Μαρία Πανούτσου, Πέντε ποιήματα

Timeless

Ανούσιος ευαγγελιστής
ξαγρύπνια άστολη
κορύφωση υποταγής
υποσχέσεις στον κανένα
τίποτα νέο
ένας βηματισμός προς τα εμπρός
ένας προς τα πίσω

έτσι έβλεπε την φύση των πραγμάτων
και λέξεις από ξένη γλώσσα την συντρόφευαν
μέχρι που έφτασε στην πόρτα του σπιτιού της
και όλα ήταν όπως πριν.

*

Για ένα απόγευμα

Θρυμματίζει ένα μικρό ξερόψωμο
με νευρικότητα και ραθυμία
ονειρεύεται εποχές με άλλη άνοιξη

του έτους με ρυθμό χορευτικό
οι θόρυβοι κρύσταλλοι στα δάκτυλά της
το βλέμμα όλα τα μαζεύει με ζέση

η πλούσια σοδειά από γεγονότα την κούρασαν
όπως τα συναισθήματα που μαγκώθηκαν σε δωμάτιο μικρό
κι όμως ο χρόνος είναι δικό της αρκεί να περπατήσει πάνω του.

*

Το βιβλίο

Εκείνη η πεταλούδα της το είπε
κι ο γκιώνης και η δεκοχτούρα
και το τριζόνι
μα ήταν πιότερο μια μουσική παρά μηνύματα
κι όμως σημάδια κραύγαζαν
και ο μετρονόμος πέρα δώθε πέρα δώθε

μετά από όλα αυτά έκλεισε το βιβλίο
και απομακρύνθηκε από την βιβλιοθήκη.

*

Μια άλλη ματιά

Ήθελα  να γίνω μυρμήγκι  για  ένα βράδυ
Να δω τις αντοχές μου και  την ζωή με άλλα μάτια
Να δω τον κόσμο μια ελάχιστη αναπνοή  πάνω απ’ το χώμα
Να δω τις σταγόνες της βροχής καθώς διαθλώνται γύρω μου
Το χιόνι καθώς το αντικρίζω μέσα από την φωλιά μου
Το πάτημα του ανθρώπινου παπουτσιού να με συνθλίβει

*

Μου έδωσε μια ιδέα…

Συμφωνώ με τις αρκούδες
στο κρεβάτι μου λοιπόν
όταν κάνει κρύο
όταν δεν έχω σοκολάτα
όταν δεν περιμένω το τίποτα
όταν έξω έχει ψιλόβροχο
τον ύπνο του δικαίου

26/7/24

Νικόλα Ματζίροφ, Ο πόλεμος της σιωπής – Ποίηση απ’ τα σημάδια των τραυμάτων

Ζωγραφική: Θανάσης Μακρής

Μετάφραση: Έρη Μακρή

Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.
Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.

Κ.Π. Καβάφης, «Τείχη»

Είναι δύσκολο να βρει κανείς ακόμα και στις κηδείες, ή πίσω απ’ τα θολά παράθυρα των δημοτικών βιβλιοθηκών ή και σε όλα τα τελετουργικά του ύπνου, τη σιωπή. Όλες οι δομημένες ταυτότητες έχουν τη δική τους προσωπική ιστορία σιωπής. Σε ορισμένες περιοχές της Λατινικής Αμερικής, όταν γεννιέται ένα παιδί, το πρώτο πράγμα που του λένε, με το πρώτο του κιόλας κλάμα, είναι: «Να είσαι πρόθυμο να παραμένεις σιωπηλό σε αυτόν τον κόσμο, να είσαι υπομονετικό». Ζούσα σε ένα σπίτι όπου τα λόγια τριών διαφορετικών γενεών μάχονταν για τη διατήρηση του κύρους τους – την ώρα που κάποιοι μιλούσαν απ’ τις αναμνήσεις, μια φωνή από την άλλη πλευρά του τοίχου ήταν γεμάτη προσδοκίες. Σε αυτόν τον καθημερινό πόλεμο με ξιφολόγχες τις λέξεις, μόνο ακούγοντας, με την ένταση ανεβασμένη, τη μουσική του Άρβο Περτ ή του Κολτρέιν άνοιγε ένας δυνατός χώρος για τη σιωπή της σκέψης. Εξακολουθώ να ζω σε σπίτια προσωρινά, καθώς διασχίζω τα σύνορα χωρών των οποίων τις γλώσσες δεν καταλαβαίνω, χτίζοντας αναμνήσεις στις οποίες ποτέ δεν θα ξαναγυρίσω. Φωτογραφίζω τα δωμάτια που αφήνω αντί για τα μνημεία γύρω απ’ το ξενοδοχείο. Όλες οι καρτ ποστάλ μεταφέρουν τη σιωπή μαζί με τις παγωμένες στον χρόνο εικόνες απ’ τις πλατείες, τα μνημεία, τα πρόσωπα των ανθρώπων. «Όλες οι ερειπωμένες γωνιές της πόλης, όλοι οι ήχοι και όλα τα πράγματα έχουν κι αυτά τις δικές τους σιωπές, ακριβώς όπως, το μεσημέρι στα βουνά, υπάρχει η σιωπή των πτηνών, του τσεκουριού, των τζιτζικιών.»[i] Για τον κόσμο απ’ τα Βαλκάνια, η διαφυγή είναι περισσότερο ένα ζήτημα μέτρησης του χρόνου παρά μια έλλειψη χωρική. Μετά από τόσους πολέμους, πιστεύω περισσότερο στη σιωπή των ανθρώπων παρά στον θόρυβο των μνημείων. Η Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν έγραψε: «[Παράσημο] Απονέμεται, / όταν δεν συμβαίνει τίποτα, / όταν σιγάσουν τα πυρά, / όταν ο εχθρός εξαφανιστεί».[ii]Ο ποιητής δεν χρειάζεται παράσημο για να πει την αλήθεια. Η σιωπή της ειρήνης είναι αρκετή. Κατά τη διάρκεια πολέμων και δικτατοριών η ποίηση πρέπει να γίνει μια ισχυρή ευθραυστότητα, μια ένδειξη έξω από τα εργαλεία της εξουσίας.

Είμαι απόγονος προσφύγων των Βαλκανικών Πολέμων που πρωτομετακινήθηκαν πριν από εκατό χρόνια, οι οποίοι για να επιβιώσουν συνήθιζαν να μένουν σιωπηλά κρυμμένοι σε κελάρια. Η σιωπή ήταν η δική τους μητρική γλώσσα. Ήμουν δεκαοκτώ ετών όταν νέοι πόλεμοι άρχισαν στη Γιουγκοσλαβία. Στο κρεβάτι μου, ο όλεθρος του πολέμου επέβαλε στολές πάνω στις πιτζάμες της αθωότητάς μου. Ένα πολιτικό σύστημα αντικαταστάθηκε από ένα άλλο. Και οι δύο αλλαγές έγιναν ταυτόχρονα, καταστρέφοντας τους γυάλινους τοίχους της παιδικής μου ηλικίας και τις βαριές κουρτίνες της υποσχόμενης σιγουριάς. Ξαφνικά, συγγραφείς που βρίσκονταν στις αναγνωστικές λίστες των σχολείων ανακηρύχθηκαν είτε εχθροί του κράτους είτε κλασικοί, και αυτό είχε μόνο μία σημασία: κανείς πια δεν τους διάβαζε. Έπρεπε να κόψω τον ομφάλιο λώρο μόνος μου, εντάσσοντάς με στον απέραντο κόσμο της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Έκτοτε, ολόκληρη η ζωή μου μεταμορφώθηκε σε μια φυγή – από κάτι τρομακτικά άγνωστο σε κάτι ελκυστικά άγνωστο. Εμπιστεύομαι περισσότερο τα σημάδια του χρόνου πάνω μας παρά τα μοτίβα στις στολές. Όταν σκοτώνεται ένας στρατιώτης, ένας άλλος παίρνει τη στολή του και πετάει όλες τις οικογενειακές φωτογραφίες και τα γράμματα του προηγούμενου από τις τσέπες. Η σιωπή του νεκρού είναι δυνατότερη από την κραυγή του δολοφόνου. Επαναλαμβάνω μόνο την ιστορία των προγόνων μου οι οποίοι αναγκάστηκαν εξαιτίας του πολέμου να εγκαταλείψουν το σπίτι τους, χωρίς να πάρουν τίποτα μαζί τους παρά μόνο το κλειδί που θα ξεκλείδωνε τις πύλες της μνήμης. Εγώ, όταν ταξιδεύω, δεν παίρνω μαζί μου τα κλειδιά. Η γλώσσα απέμεινε για μένα το μόνο προπύργιο σιγουριάς. Θυμάμαι συχνά τα λόγια του Τσαρλς Σίμιτς, ο οποίος έλεγε πως δεν ήταν σίγουρος αν το ότι ήταν πρόσφυγας ήταν αυτό που τον έκανε ποιητή, αλλά τον έκανε, όμως, τον ποιητή που είναι.[iii] Τα Βαλκάνια είναι γεμάτα από ποικίλες επίσημες αλήθειες και η σφοδρότητα του προσωπικού πόνου είναι παρόμοια διασυνοριακά. Οι επίσημοι πόλεμοι υπάρχουν έτσι ώστε οι ήρωες να μπορούν να καταμετρηθούν. Σε όλους τους ανεπίσημους πολέμους υπάρχουν μόνο θύματα. Αισθάνομαι ως σιωπηλός εθελούσιος πρόσφυγας στην εποχή της επιβεβλημένης ειρήνης. Το μόνο που μου έμαθε ο Ψυχρός Πόλεμος είναι να επιζητώ τη θαλπωρή ανάμεσα σε δύο σιωπές. Δεν ονειρεύομαι έναν κόσμο αλλαγμένο απ’ την ποίηση, προτιμώ να μιλώ για κόσμους οικοδομημένους απ’ την ποίηση. Τα τελευταία χρόνια έχουν εκδοθεί ορισμένες ανθολογίες με θέμα την εξορία. Λόγω της ανθρώπινης ανάγκης να είναι κανείς παντού και πάντα παρών, ένας ποιητής –κατακλυσμένος από τη σκιά της στιγμιαίας απόγνωσης– μπορεί να γράφει για σκηνές γεμάτες αστέγους, ενώ παρακολουθεί, καθισμένος στη ζεστή μαλακή πολυθρόνα του, τις ειδήσεις. Αν κλέψεις μια στροφή, η νομοθεσία θα στραφεί εναντίον σου. Τι γίνεται, όμως, όταν κλέβεις τον πόνο κάποιου;

Μπορώ να μυρίσω τα ανοιχτά τραύματα του πολέμου όταν διαβάζω τα μικρά επιστολικά ποιήματα που βρέθηκαν στην τσέπη του Μίκλος Ραντνότι, ή αποστηθίζοντας τους στίχους Ουκρανών ποιητών που γράφτηκαν στη σιγαλιά, ανάμεσα σε δύο χτύπους της καρδιάς και στις βόμβες. Ακριβώς όπως η ήττα ή η νίκη δεν μπορούν να αποσαφηνιστούν με στρατιωτικούς όρους, όπως επισήμανε ο Νταρουίς, έτσι και η οικουμενικότητα των λέξεων δεν μπορεί να μετρηθεί από τον αριθμό των κοινοποιήσεων και των «μου αρέσει», αλλά με το βάθος που αφήνουν τα σημάδια πάνω στο εύθραυστο σώμα της μνήμης. Η ποίηση θυμάται τα σημάδια των λησμονημένων. Η ποίηση ταξιδεύει σιγά σιγά κι αθόρυβα σαν ένα πούπουλο ανάμεσα σε ρημαγμένα κτίρια, περιπλανιέται για βάθος χρόνου όπως ένα γράμμα που του λείπει από τον φάκελο η διεύθυνση του παραλήπτη.

Όταν προφέρω τη λέξη Σιωπή,
την καταστρέφω.

(Βισουάβα Σιμπόρσκα, «Τρεις λέξεις πιο παράξενες»)[iv]

Η σιωπή ως μια απλή απουσία λέξεων με τρομάζει, μιας και στην αρχή δεν υπήρχε η λέξη – υπήρχε η αναπνοή. Ο Στοκχάουζεν είπε πως στον κόσμο δεν υπάρχει απόλυτη σιωπή και πως ήθελε να χρωματίσει τη σιωπή, «προσπαθώ πάντα να επεκτείνω τη σχέση που υφίσταται μεταξύ του ήχου που είναι απών και του ήχου που μπορεί να ακουστεί».[v] Βλέποντας μια σκιά, δεν σκέφτομαι το φως που χάνεται αλλά το απτό και όμορφο σχήμα του αντικειμένου. Η σιωπή είναι το φως που πλάθει το σώμα των λέξεων. Ο ποιητής κάνει τους ήχους ορατούς και τους μεταμορφώνει ξανά σε σιγή μέσω της ίδιας της πράξης της δημιουργίας. Ο Ντελέζ σημειώνει πως το πρόβλημα δεν είναι να καταφέρεις τον κόσμο να εκφραστεί, αλλά να θέσεις στη διάθεσή του μικρά χάσματα μοναξιάς και σιωπής στα οποία θα μπορούσε τελικά να βρει κάτι να πει.[vi] Το να γράφεις ποίηση είναι ένα ταξίδι ανάμεσα στις σκοτεινές φλέβες των ατελειών των λέξεων, ανακαλύπτοντας ότι η σιωπή και το σκοτάδι είναι τα δύο μισά του πυρήνα του παγκόσμιου κώδικα κατανόησης. Στη σιωπή όλοι οι ήχοι είναι ίσοι, στο σκοτάδι όλα τα αντικείμενα είναι ίδια. Η μουσική έχει το δικό της σώμα, όπως ακριβώς το κείμενο έχει τη δική του φωνή. Ο Κολτρέιν ήθελε να φανερώσει το θείο στους ανθρώπους με μια μουσική γλώσσα που υπερέβαινε τις λέξεις. Συνήθιζα να πιστεύω, ως αδέξιος αγγελιαφόρος των σκέψεών μου, πως χρησιμοποιώντας λέξεις θα μπορούσα να βελτιώσω τη σιωπή. Η Ντίκινσον έγραψε: «Η Σιωπή όμως είναι Απεραντοσύνη».[vii] Η γιαγιά μου συνήθιζε να μου λέει πως μόνο όταν πεθαίνουμε, γινόμαστε απέραντοι. Πίστευε ότι αν κατά τη διάρκεια του βραδινού όλοι μας σταματούσαμε, την ίδια ακριβώς στιγμή, να μιλάμε και μια δυσάρεστη σιωπή κάλυπτε το δωμάτιο και τα σώματά μας, τότε ένας άγγελος θα ίπτατο πάνω απ’ το τραπέζι.

Η Ιστορία έβαλε ένα σύμβολο στάθμισης ανάμεσα στη ζωή και στις λέξεις, αφού η σιωπή είναι συνδεδεμένη με τη συμμετρία των τάφων. Ωστόσο, είναι ακριβώς πάνω απ’ τους τάφους που κάποιος κλαίει γοερά. Ως παιδιά είχαμε ανάγκη τη μοναξιά για να κάνουμε μπροστά στον καθρέφτη όλες εκείνες τις περίεργες, σιωπηλές γκριμάτσες που μας απελευθέρωναν πιστεύοντας ότι ήταν μια ουσιώδης προσωπική πράξη, και μόνο αργότερα μάθαμε πως στην πραγματικότητα όλοι μας κάναμε ακριβώς το ίδιο πράγμα. Ο κόσμος άρχισε να μας αποκαλύπτεται μόλις αρχίσαμε, ακολουθώντας την ηχώ της ατομικής μας αλήθειας, να φανερώνουμε μετρημένα και με φόβο τα μυστικά μας, σαν τα πρώτα βήματα ενός ναρκωμένου σκύλου. Ωστόσο, είναι η πράξη της δημιουργίας που φέρνει την ποίηση στην πηγή της προσωπικής μας αλήθειας, στα βάθη του χρόνου πέρα απ’ τα ημερολόγια. Το να γράφεις ποίηση είναι το χτίσιμο μιας καινούργιας γλώσσας, όπου η σιωπή ξεκινά, είναι ο σιγανός θάνατος του φόβου του θανάτου. Η ποίηση είναι ο όμορφος και υπομονετικός τρόπος που πέφτει η άμμος στην κλεψύδρα, παρά μια απώλεια χρόνου.

Η σιωπή είναι η έσχατη ενός άλλου κόσμου χειρονομία του καλλιτέχνη· με τη σιωπή, απελευθερώνεται από όλα όσα τον υποδουλώνουν σ’ έναν κόσμο…

(Σούζαν Σόνταγκ, Η αισθητική της σιωπής)[viii]

Το να σκίζει ο συγγραφέας τις σελίδες παραμένει ίσως η πιο δυνατή, ηχηρή εκδήλωση της πάλης του με την αυτολογοκρισία, ενώ το κάψιμο των βιβλίων στις πλατείες μάς θυμίζει, μόνο, το δραματικό τέλος μιας ιδεολογίας. Τώρα, στο πάτημα ενός κουμπιού, κόσμοι και υποσχέσεις μπορούν σιωπηλά να εξαφανιστούν. Πολλοί ποιητές, λόγω της έλλειψης χαρτιού κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Σεράγεβο, έγραφαν πάνω σε χαρτοπετσέτες και χαρτί τουαλέτας, όπου το στυλό εύκολα διαπερνούσε και τα δύο, όπως με την ίδια ευκολία οι σφαίρες διαπερνούσαν τα κορμιά τους. Δεν υπήρχε ο χρόνος για να αλλάξεις τις γραμμένες σου λέξεις, να αλλάξεις την ηχώ της σιωπής που ταξίδευε στην αρχή του κόσμου. Κάτω από τέτοιες συνθήκες, η μόνη διόρθωση που μπορεί κανείς να κάνει είναι η διόρθωση της δικής του ιστορίας, αυτό το οποίο ούτε έχει ειπωθεί ούτε έχει γραφτεί. Η πράξη της δημιουργίας ενώπιον του πολέμου δεν προκύπτει από κληρονομημένους φόβους. Συμβαίνει όταν κάποιος δημιουργεί μια νέα γλώσσα για να εκφράσει μέσω της σιωπής την ένταση του κόσμου, όπως ένα πουλί προβλέπει έναν βομβαρδισμό αποχωρώντας αθόρυβα και στα κρυφά. Εκείνοι στους οποίους προκαλεί απορία η πράξη της γραφής, θα πουν ότι ο ποιητής χρειάζεται τις αλυσίδες για να μιλήσει για την ελευθερία ή πως το πουλί πρέπει να ζει σε κλουβί για να τραγουδήσει για τον ουρανό. Και στις δύο περιπτώσεις, μια εξωραϊσμένη απόσταση δημιουργείται, η οποία δεν μπορεί να σπάσει τους κρίκους της αλυσίδας και να λυγίσει τα κάγκελα του κλουβιού. Ο πατέρας μου μιλούσε πολύ πιο συχνά για τον καιρό που πέρασε στον στρατό από ό,τι για τον χρόνο που περνούσε με τους φόβους του και με ό,τι αγαπούσε. Μιλούσε φορώντας τη στολή του κοινού πόνου και μπορούσα να δω τις τυμπανοκρουσίες της απουσίας στα μάτια του. «Η σφαίρα που έριξα / κατά τον μεγάλο πόλεμο / έκανε τον γύρο της Γης / και με βρήκε στην πλάτη», έγραψε ο Ζμπίγκνιεφ Χέρμπερτ στο «Μια μικρή καρδιά». Το ίδιο ακριβώς γίνεται και με τις λέξεις του ιστορικά διαμορφωμένου μίσους. Ένα σιωπηλό ζωντανό πουλί δίπλα στο νεκρό σώμα ενός στρατιώτη ή ένα νεκρό πουλί στην παλάμη ενός παιδιού που κλαίει αντιπροσωπεύουν τον ολοκληρωτικό θάνατο της ελευθερίας.

Σε καιρούς επιβεβλημένης σιωπής από δικτατορίες και πολέμους, ο ποιητής έχει δικαίωμα στην ελευθερία της εσώτερης σιωπής του, έχει δικαίωμα να αφουγκραστεί τη γλώσσα του δικού του αίματος, να πάρει μια ανάσα πριν απελευθερώσει την πρώτη λέξη απ’ τα σημάδια των τραυμάτων. Η σιωπή της καταπίεσης δεν σκοτώνει τις λέξεις, κόβει την αναπνοή. Ο Μπέι Ντάο γράφει πως «η ελευθερία δεν είναι παρά η απόσταση / ανάμεσα στον κυνηγό και τον κυνηγημένο».[ix] Όταν γράφεις είσαι ταυτόχρονα και τα δύο, και ο σιωπηλός κυνηγός και το όμορφο θήραμα, ενώ η ποίηση είναι η τρομακτικά κοντινή απόσταση που ονομάζουμε ελευθερία.

(Αυτές οι σκέψεις υπάρχουν από τότε που εξέφρασα την πρώτη μου λέξη και αναδιαμορφώθηκαν στο MacDowell και στο Yaddo, ΗΠΑ 2023.)

[i] Walter Benjamin, «Μασσαλία».

[ii] Ingeborg Bachmann, «Κάθε μέρα», μτφρ. Ντάντη Σιδέρη-Speck, Να λέω λόγια σκοτεινά, εκδ. Νεφέλη, 2007.

[iii] Charles Simic, «Why You Should Be an Immigrant, For the Sake of Your Writing Career».

[iv] Βισουάβα Σιμπόρσκα, Η ζωή εδώ και τώρα, μτφρ. Μπεάτα Ζουλκίεβιτς, εκδ. Καστανιώτης, 2021.

[v] Απόσπασμα από τη συνέντευξη που πήρε η Iara Lee από τον Karlheinz Stockhausen στη Φρανκφούρτη τον Αύγουστο του 1997 για το Modulations.

[vi] Gilles Deleuze, Pourparlers 1972-1990, Les Éditions de Minuit, 1990.

[vii] Emily Dickinson, «Τρέμουμε τη Σιωπή», μτφρ. Χάρης Βλαβιανός, Αυτό είναι το γράμμα μου στην Οικουμένη, εκδ. Πατάκη, 2021.

[viii] Σούζαν Σόνταγκ, Η αισθητική της σιωπής, μτφρ. Νανά Ησαΐα, Νεφέλη 1983.

[ix] Bei Dao, «Συνένοχοι», μτφρ. Αναστάσης Βιστωνίτης, Το ρόδο του χρόνου, εκδ. Καστανιώτης, 2021.

*Από το https://mag.frear.gr

Κατερίνα Κολιοπούλου, Τρία ποιήματα

Αλυσίδα

Κι ύστερα ήρθαν όλα όπως δεν τα περίμενες
Ένα χάδι, ένα φροντισμένο πρωινό,
ένα τσιγάρο με μίξη σάλιων
πολλές ερωτήσεις, άπλυτα
μπλεγμένα, λερωμένα σεντόνια
Μια αφορμή ασήμαντη, κάτι που δεν κόλλησε
το ποτήρι έσπασε, το ρολόι
μια στιγμή στο καντράν καρφώνει:
οι πνιγμένοι επιστρέφουν πάντοτε στην όχθη
απ΄ όπου ξεκίνησαν
και βυθίζονται

*

αναστροφές

Ανάποδα,
σας παρακαλώ
διαβάστε με
ανάποδα
τόσες φορές
-το είπαμε-
το ποίημα
γράφεται
από κάτω,
από πάνω
διαιωνίζεται
μόνο,
κεφάλια
πολλά
έχει

  • Κύκλοι

Έβαλα το αυτί μου στο στήθος σου
Έβαλα τον στίχο μου στο αυτί σου
Έβαλα το στήθος σου στον στίχο μου
Δύο στήθη όλη η ιστορία, τελικά

*Από τη συλλογή “εντωμεταξύ”, εκδόσεις Ενύπνιο, 2022.

Αργυρώ Αξιώτη, Δύο ποιήματα

Κύτταρο

Το ξύπνημα της Άνοιξης*
με όση ομορφιά και αν το ντύσεις
θα είναι βίαιο.

Το σώμα ξέρει.

Στο πέρα των περιγραφών
διαφεύγοντας της συρρίκνωσης
που προσπαθούν τα λόγια
σημαίνοντας τον χρόνο σταθερά
ανθίσταται στην ταξινόμηση
ορίζει την τάση
δείχνει την κατεύθυνση.

Εξεγείρεται.

*Frühlings Erwachen – Eine Kindertragodie
θεατρικό έργο του Frank Wedekind

*

Πράξεις

Στον Β.

Μιλάς και λιώνουνε τα χιόνια.
Εμένα η άνοιξη μου έρχεται φθινόπωρο.
Στο σύστημα των συντεταγμένων
ανάμεσα μηδέν και άπειρο
ανάμεσα συν και πλην
είμαι εξίσωση και με λύνεις
άγνωστος σαν x.

Πες μου
πες μου πώς από υπερβολή έγινα έλλειψη.

*Από τη συλλογή “τρύπα στο πάτωμα”, εκδόσεις_των_άλλων, 2021.

Κώστας Ρεούσης, Ανακομιδή οστών


Artwork: © Paul Gustave Doré (1832-1883) | The Enigma (1871) 

μνήμη κυρίας Ρένας [1937-2021]

Το κρανίο της γερακίνας
Μάνας μου αντάρτισσας
Με τη σάρκα ζαρωμένη
Στο μέτωπο αόρατα
Να συγκρατεί με τιάρα
Τα λιγοστά επαναστατημένα
Μαλλιά της.

—Μάστορα, ξέχασες το κόκαλο μιας ελληνίδας άνασσας να ρίξεις στ’ άσπρο σεντόνι της βραχυπρόθεσμης περιμετρικά του νεκρότοπου καινής ταφής.

Θώρακας αρχιλοχικός και
Μάχιμος τριών πολέμων
Γάλα ν’ αρνιέται και
Πυρομαχικά την παράδοση
Στο χώμα με το σκουλήκι
Βαθμοφόρος βασιλικά κι
Άναρχα αδιάλυτος.

—Αθήνα-Λευκωσία, Απρίλιος 2024

*Από το https://exitirion.wordpress.com

Η ωφέλεια της αφέλειας

Μιχάλης Αλμπάτης, Η κατάλυση του χρόνου, εκδόσεις νήσος, Αθήνα 2024, ISBN:978-960-589-219-7.

[Δημοσιεύθηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ στις 29/6/2024]

Μολονότι, κατά γενική ομολογία, η σύγκριση με το προηγούμενο βιβλίο του Μιχάλη Αλμπάτη είναι αναπόφευκτη και αμείλικτη, ορθώς ο συγγραφέας προτίμησε τη δύσκολη οδό στην Κατάλυση του χρόνου αναδεικνύοντας με ενάργεια ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Η στάση αυτή του συγγραφέα διόλου δεν θα πρέπει να θεωρηθεί αυτονόητη ή δεδομένη. Ας μας επιτραπεί μια υπόθεση εργασίας: κάποιος άλλος στη θέση του συγγραφέα του βιβλίου Και οι νεκροί ας θάψουν τους νεκρούς τους (εκδόσεις νήσος, Αθήνα 2022) εκμεταλλευόμενος στο έπακρο την επιτυχία του θα έγραφε τη συνέχεια της ιστορίας του Φανούρη (sequel το λένε οι νεώτεροι) εξασφαλίζοντας ενδεχομένως a priori μια καλή πορεία για το βιβλίο. Ο Αλμπάτης προβαίνει λοιπόν σε μια στρατηγική επιλογή: αποφεύγει την επανάληψη και υπερβαίνει κάθε είδους μανιέρα.

Η δράση του βιβλίου Η κατάλυση του χρόνου τοποθετείται σε μια κωμόπολη της Τσεχοσλοβακίας, το Νεμπόβιτσε, που ήταν «ξακουστή για τα εργαστήρια ωρολογοποιίας» (μν. έργ., σελ. 7) και τη βαριά μαύρη μπύρα της. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής οι ναζί συγκεντρώνουν όλους τους Εβραίους της πόλης για να τους μεταφέρουν και να τους εξοντώσουν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο μόνος που γλιτώνει από όλη την εβραϊκή κοινότητα είναι ο δεκατετράχρονος Γιόσουα Ζακάι, ένας ατίθασος νέος, που του άρεσε να ψαρεύει πέστροφες με τους φίλους του χάρη στη φροντίδα μιας γριάς μοδίστρας. Η τελευταία με χίλιες προφυλάξεις τον κρύβει στη σοφίτα του σπιτιού της, όπου ο μακαρίτης αδελφός της διατηρούσε μια πολυπληθή και ενημερωμένη (μέχρι το 1917) βιβλιοθήκη. Έτσι ξεκινάει για τον Γιόσουα ένα ταξίδι στη γνώση και στη μαθητεία μέσω της ανάγνωσης και των βιβλίων. Εδώ ίσως εστιάζεται και το μόνο σημείο σύμπτωσης με τους Νεκρούς: ο ήρωας είναι και πάλι νεαρός, που λόγω εκτάκτων συνθηκών του βίου αναγκάζεται πρόωρα και απότομα να ενηλικιωθεί και να ωριμάσει.

Η θεματολογία και η στοχοθεσία του βιβλίου είναι πολυεδρική και πολυπρισματική. Τα βασικά θέματα είναι η αξία των βιβλίων και της ανάγνωσης, η σημασία του χρόνου και η σχέση του με την ιστορία, η επανάσταση, η ουτοπία και η τελική ματαίωση. Εδώ ο Αλμπάτης επιλέγει μια υβριδική γραφή μεταξύ λογοτεχνίας και δοκιμίου, όπου τα όρια των δυο ειδών δεν είναι πάντοτε ορατά και ευδιάκριτα. Το βιβλίο αποτελεί έναν ύμνο για την ανάγνωση, τη φιλαναγνωσία και τη βιβλιογνωσία. Σταχυολογούμε στη συνέχεια ελάχιστα μόνο ψήγματα και θραύσματα που προκύπτουν αβίαστα από την ανάγνωση του βιβλίου και αφορούν κάθε βιβλιόφιλο: η σαγήνη που προκαλεί η ανάγνωση∙ η εν δυνάμει ανέλιξη του αναγνώστη και των απαιτήσεων του∙ το κάλλος των βιβλίων και των βιβλιοθηκών και η μεταμορφωτική δύναμη της ανάγνωσης∙ η επίδραση της ανάγνωσης και η σιωπή των βιβλίων, για να θυμηθούμε τον George Steiner.

Από την άλλη πλευρά, τίθεται επί τάπητος το πολυσυζητημένο ζήτημα της σχέσεως χρόνου και ιστορίας και αναδεικνύονται καίριες πτυχές του με τον ιδιαίτερο τρόπο του συγγραφέα: η ενικότητα, το παρόν, η εσχατολογία, το παρελθόν, η ιστορικότητα και εν τέλει η κατάργηση του χρόνου από μια ομάδα αφελών νέων, που διαμορφώνουν την κομμούνα του Νεμπόβιτσε.

Είναι σαφές ότι η δύσκολη αυτή οδός, που συνειδητά επέλεξε ο συγγραφέας, συνιστά μεγάλο ρίσκο. Ο Αλμπάτης ανάμεσα στο σκόπελο της επανάληψης και στους υφάλους του μαξιμαλισμού επιτυγχάνει μια οιονεί πύρρειο νίκη: αποστασιοποιείται μεν δυναμικά από την προοπτική του προηγούμενου και ομολογουμένως λίαν επιτυχημένου βιβλίου του, όχι όμως και από τα αρνητικά σημεία του. Εξηγούμαι: ο αναγνώστης θα συναντήσει και στην Κατάλυση του χρόνου μια αδικαιολόγητη πληθώρα καλολογικών στοιχείων και μια γλώσσα λίαν επιτηδευμένη, που ενίοτε φτάνει στα όρια της υπερβολής, του ακκισμού και της αδολεσχίας (δείγματος χάριν συνάντησα το ρηματικό τύπο «έμνεσκε» τρεις φορές στο βιβλίο και κάμποσα άλλα οιονεί «άπαξ λεγόμενα», όπως το ουσιαστικό «ο ουδός» στη σελ.119, το καστοριαδικό «αλύσωση» στη σελ. 129 κ.α.π.).

Έτερο αρνητικό σημείο του βιβλίου είναι ο απροκάλυπτος, απροϋπόθετος και άγονος αντικληρικαλισμός, που φτάνει σε σημείο εμμονής και δεν εξυπηρετεί, παρά μόνο κατ’ επίφασιν, την πλοκή του έργου. Προβληματικό επίσης είναι το πέρασμα από την άγνοια του ήρωα στο πρόταγμα της επανάστασης. Θεωρώ ότι δεν σκιαγραφείται επαρκώς ο ήρωας, όπως στο προηγούμενο βιβλίο.

Υπάρχει προσέτι στο βιβλίο μια αδιανόητη πραγματολογική ανακρίβεια, που δεν δικαιολογείται εξαιτίας κάποιας λογοτεχνικής αδείας: σε δυο διαφορετικά σημεία του βιβλίου (βλ. σελ.12 και 75) ο συγγραφέας αναφέρει ότι οι ο Χριστός σταυρώθηκε από τους Εβραίους! Είναι πανθομολογούμενο ότι εσταυρώθη από τους Ρωμαίους. Δεν θα προβώ σε υποθέσεις για το τι μπορεί να εξυπηρετεί αυτή η ηθελημένη παρανάγνωση.

Θα μπορούσα να παραθέσω πάρα πολλά αποσπάσματα από το, κατά τα άλλα, καλογραμμένο βιβλίο. Κατέληξα στο ακόλουθο: «(…) Χρειάζεστε σκουπιδιάρηδες που να διαβάζουν Καντ, το είδος του όντος δηλαδή που εγώ μέσα από τη βασική εκπαίδευση πασχίζω μάταια να δημιουργήσω! Ίσως βέβαια τότε οι σκουπιδιάρηδες να μη χρειάζονται εσάς!» (σελ. 167).

Συνελόντι ειπείν, η αναμέτρηση του Αλμπάτη με τη μεγάλη φόρμα στέφεται και πάλι με επιτυχία στα σημεία, παρά τις επιμέρους εγγενείς αδυναμίες και εμμονές του.

Ηράκλειο Κρήτης, 9-12 Ιουνίου 2024


Γ. Μ. Βαρδαβάς

Γιώτα Αργυροπούλου (1960-2019), Τoυ νεκρού ποιητή

Σε δρόμους
προκυμαίες
σε σελίδες έζησε
κρυφά

και τώρα ξαφνικά
νεκρός
και παρηγορημένος.

Άλλοι μιμούνται τα πουλιά.
Μετακομίζουν από δώμα σε δώμα.
Καμμιά φορά ζαλίζονται
και πέφτουν.
Η καρδιά τους γίνεται κομμάτια

μόνοι στον κόσμο οι ποιητές
τόσες καρδιές
κομμάτια.

*Από το βιβλίο “Ποιητών και Αγίων Πάντων”, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2013 και η συγκεντρωτική έκδοση “Ποιήματα και Πεζά (1998-2018)”, εκδοσεις Μελάνι 2023.

Φώτης Αγγουλές, Όχι εδώ

Να μην είναι εδώ το τέρμα τάφε, να μη
σβή ο σκοπός της ζωής εδώ, να πώς:
Κάποια χέρια μας ικέτεψαν, μας ελέησαν,
μας ζητιάνεψαν, μας αγκάλιασαν, μας
δώσανε μια χαρά, ή μας κλέψαν.
Κάποια μάτια μας καρφώσανε,
μας γητέψανε, μας λίγωσαν,

ή μας πλήγωσαν.
Κάποια χείλη μας ευχήθηκαν,
ή μας δώσαν μια κατάρα,
μας χαμογελάσαν, μας σαρκάσανε,
ή στης προσμονής μας τη λαχτάρα

τρομαγμένα αργοκινήθηκαν,
λόγια ερωτικά μας ψιθυρίσανε κι όρκους και φιλιά
μας δώσαν, μας παρηγόρησαν, μάς επίκραναν,
ή μια μέρα μας προδώσαν.

*Από το βιβλίο “Φώτης Αγγουλές, Ποιήματα”, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2011.

**Φώτης Αγγουλές (φιλολογικό ψευδώνυμο του Φώτη Χονδρουλάκη) Τσεσμές Μικράς Ασίας, 1911 – Αιγαίο Πέλαγος, 27 Μαρτίου 1964.

Δημήτρης Βέσκος, [BESKOS]

Εγώ είμαι μεγάλος.
Εγώ είμαι ποιητής.
Εγώ είμαι μεγάλος ποιητής.
Εγώ είμαι μεγάλος.
Εγώ είμαι πολύ μεγάλος.
Πάρα πολύ μεγάλος.
Ναι ποιητής.
Εγώ είμαι καλός.
Πολύ καλός.
Πάρα πολύ καλός.
Σε όλα καλός.
Ναι καλός.
Εγώ είμαι ποιητής.
Εγώ γράφω ποιήματα.
Ναι ποιήματα.
Ναι γράφω ποιήματα.
Εγώ γράφω καλά ποιήματα.
Πολύ καλά ποιήματα.
Πάρα πολύ καλά ποιήματα.
Εγώ γράφω ποιήματα.
Εγώ είμαι ο ποιητής.
Εγώ είμαι Beskos.
Ναι Beskos.
Beskos είναι ποιητής.
Ο Beskos είναι ποιητής.
Beskos ποιητής.
Ποιητής Beskos. O Beskos. O Beskos είναι ποιητής.
O Beskos είναι καλός ποιητής. Ο Beskos είναι καλός.
Εγώ είμαι καλός. Εγώ είμαι Beskos.
Εγώ είμαι καλός Beskos. Πολύ καλός Beskos.
Ναι Beskos. Εγώ είμαι Beskos.
Εγώ είμαι ποιητής _

Η ποίηση ως αθεράπευτο τραύμα

[Παρέμβαση του Σωτήρη Λυκουργιώτη στην εκδήλωση για τον ποιητή Μήτσο Ζαρκάδα, που διοργανώθηκε από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες την περασμένη βδομάδα στην Θεσσαλονίκη]

Έλα απόψε
πριν προλάβω να σε κλείσω στο ποίημα
πριν σε φυλακίσω στον στίχο
και νυχτωθώ ένας άλλος
Έλα
πριν γίνεις μνήμη
μνήμη θολή
και διεκδικήσεις χώρο στη νοσταλγία
Έλα
πριν γίνουν λέξεις τα φιλιά
και τα διαβάσουν
χείλη που δε μάτωσαν
ούτε για μια στιγμή

Μου ήταν προσωπικά πολύ δύσκολο να μαζέψω αυτές τις σκέψεις για τον Μήτσο Ζαρκάδα. Παρότι όταν ο Χρήστος Μανούκας μου ζήτησε να συμμετάσχω σε αυτό το ραντεβού, δέχτηκα αμέσως. Όμως η φόρτιση, κάθε φορά που πήγαινα να βάλω τις λέξεις σε σειρά, με έπνιγε αλλά και η ευθύνη του να μιλήσω για έναν άνθρωπο τόσο ξεχωριστό και τόσο ιδιαίτερο για εμένα.

Το πλέον επίπονο ήταν ότι έπρεπε να συγκεραστώ τα λόγια μου με ένα αίσθημα διαρκούς απουσίας… βλέπετε από τότε που γνώρισα το Μήτσο, αν και εξ αιτίας των αποστάσεων που μας χώριζαν δεν κάναμε ποτέ εκ του σύνεγγυς στενή παρέα, εντούτοις εγκαινιάσαμε μια μακριά και διαρκώς βαθύτερη αλληλογραφία· μια συνεχή διανοητική ανταλλαγή ποιημάτων, κειμένων, δοκιμών, φωτογραφιών με στιχάκια που γράφαμε στους τοίχους με υπογραφές (εγώ δυο δυο δωντάκια σαν ωμέγα και ένα καπέλο σαν περισπωμένη και ο Μήτσος τρις τελείες) αλλά κυρίως ψυχαναλυτική ονείρων, που είχαμε την εμμονή να αναλύουμε.

Η απουσία του Μήτσου είναι διαρκής ακριβώς γιατί είναι σήμερα σπάνιο (αν όχι αδύνατον) να βρεις αληθινά πνευματικούς ανθρώπους. Πνευματικά υποκείμενα που χαρακτηρίζονται από μια αναμμένη φλόγα, με την ευρύτητα του πνεύματός τους να σπάει δεκάδες φορές τα στενά όρια της μια ακαδημαϊκής περιχαράκωσης και, ταυτόχρονα, η αγωνία τους να είναι μια ζωτικής σημασία αναζήτηση απαντήσεων· μια δίψα για ζωή και αλήθεια, και όχι μια επίδειξη εξυπνακισμού της θεωρίας (όπως οι περισσότεροι γύρω μας που καμώνονται δήθεν του πνευματώδεις).

Ο Μήτσος ήταν ο συνομιλητής που μπορούσε να συνδυάσει όλα τα χαρακτηριστικά αυτού που κάποτε ονομάζαμε homouniversalis. Ένας ολοκληρωμένος άνθρωπος με ευρύτατους πνευματικούς ορίζοντες και, ταυτόχρονα, με μια διαρκή αγωνία για την πορεία του κόσμου. Είχε την ικανότητα να περνά στα μονοπάτια της φιλοσοφίας, της πολιτικής, της τέχνης, της επιστήμης και της ψυχανάλυσης, με την επιδεξιότητα ενός χορευτή. Ήταν ένας συγκλονιστικός συνομιλητής και ένας «βλεματικός» άνθρωπος, αφού, παρά την αστείρευτη επιθυμία του για επικοινωνία, η ματιά του έλεγε πάντα περισσότερα από το στόμα του.

Το ασυμφιλίωτο υποκείμενου και αντικειμένου στη διαλεκτική του παρόντος κόσμου (όπως έλεγε ο Αντόρνο, τον οποίο διάβαζε ο Μήτσος), το ασυμφιλίωτο επιθυμίας και πραγματικότητας, το χάσμα δηλαδή μεταξύ του κόσμου της πτώσης και του κόσμου της ουτοπίας, οδήγησε τον Μήτσο στην γλώσσα της ποίησης.

Δεν ήθελε να γίνει ποιητής, δεν μπορούσε απλά να κάνει διαφορετικά. Δεν μπορούσε, αυτός ο ζωτικά ευαίσθητος άνθρωπος, να επιτελέσει κανένα επάγγελμα, καμία τεχνικά ορθολογική δραστηριότητα χωρίς να στοχάζεται διαρκώς, χωρίς να αγωνιά και να πράττει με την αισθητική ηθική της ουτοπίας: αφού ο κόσμος δεν είναι έτσι όπως το θέλουμε, τόσο το χειρότερο γι’ αυτόν.

Ο Μήτσος έγινε ποιητής από ανάγκη, γι’ αυτό και δεν ανήκει στους ποιητές όπως τους ξέρουμε (συνήθως) σήμερα, όπως τους βλέπουμε γύρω μας. Ο Μήτσος ήταν / είναι από άλλη πάστα, από την ύλη των άστρων…. Αλλά τι σόι ποιητής είναι αυτός ο Ζακράδας;

Όσοι έχουν φλερτάρει, έστω και λίγο, με τον χώρο των λογοτεχνών, γοητευμένοι ίσως από την αίγλη της δημιουργίας, διαπιστώνουν, μετά από λίγο, το εξής τραγικό. Πώς οι περισσότεροι που καμώνονται τους ποιητές δεν είναι τίποτα παραπάνω από, λίγο έως πολύ, έντεχνοι στιχοπλόκοι, που κομπορρημονούν αμετροεπώς για τα γλωσσικά τους παίγνια και τις στιχουργικές εξυπνάδες, που πουλούν δήθεν για υψηλή τέχνη με ύψος χιλίων καρδιναλίων. Το ύψος, άλλωστε, είναι η απάντηση στα πάντα, έλεγε ο Μπουκόφσκι, και οι ποιητές του σήμερα, παράγουν τόνους ύψος μπας και μπορέσουν να καλύψουν το απόλυτο περιεχομενικό τους κενό.

Το βασικό όμως πρόβλημα της ποίησης σήμερα, δεν είναι η κακή ποιότητα των ποιημάτων που παράγονται και διαδίδονται, άλλωστε αυτό είναι εκτίμηση υποκειμενική και δεν αφορά κανέναν, αλλά η διαπίστωση πως αυτοί που γράφουν ποίηση δεν πάσχουν… δεν πονούν, δεν ματώνουν, δεν συνταράσσονται με αυτό που λένε.

Μοιάζουν περισσότερο με διαφημιστές, αυτάρεσκους τράπερς και ανιαρούς ποζέριδες που φλεξάρουν κατά το δοκούν όλη την παλέτα των συναισθημάτων (χαρά, δυστυχία, απόγνωση, οργή), έχοντας παρά μια επιδερμική σχέση μαζί τους.

Το “εγώ” τους είναι τόσο ναρκισσιστικά διογκωμένο, που αγγίζει τα όρια της ηδυπάθειας, ενώ ο ποιητικός τους παλμός τόσο προβλέψιμος, κλισεδιάρικος και ανιαρός που προκαλεί βαρεμάρα ακόμα και στους ίδιους. Αυτό είναι σήμερα η ποίηση. Διόρθωση: Αυτό ήταν πάντα…

Τις εποχές που έζησαν οι αγαπημένοι ποιητές του παρελθόντας μεσουρανούσαν ασημαντότητες της τρέχουσαν ανοησίας. Το ότι σήμερα δεν τους θυμόμαστε, απλά επιβεβαιώνει την λυτρωτική λειτουργία του χρόνου. Θυμάται κανείς σήμερα τον εντελώς ασήμαντο Αχιλλέα Παράσχο που κάποτε μεσουρανούσε στα τέλη του 19ου αιώνα επισκιάζοντας τον Κάλβο ή τον Καβάφη;

Ας είναι…

Απέναντι στην κυρίαρχη ποιητική του νέου ελληνισμού, απέναντι στην κυρίαρχη θριαμβική φωνή της φανφάρας και της τυμπανοκρουσίας, των εθνικών νόμπελ και των βραβείων Λένιν, υποβόσκει μια διαρκής ποιητική αντιπολίτευση που αντιμάχονται αυτό το πνεύμα.

Κάποιος φίλος είχε ονομάσει αυτή την αντιπολίτευση «καρυωτακική», αποδίδοντας στον φετιχισμό του καρυωτακικούcorpus την χαρακτηριστικότερη μορφή αυτής της ποιητικής παράταξης. Δεν έχει βέβαια σημασία, για εμάς εδώ, αν χαρακτηριστικότερος ήταν τελικά ο Καβάφης, ο Καρυωτάκης, ο Λαπαθιώτης ή οποιοσδήποτε άλλος. Αυτό που έχει σημασία είναι το ίχνος της ίδιας αγωνίας: αυτών των λίγων ποιητών που μπορούν να συγκινούνται με το ταπεινό, που βλέπουν πίσω από ό,τι επισκιάζει το μέτρο του ανθρώπου: τις απάνθρωπες Μεγάλες Ιδέες, τα απαστράπτοντα οράματα, της γενικεύσεις και τους θριάμβους. Αυτούς που εστιάζουν στο μικρό και στο ασήμαντο, που ανακαλύπτουν όπως, έλεγε ο Λόρκα, έναν κόσμο ασύλληπτων αποστάσεων στο ποδαράκι μιας γάτας που πάτησε το αυτοκίνητο.

Τον Μήτσο Ζαρκάδα, ως συνολική ύπαρξη -όχι μόνο ως ποιητή-, μπορούμε να τον φανταστούμε ως το τελευταίο παράδειγμα αυτής της γενεαλογίας (αν και ο ίδιος, αφάνταστα ταπεινός, δεν θα μπορούσε να δεχτεί μια τέτοια συμπερίληψη) μιας πορείας, που μέσα στα χρόνια, περνώντας πίσω από το ποιητικό προσκήνιο του Νέου Ελληνισμού, μας έδωσε σπουδαίους ποιητές της μελαγχολικής αντιπολίτευσης: Από την ξεχασμένη γενιά του 20, έως τον Καρούζο, τον Λεοντάρη κ.α. (που τόσο αγαπούσε ο Μήτσος).

Κι όμως ο Μήτσος Ζαρκάδας στο μικρό, αποσπασματικό και ανεπιμέλητο (από τον ίδιο) έργο του, συμπυκνώνει καλύτερα ίσως από το καθένα ποιητή της γενιάς του αυτό που ονομάζω μεταστατική αγωνία της ποίησης… ένα διαρκές σαράκι που κατατρώει διαρκώς (με τις ασήμαντες δυνάμεις του) τα σπλάχνα του τέρατος· μια διαρκής κριτική υποψία που σαρώνει όλα τα επίπεδα του αισθητού κόσμου. Αλλά ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά της ποιητικής του. Για να μην κουράσω έχω στοιχειοθετήσει 4 βασικά σημεία της αγωνίας του Μήτσου Ζαρκάδα.

Το πρώτο σημείο θα μπορούσε να ορισθεί ως μια αίσθηση κατεπείγοντος. Σε ένα γράμμα προς τον Αντόρνο ο Βάλτερ Μπένγαμιν θα πει “φοβάμαι πως δεν έχουμε όσο χρόνο θα θέλαμε”. Για το Μήτσο αυτή αίσθηση πως περνάμε από μια στενωπό της ιστορίας και πώς για κάποιους τώρα (σήμερα το βράδυ) ίσως είναι η τελευταία τους ευκαιρία, είναι πανταχού παρούσα. Έλα γιατί τα Σάββατα μεθαύριο θα γίνουνε δεύτερες!. Γιατί απόψε κρυώνω μόνος με την Ποίηση χωρίς εσένα.. Έλα, λέω εγώ, γιατί αν δεν ξαναβρούμε σήμερα την ενότητα του κόσμου, πάνω στα σώματα μας, ο κόσμος μπορεί να καταστραφεί!

Η κατεπείγουσα αγωνία είναι η πρώτη πράξη αντίστασης. Απέναντι στην αδιαφορία και την αναμονή των βολεμένων που περιμένουν τις συνθήκες να ωριμάσουν (φοβούμενοι μην ωριμάσουν). Όπως έλεγε ο Χορκχάιμερ «αυτοί που λένε πως δεν είναι ακόμα ώριμες οι συνθήκες ξεχνούν πως για ορισμένους αυτές ακριβώς οι συνθήκες ήταν η τελευταία τους ευκαιρία»… Η κατεπείγουσα αισθητική αγωνία της ποίησης του Ζαρκάδα, είναι ταυτόχρονα πολιτική και ηθική πράξη.

Και αυτή η πράξη, αυτή η αγωνία, μας φέρνει σε επαφή και με το δεύτερο πυλώνα της ποίησης του Μήτσου. Την ερωτική επαφή ως νοσταλγία ενότητας του κόσμου. Το αναλύει ο ίδιος σε ένα σημείωμα που οι επιμελητές, πολύ ορθά, συμπεριέλαβαν σε αυτόν τον τόμο. Από την στιγμή που η ουτοπία απομακρύνεται και η γενικευμένη εξατομίκευση κατακερματίζει κάθε δεσμό μεταξύ των ανθρώπων, η ερωτική πράξη, ή, αν θέλετε, η νοσταλγία μια πρωταρχικής εκστατικής επανένωσης, προβάλει ως το τελευταίο καταφύγιο της ουτοπίας. Μεταφυσικό; προφανώς αλλά όπως έλεγε και ένας από τους αγαπημένους του Μήτσου «είμαστε με την μεταφυσική τη στιγμή της πτώσης της» και αυτή την λεπτή διαλεκτική, που οι μαρξιστές έχουν ξεχάσει, ο Ζαρκάδας την είχε συλλάβει ως βίωμα.

Γράφει ο Μήτσος, στο σημείωμά του, αναστοχαζόμενος σε δυο χωρία του Αντόρνο για την ποίηση:

Το να πει κανείς ότι καταγωγικός πυρήνας της Ποίησης και εν γένει της Τέχνης είναι η Θρησκεία είναι ως έναν βαθμό κοινότοπο αφού όλες σχεδόν οι ανθρωπολογικές μελέτες κατατείνουν με μεγάλο βαθμό επιστημονικής βεβαιότητας σε ένα τέτοιο συμπέρασμα

Όμως, ακόμα βαθύτερα, εγείρεται ένα θέμα κατανόησης της ποιητικής λειτουργίας συγκεκριμένα στην εποχή του καπιταλισμού.

Διότι αν η Τέχνη είναι το πένθος της Χαμένης Ενότητας την οριστική διάρρηξη της οποίας επιτέλεσε ο νεωτερικος δυτικός πολιτισμός, το Κράτος του δυτικού αυτού πολιτισμού είναι το εκκοσμικευμενο είδωλο αυτής της χαμένης ενότητας.

Η φιλοσοφική στοχαστικότατα, καβαφική αλλά ταυτόχρονο πολλαπλώς πολυμαθής, σε συνδυασμό με μια αυθεντική λαϊκή λαγνεία (ή καψούρα, αν προτιμάτε), είναι το τρίτο και τέταρτο χαρακτηριστικό της ποίησης του Μήτσου. Εδώ συναντά τον Καρούζο (που αγαπούσε) και μαζί του σέρνεται στα φτηνά στέκια της νυχτερινής Αθήνας ακούγοντας Κυριαζή και μιλώντας για τον Μάρξ, το Φόιερμπαχ, τον Μπαρτ.

Γράφει σε ένα σημείωμα, που μοιάζει περισσότερο με ποίημα:

«Τον Καρούιζο τον ανακάλυψα σε μια κλιμακτήριο ηλικία που ήμουν ακόμη εξαιρετικά γόνιμος σε πνευματικές επιρροές.

Συγκλονίστηκα βαθιά από τον αποκαλυψιακό χαρακτήρα της γραφής του και παρασύρθηκα για λίγο μαζί του στον άγριο ποιητικό βανδαλισμό τής γλώσσας σα να ήμουν εγώ ο Βάγκνερ και εκείνος ο Πρίγκηπας Μιχαήλ Μπακούνιν. Σύρθηκα απογεύματα στη Ναυαρίνου με μόνη συντροφιά έναν μαρκαδόρο και έγραψα στίχους του σε παγκάκια, παγκάκια ξύλινα, ημικατεστραμμένα, όπου το προηγούμενο βράδυ είχα φιληθεί με κορίτσια που έκαναν γιόγκα σε εναλλακτικά αυτοργανωμένα ημιυπόγεια και είχαν σκουλαρίκια στις μύτες και φτερά στα all star τους. Πήρα από την Εγνατία το λεωφορείο 11 και ανέβηκα στην Πυλαία και τα ακουστικά μού τριβίλιζαν τα αυτιά με τη φωνή του Δεσποινιάδη να απαγγέλλει “Θρίαμβο Χρόνου”. Κατέβηκα στην Αθήνα χαράματα και πέρασα έξω από το Νταντά στην Ασκληπιού μνημονεύοντας κι εγώ “εαρινό σαξώφονο και ματωμένες Βάκχες, οπώρες που μηδενίζουν έρωτες.” Έπειτα χώθηκα στα στενά του Γκύζη αναζητώντας την τελευταία του συνοικία μα με πλάνεψε ο αντίλαλος της τελευταίας κραυγής του Τσουτσουβή και βάλθηκα από τότε να εξάγω επί ματαίω πολιτικές ευρέσεις από το κυανό του κοβάλτιο..

Ο Μήτσος έχει το σπάνιο προσόν να ξέρει ακριβώς τι λέει όταν αναμετράται με τους μεγάλους δασκάλους, και επειδή ξέρει ακριβώς τι λέει και δεν είναι κάποιος εξυπνάκια που πετάει απλά διακειμενικές αναφορές για επίδειξη, δεν έχει κανένα πρόβλημα να το πει λαϊκά, με ένα ζεϊμπέκικο… τρανό παράδειγμα το μικρό αυτό τραγούδι που μελοποίησε ο Κώστας Γαλανόπουλος, ένα τραγούδι δείγμα όλων των ως άνω χαρακτηριστικών: της ψυχαναλυτικής και φιλοσοφικής του ευρυμάθειας, της ερωτικής και μεταστατικής του αγωνίας, της κατεπείγουσα αίσθησης για ένας τέλος που καταφθάνει σαν την ταχεία, και μια λαϊκότητας ενός τραγουδιού που αν και αυτοί που το τραγουδάνε δεν ξέρουν ποιο είναι ο Μπάρτ, ο Μαρκαντέρ ή ο Λέοντας, τι διάβολο παίζει ο Αντόρνο μαθηματικά και την είναι ο έρωτας ως απώθηση, μπορούν να τα τραγουδήσουν και να τον νιώσουν.

Τι να σου κάνει και ο Μπαρτ απ’ τη Γαλλία
όταν ο έρωτας πεθάνει εν ψυχρώ
όλο το σώμα σου μια σημειολογία
κι εγώ δεν βρίσκω χέρι να πιαστώ
Είναι η έλξη μας απώθησης παιχνίδι
όταν με πιάνεις με πετάς πιο μακριά
σφαίρα του ράγκμπι στο Αμέρικα Μιζούρι
κι ο Αντόρνο παίζει μαθηματικά
Στο Μεξικό ο Λέοντας με την αξίνα
πέφτει νεκρός κι ο Μαρκαντέρ χαμογελά
τι κι αν το κόμμα σαν καβούρι προχωρά
τέλος στη Βάρκιζα για να καεί όλη η Αθήνα

Γιατί σε τελική ανάλυση αυτό είναι η ουσία του ποιητή: να φέρνει στον κόσμο της φωτιά του προμηθέα (τη φωτιά της επανάστασης) με παλμό, και νόημα. Απέναντι στην κατασταλτική αργοπορία του κόμματος, να προτάξει την αίσθηση του κατεπείγοντος, να δει αποκαλύψει τον κόσμο υπό το φως της λύτρωσής του…

Στην Αχαρνών η μουσική να παίζει φούγγες του Μπαχ, αραβικά τραγούδια
στα πεζοδρόμια ολάνθιστα λουλούδια
μέσα της Άνοιξης τού θάνατου ο ήχος
Μέσα της Άνοιξης του θάνατου ο ήχος
κάλεσμα πένθιμο ο τελευταίος στίχος
ξέρεις ο θάνατος πως είναι ένας μύθος
πεθαίνουν μονό όσοι δεν χαθήκαν μες στο πλήθος
Όσοι μονάχα δεν χαθήκαν μες στο πλήθος·
στη διαδήλωση αγέρωχος βαδίζεις
τσιγάρο ουίσκι και γαρύφαλλο στο πέτο
σαν άλλοτε εμπρός σε ξαναβλέπω
την επανάσταση ξανά να λαμπυρίζεις
ή όμως έλεγε ο Αγαπημένος του Καρούζος στο ποίημα του για την Κροστάνδη

Μήτσο, εμείς Αληθεύουμε στην Επανάσταση!

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://infolibre.gr/2024/07/06/i-poiisi-os-atherapeyto-trayma-paremvasi-stin-ekdilosi-gia-ton-poiiti-mitso-zarkada/