Angela Costi, Oxford Street, Sydney: Aphrodite seeks Adonis

I can hear Persephone and Hera
teasing, laughing, through the squawks
of these polluted birds:
he’s escaped you, doesn’t want you
you won’t find him, he’s not yours
he’s not yours ¾ Vile Viragoes!
They should be showering my path
with rose petal raindrops
or shrills of remorse, after all
Persephone has also lost
her part-time access ¾ Ha Ha!
she’s back to fucking the dead.
Adonis, where are you?
It’s bitter-sweet torment
being a mop, unable to wring myself
dry, heavily soaked in the desire
between my legs,
remembering yours.
Possibly I was demanding
but you faithfully performed
javelin was always
your better sport ¾
ready, aim, firing
every time.
And now I’m soaked in tears
knowing you’ve turned
from my leera’s tickling tune
to sex-starved rooms
belting, bleating electro machines
and men playing Gods
banging their thunder, a lunatic lust
¾ You Need Me
to help you recall
the smell of wild iris
the taste of honey
being suckled from fig.
You could have confided,
guiding your delights in this phase
would be fun, no need for pretence
discarding girdle for g-strings
mesh stockings, leather cock-rings
to be Mardi Gra’s Pied-Piper of Sex
¾ well, straightening the path
just a little.
and yes, I can have others
easy seduction, again and again
‘Come interlink with my Magic Girdle’
leaving a burning trail of lovers
deluded
like me believing magic lies
with hip bone
to keep our escapees.

Τόλης Νικηφόρου, Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας

την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας
εισπλέει αθόρυβα
στις γκρίζες γειτονιές του κόσμου
ο μέλλων χρόνος ως πέλμα αιλουροειδούς
 
ελεύθερο
το πάνσοφα αθώο βλέμμα των νηπίων
στον παρελθόντα χρόνο εναποθέτει
τα πορφυρά ενδύματα της εξουσίας
 
από το άλφα ως το ωμέγα
ευθύς τα γράμματα ενώνονται και ενοποιούνται
στο σχήμα του ήλιου ανατέλλουν τα παράθυρα
αρχαίοι λινοτύπες
συνθέτουν τίτλους με λευκά πουκάμισα
και κάτω από τα υψωμένα χέρια
το αύριο έκθαμβοι αναγγέλλουν στους εξώστες
κορίτσια αστραφτερά σαν χελιδόνια
με το άπειρο ολοζώντανο στα μάτια τους
στις στέγες αιωρούνται
και τα ερωτικά προαύλια
φωτιά από σύννεφα απλωμένη στα μαλλιά τους
συστάδες δέντρων διαρρηγνύουν την άσφαλτο
και σιωπηλά αναδύονται στο φως
έφηβοι κωπηλάτες λάμνουν
το πυροτέχνημα κορμί
και στο γαλάζιο εξακτινώνονται
ενώ τριγύρω τα περίπτερα
λικνίζονται στη μουσική
που ηδονικά τις χαραμάδες διαστέλλει
 
παρέκει ούτε μια μοίρα αστέρι μου
λιγότερο ούτε ένα στίχο από τον ουρανό
 
* Από την ομώνυμη συλλογή, 1997

Το φως πνίγεται

Το φως πνίγεται στη σαπίλα και το κρατητήριο.
Άσπροι τοίχοι με χωρίζουν απ’ την όμορφη νύχτα.
Οι σκέψεις καυτός αγέρας
στο θειάφι της απομόνωσης.
Οδοφράγματα στις ψυχές μας.
Μα θα χτυπήσω το πνεύμα της φθαρμένης προστασίας.
Θα ξεσκίσω την προδοσία στον μακρύ μου δρόμο.
Την καταραμένη διαλεκτική του κατεστημένου
θα μετατρέψω σε συντρίμμια.
Ας πλημμυρίσει η πορεία της ζωής μας
μ’ ανέσπερο φως.
Ας πέσουν οι μάσκες απ’ τα παλιά μας προσωπεία.
Ας εκλείψει ο φόβος του ξεσηκωμού.
Ας ωριμάσει μέσα μας μεγάλο το δέντρο
κι έχουμε πολλούς καρπούς να δρέψουμε…

* Από την ανέκδοτη συλλογή “Σκόρπια Ποίηση” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα τη δεκαετία του 1980.

Η Mασσαλιώτιδα των Εργατών

Eμπρός παιδιά της Λευτεριάς
H δόξα τώρα μας καλεί.
Kάτω ο τύραννος παράς.
Kλαιν τα παιδιά μας για ψωμί (δις)
Λησταί και τύραννοι, λοιπόν,
θάχουν πατρίδα αυτή τη Γη;
Γιατί να χαίρονται αυτοί
των μόχθων μας το προϊόν;

Eπωδός

Eργάται των Eθνών.
Mια γνώμη, μια καρδιά.
Mε δύναμη, με ένωση,
η νίκη είναι για μας.

Mες στο χρυσάφι κολυμβούν.
Aγέρωχοι και αγενείς.
Για εξουσία όλο διψούν.
Θε να πουλούνε και το φως,
θέλουν ακόμα κι ως θεούς
κάθε φτωχός να τους τιμά.
Πλην θε να μάθουν μια φορά,
να τους φοβούνται τους φτωχούς.

Eλευθερία, ποιος ποτέ
άπαξ την όψη σου ιδή
να σ’ αρνηθή μπορεί εσέ.
Δεν σε δαμάζει η φυλακή
Tόσοι αιώνες κι εποχές
περνούσ’ ο κόσμος σε κλαυθμούς.

Σε τούτους, όμως, τους καιρούς
ο κόσμος νοιώθει τις ψευτιές.

Σηκωθείτε παιδιά και χτυπάτε
καταφρόνια και πείνα ας σφίγγει,
το μεγάλο σας δίκιο ζητάτε
και πατήστε του εχθρού το λαρύγγι.

Σαν αδέρφια με αγάπη ενωθείτε
φως καινούργιο να φέξει στη πλάση
για στερνή σας φορά σηκωθείτε
η ορμή μας τα σίδερα ας σπάσει.

Σήκω επάνω το δίκιο σε κράζει
κοίτα γύρω κοράκια κι ακρίδα
η γροθιά κι όχι πια το μαράζι
στέλνει ο ήλιος καινούργια αχτίδα.

* Τη «Mασσαλιώτιδα των εργατών», μετέφρασε στα ελληνικά ο Πατρινός σοσιαλιστής Bασίλης Δουδούμας μετέφρασε από τα αγγλικά.

Απέραντα όνειρα προβάλλουν

Απέραντα όνειρα προβάλλουν
στον περίγυρο του ήλιου.
Ανάσες ζεστές για προσκεφάλι
και μάτια μικρά μ’ αναλαμπές.
Θα ‘ρθει μια μέρα
που οι φλογισμένοι λογισμοί
θ’ ανταριάσουν
και τ’ αστροφώτιστα μήκη
θα σκεπάσουν όλη τη γη.

* Από την ανέκδοτη συλλογή “Σκόρπια Ποίηση” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα τη δεκαετία του 1980.

Θωμάς Γκόρπας, Ανάμνηση

Στην πατρίδα
εσύ ξεκίναγες τη μέρα, εσύ ξεκίναγες τη νύχτα,
εσύ ξεκίναγες τ’ όνειρο σε ταξίδι χωρίς επιστροφή.
Τώρα χαθήκαμε μες στη μεγάλη πολιτεία που πίνει το αίμα μου
γιατί είναι μόνο κόκκαλα και θέλει να περπατήσει.
Τώρα χαθήκαμε μες στη μεγάλη πολιτεία που μου σπάει τα βήματα
για να με δοκιμάσει.
Πολύ απλό που χάθηκες, αγάπη μου,
όπως χάθηκαν τόσα καλοκαίρια
με τους καημούς και με τα σχέδια πεθαμένα
στα δύο μου χέρια.
Ήσουν το χέρι που άγγιζε την καρδιά μου δημιουργώντας φως,
πίκρα και μένα, χαμηλή μουσική.
Ήσουν γιασεμί μεθυσμένο μες στο φεγγάρι,
ήσουν το φεγγάρι ξαπλωμένο σε σκοτεινό σοκάκι,
ήσουν σκοτεινό σοκάκι, σφαγμένο μες στην καρδιά μου.
Κι εγώ πουλί να κελαηδεί καθισμένο
στο αριστερό σου στήθος.
Μα τώρα χαθήκαμε ο ένας για τον άλλο, αγάπη μου,
σάμπως ο ένας απ’ τους δυο μας νάναι πεθαμένος.

1957

Στην ορθάνοιχτη πόρτα της καρδιάς της

Στην ορθάνοιχτη πόρτα
της καρδιάς της
τα μαύρα μαλλιά της
με την απλότητα των χεριών της
σχημάτιζαν την αγάπη
στις τρεις υποστάσεις της.
Ένας μικρός ήλιος στην ψυχή της.
Καβαλάρισσα στις σκέψεις
και τις αγωνίες
Φορτωμένη μιαν αγκαλιά
φεγγαρόφωτο…

* Από την ανέκδοτη συλλογή “Σκόρπια Ποίηση” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν τη δεκαετία του 1980 στην Αθήνα.

Βράχος αξεπέραστος

Βράχος αξεπέραστος αυτή η πόλη.
Τ’ αέρια βουίζουν
σε καπνισμένους θαλάμους.
Πολλές μάχες, πολλές ιστορίες
που τις χάσαμε,
χαρακώνοντας τις σάρκες μας,
μόνοι μέσ’ σε ζωντανούς τάφους,
χωρίς παράθυρο στο ξάγναντο,
χωρίς πόρτες στα δάκρυα των λουλουδιών,
χωρίς άνεμο στη λησμονιά της μέρας.

* Από την ανέκδοτη συλλογή “Σκόρπια Ποίηση” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα τη δεκαετία του 1980.

Βασίλης Δουδούμας, Σηκωθήτε / Όλοι αδελφωμένοι

Tα ακόλουθα δύο ποιήματα γράφτηκαν προφανώς το διάστημα 1880-1900 από τον Πατρινό αναρχοσοσιαλιστή Bασίλη Δουδούμα (ή Δουδούμη, κατ’ άλλους), και αγαπήθηκαν και τραγουδήθηκαν από τους εργάτες της εποχής εκείνης. Διατηρείται η ορθογραφία.

Σηκωθήτε

Aφ’ τον ύπνο τιναχθήτε και σκωθήτε στο ποδάρι
– δεν ακούτε της τρουμπέταις;
κάμετε τ’ αητού το μάτι, του φιδιού τη γληγοράδα
κ’ αφ’ τα στήθια σας μουγκρίχτε σα μουγκρίζει το λιοντάρι.
Ήρθ’ η ώρα, δεν ακούτε; όλοι απάνου στην αράδα
για σας σκίζουντ’ η τρουμπέταις.

Aφ’ την τσάπα μαυρισμένοι, στα πηγάδια, στον αέρα
– δεν ακούτε της τρουμπέταις;
Tόσα χρόνια σκάψε σκάψε ρέψανε τα κόκκαλά σας.
Tί π’ αντέχετε ακόμα; σηκωθήτε, είν’ ημέρα.
Ήρθ’ η ώρα, ζωή νέα για ν’ ανοίξουν τα τσαπιά σας,
σας φωνάζουν η τρουμπέταις.

Continue reading

Νίκος Καρούζος, Τέλος αγάπης

Αγριεύει ο τόπος μου
Σε αποκρούω Ελλάδα.
Η λογική σώνεται·
τί θ’ ακολουθήσει;
Αττική διαύγεια·
τί άλλοθι!
Τέλειωσέ με Θεέ μου. Συν   
άπειρο.
Τα μάτια μου τί μεταφράζουν;   
Ερήμωση.
Ροκανίζω μοίρα.

* Από την ποιητική συλλογή «Ερυθρογράφος» (1988). Από το βιβλίο: Νίκος Καρούζος, «Τα ποιήματα», τ. Β΄ (1979-1991), Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 1994, σελ. 488. http://alonakitispoiisis.blogspot.com/