτη φορά, τον Φεβρουάριο του 1943. Σήμερα παραμένει ανενεργό.

BIRD WITH PAINTED WINGS

(From the poetry collection, “Solitudes Crowded With Loneliness”, 1965, NDP 199, 8th printing, p. 19)
By: Costas Reousis

Monet whispered softly,
drowned in love in lakes of light

Picasso cried nightmares,
screaming: climb through you,
there is some craziness in there.

Brac hit the tone, spot on.

Montrealer has shown himself a square.

As the Mexicans swarm
at the star crossing the Indian Night,

Parikutin* caught fire,
blooming red from the black earth.

Montiliani, naked, expressed sadness.
Dega performed angels in ballet skins,
smoking behind walls
in the absinthe dunes of Marseille.

Kolvich served tears on wooden spoons,
under black moons, forever sad.

The Russian from his window
she screamed poetry
in this crazy world.

A burning bird whistled from above:
gobble it all up,
she died!

*Parikutin: Volcano in the state of Michoacan of central Mexico. It exploded for the first time in February 1943. Today it remains inactive.

##Από τη συλλογή «Solitudes Crowded With Loneliness», 1965, NDP 199, 8th printing, σελ. 19. Απόδοση: Κώστας Ρεούσης

Χρήστος Τουμανίδης, Κάτω απ’ τον ίσκιο του Ολύμπου

Πέτρες λοξές,
κι ένα φαράγγι να το διαβαίνουν
οι μνήμες σκυφτές.
Γριές με τα μαύρα μαντήλια,
με βαριές ανεμόδαρτες νύχτες στην πλάτη.
Κατηφορίζουν αργά.
Σταματούν λίγο στο Λιτόχωρο.
Συνεχίζουν.
Βράδυ θα μπουν, στην Κατερίνη, για να κλάψουν.