Τζένη Μαστοράκη (21 Φεβρουαρίου 1949 – 30 Ιουλίου 2024), Δύο ποιήματα

ΠΑΡΑΚΜΗ

Η παρακμή
δεν έχει χρονικά περιθώρια.
Έρχεται σαν εξώδικη πρόσκληση
κι έτσι απλά
σου βγάζει τα έπιπλα στο δρόμο.
Γύρω σου τα παιδιά
περιεργάζονται
την πλάτη της καρέκλας σου
εκεί που σε μια παραφορά
της εφηβείας
είχες γράψει:
Ψέματα – Ψέματα – Ψέματα.
Τελικά φορτώνεις
μόνο το κρεβάτι
σε μια περαστική
μοτοσυκλέτα
και μετακομίζεις
σε άγνωστη διεύθυνση.

*Από την ποιητική συλλογή «Διόδια», εκδ. Κέδρος 1972.

Η ΠΟΡΤΑ

Τώρα, επάνω στην πεσμένη πόρτα
περνάνε και κρεμάνε τα τραγούδια τους
δεμένα με χρωματιστές κορδέλες
σαν τάματα σε κάποια
Παναγιά τάδε, τη θαυματουργή.
Ο ποιητής κουβαλάει
την πόρτα στην πλάτη
σωπαίνει.
Θα τον δεις καμιά φορά λοιπόν
να περπατάει σκυφτός
ή να περνάει με το πλάι τα στενά
και κείνο το κάγκελο
στραβωμένο
αφήνει βαθιά χαρακιά
πάνω στην άσφαλτο.

Από την ποιητική συλλογή «Το σόι», εκδ. Κέδρος 1978.

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Δύο ποιήματα

Οι φίλοι μου γράφουν σπάνια.
Συνήθως στροβιλίζουν το κεφάλι τους
Φουρφούρι σε ανεμοστρόβιλο.
Κερνάνε ποτά στις εξόδους κινδύνου
Περνάνε ανάμεσα από τζάμια
και ύστερα απορούν για τις πληγές τους.
Στο τέλος πάντα θυμούνται.
Οι φίλοι μου μιλούν σπάνια
για τον εαυτό τους.
Τον αρπάζουν σφεντόνα
ρίχνουν το αστέρι τους
το θάβουν χωρίς τιμές ή κάποιο κτέρισμα
και μόλις σχολάσουν από την δουλειά,
τότε ίσως στο τέλος της ημέρας
τον θυμηθούν.
Οι φίλοι μου εκφράζουν
τα συναισθήματά τους αλλιώς.
Νιώθουν τον παλμό του σύμπαντος
Κι ας τραγουδάνε φάλτσα.
Εσύ θα πεις ξοδεύονται
εγώ θα πω αφιερώνονται
σε κάτι που και εγώ
Ενώ συμμετέχω, δεν κατανοώ
Μα νιώθω και εκπροσωπώ.

*

Δεν ήρθε ακόμα ο καιρός
που θα κοιτάξουμε κατάματα τον ήλιο,
να είμαστε σίγουροι για τον κόσμο.
Δεν είναι μακριά αλλά δεν ξέρω
κι αν φτάσουμε ποτέ.
Εύκολα χάνεται κανείς σήμερα
στα αλισβερίσια της ανάγκης.
Προς το παρόν ψάχνω τα μάτια σου
μέσα σε τούνελ τυφλό.
Λέω ένα τραγούδι γήινο
που εσύ δεν το θυμάσαι πια
και όταν δείξω τα αστέρια
Με κυνηγάνε οι φακοί.
Αν ρωτήσουν τι γράφω
ανοησίες θα τους πω.
Αφού τα λόγια
μόνο για θάνατο προφέρονται.

Ardita Jatru, Το φουστάνι

Η μάνα μου είχε μονάχα ένα φουστάνι
Το έπλενε τη νύχτα και το στέγνωνε δίπλα
στην κουζίνα.
Το πρωί μύριζε άρωμα λουλουδιών.
Δεν τη ρώτησα ποτέ γιατί
δεν είχε ένα δεύτερο,
δεν ήθελα να είχε άλλο.
Εγώ έτσι την γνώρισα
με το ροζ φουστάνι μέχρι το γόνατο.

Όταν μια μέρα
αγόρασε ένα κίτρινο μεταξωτό πουκάμισο
πήρα κρυφά το ψαλίδι
το έκοψα σε μικρά κομμάτια
και γέμισα τις τσέπες μου.
Η μάνα σιώπησε δυο μέρες
και εγώ χαιρόμουν μέσα μου
που εκείνη θα φορούσε το ίδιο φουστάνι
και στο μυαλό μου αντηχούσε η σκέψη
πόσο πολύ θέλω να της μοιάζω.

Σήμερα καταλαβαίνω τη μάνα μου
κι οι απορίες μου λύθηκαν,
καταλαβαίνω τη μαχητικότητά της
τη μελαγχολική μελωδία
των αναστεναγμών της τα βράδια
νανούρισμα ελπίδας στα όνειρά μου.
Καταλαβαίνω τα πάντα.

Μα γιατί έπρεπε να είχε
ένα φουστάνι μονάχα;

Ανοίγω τα φύλλα της ψυχής μου
και βλέπω τη σωσία της
όλα τα χρόνια της
να γκριζάρουν μπροστά
σ’ έναν καθρέφτη θύμησες.

*Από τη συλλογή «Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου», Εκδόσις Κοινωνία των (δε)κάτων.

Δημήτρης Γλυφός, Δύο ποιήματα

Μόνο

Μόνο
Η ασφυξία του έρωτα
Έμεινε
Για αντίλαλος
Να χτυπιέται
Από τοίχο σε τοίχο
Να ξοδεύεται
Σε πλαϊνά παράθυρα
Και ημιθανείς φωταγωγούς

*Από τη συλλογή«Απόηχος», Εκδόσεις Σμίλη.

Drama Queen

Σφίγγει στην παλάμη του ένα αστέρι.
Δακρύζει φως.
Τυλίγει τα γράμματα με σταφύλια.
Δακρίζουν είδωλα.
Τι κι αν αυλακώνει με τα νύχια του το ξύλιος
Μυρίζει το σύννεφό του
Ερήμωσε ο ορίζοντας
Ο ποιητής
ημέρεψα.

*Από τη συλλογή «Παρεστιγμένος», Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ.

Αντωνία Μποτονάκη, Μυθιστόρημα γ΄ (δικαίωση) 

Σαν έφτασε, έτσι ωχρός κι αδύνατος
σαν καύκαλο χελώνας ο νεκρός

έτσι ξεπαγιασμένος
με κείνα τα γελοία εσώρουχα

κι ως να μην έφταναν αυτά
μπογιαντισμένος -ως είθισται στις μέρες μας-
με παραγεμισμένα μάγουλα και κολλημένα χείλη

έτσι, ελεεινός, στην πόρτα στάθηκε του κάτω κόσμου.

Σαν βγήκε ο άγγελος για την παραλαβή
φοβήθηκε ο νεκρός.

Να κλαίει άρχισε, να οδύρεται. 
Δεν ήμουνα καλός, να λέει
μήτε πατέρας, μήτε σύντροφος, οκνός, δειλός, και γυναικάς και πότης.

Κι άλλα πολλά ετοιμαζότανε να πει
μα ο άγγελος σήκωσε τη ρομφαία
-μακάρι να ‘ταν χέρι- 
και τον σταμάτησε.

Σε είχα δει. Έτσι του είπε. 
Τρυφερά. 
Σε είχα δει πώς μπόλιαζες τα δέντρα, πώς έπλαθες τη λάσπη 
και πώς με τις ασφοδιλιές έφτιαχνες ανεμόμυλους.

Και πέτρα λησμονιάς τού ‘δειξε να καθίσει.

*Από τη συλλογή “Τη γλώσσα τ την πελταξαν στη γάτα”, εκδ. Θράκα, 2024.

Κατερίνα Φλωρά, Άδειας σκέψεις

Εύστοργη μελαγχολία
αδράνειας χάρισμα
χαρμονής απειλή
γλυκιά οκνηρή αίσθηση

Με όσους μείναν
κινούμαστε παράλληλα
στο ρευστό ταμπλό
μιας άχαρης χρονικότητας

Που έτυχε να ζούμε
που είναι το μόνο που έχουμε
να διαφυλάξουμε
στη διάφανη σφαίρα της μνήμης
της παροντικής στιγμής

Τόνια Τζιρίτα Ζαχαράτου, Η αδελφή μου ως Σερένα Ουίλιαμς

Να σε κοιτάζω να παίζεις ήταν πάντοτε μια απόλαυση
τόσο επιθετική που ένιωθα τα χέρια σου γύρω από τον λαιμό μου
ενώ αυτά απλώς έσφιγγαν τη λαβή μιας ρακέτας.

Πώς μαθαίνει κάποια να χάνει εγώ εξασκήθηκα μεταξύ πτώσης
να σκόνης σ’ ένα χωράφι που είχαν χαράξει
στη μέση μια γραμμή από ξεραμένη λάσπη.

Να χάνεις από την αδελφή σου –κοίτα, η μπάλα έγινε κομήτης,
η ουρά της μου καίει τις βλεφαρίδες. Έχασα από εσένα
όλους τους τελικούς που μπόρεσα να φτάσω, αλλά έρχομαι σε κάθε σου παιχνίδι
για να δω μυς να τεντώνονται κάτω απ’ τον ήλιο -τι όμορφη που είσαι σήμερα

τόσο όμορφη που σε πέταξαν έξω -έξω φώναξαν και δεν εννοούσαν την μπάλα
σαν εχθρικοί διαιτητές που κάθε αγώνα επιβάλλουν κοντές φούστες

Οργισμένη βροχή είσαι και κεραυνοβολείς
Όποια περάσει τη γραμμή χάνει και τρώει
το χώμα του καλοκαιρινού ελαιώνα

Η μικρή μου αδελφή είσαι που έγδερνες εδώ
το γόνατά σου και τώρα καθρεφτίζεται
στο μέταλλο άχρηστων επάθλων.

Τίποτα απ’ αυτά δεν έχει γεύση
κι είναι αδύνατο να κοιμηθείς στο εσωτερικό τους.

*Δημοσιεύτηκε στο Τεφλόν 31, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2024.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Στο θάνατο να παίξει

Για τον καθηγητή της Ιστορίας-Που παραμίλαγε-Σφαγές-Αυτοκρατορίες-Σύμφωνα-Με μυαλά τιναγμένα στου Δρομοκαΐτη τα κτίρια-Έλεγαν πως έφταιξε η υπερβολική του μόρφωση-Και μια ερευνητική αποτυχία-Αν δεν είχε αρρωστήσει-Θα διέπρεπε στα πανεπιστήμια-Ο καθηγητής βρισκόταν χαριστικώς στο σύστημα-Άθυρμα του καθενός μαθητή και της καθεμιάς μαθήτριας-Αφού λόγω έλλειψης καθηγητών παρέδιδε κανονικά-Βγάζοντάς τα πέρα δύσκολα-Μπέρδευε τάξεις-Βαθμολογίες-Την ύλη που δίδασκε-Μια μέρα όμως-Μας αναγκάζει να κάνουμε ησυχία-Για του Τουταγχαμών τον τάφο μίλησε-Με ευλάβεια κι ηρεμία-Από πολιτισμική ταφική συνήθεια-Με τα αγαπημένα του παιχνίδια-Τον βάλανε στην Πυραμίδα-Σε άριστη κατάσταση βρεθήκανε απ’ την Αρχαιολογία-Μας ανακοίνωσε-Ύστερα μας έδειξε φωτογραφία-Και λες και μας είχανε κάνει μαγικά-Που οι Αιγύπτιοι τον Φαραώ τον έστειλαν στο θάνατο να παίξει-Κουδούνι χτύπησε κι ένα καθίκι δεν κουνήθηκε απ’ τη θέση-Για τον καθηγητή της Ιστορίας-Που παραμίλαγε-Σφαγές-Αυτοκρατορίες-Σύμφωνα-Με μυαλά τιναγμένα στου Δρομοκαΐτη τα κτίρια-Έλεγαν πως έφταιξε η υπερβολική του μόρφωση-Και μια ερευνητική αποτυχία-

*Από τη συλλογή “Κάθαρμα”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2020.

Κώστας Ταχτσής (1927-1988), Τι είπε κάποια νύχτα με βροχή έναε νεκρός του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου

Φίλε μου
αυτές τις ώρες που η βροχή
ξυπνάει τις ρίζες της γενιάς μας
να ‘ξερες πώς σε νοσταλγώ!
Θυμάμαι πάντα τη φωνή σου που ‘λεγε:
«Κάτω από ποιον αστερισμό να βάλουμε τα όνειρά μας;
Με τι σπαθιά θα λύσουμε τους κόμπους της αγάπης;»
Φίλε μου ξύπνα
η ψυχή μας άρχισε να κάνει φοβερά παράσιτα
ξύπνα καλέ μου, χρειαζόμαστε αντένα
η μουσική ήταν άλλοτε ωραία
τώρα
μονάχα μια γραμμή ενώνει τις παλάμες μας
κ’ ίσως η γνώση του θανάτου
φίλε μου ξύπνα, δε βαρέθηκες το θάνατο;
θυμάσαι τις ωραίες θέσεις μας
για τη μεταθανάτια επιβίωση; τότε
ο εχθρός φορούσε ακόμα προσωπίδα
ήταν αλήθεια μια περίεργη εποχή
γεμάτη καπνούς και χαμόγελα
τα επίχρυσα γράμματα της Ιστορίας είχανε ξεθωριάσει
όμως φαντάζεσαι πότε; σαν ήρθε η ώρα, αντίς ευχή,
μού ‘κλεισε μες στη φούχτα ο πατέρας μου
ένα κουτί μπρουτζόσκονη
έτσι κινήσαμε
οι σάλπιγγες δε σήμαιναν πια ηρωισμούς
και όμως
κοίταξε τώρα εδώ γυμνοί
όλα τα δώσαμε όλα
στον έρανο του θανάτου
εμείς που είχαμε ασκήσει χρόνια το κορμί μας’
για ν’ αντέχει
στο θάνατο και τις επιθυμίες
καλέ μου
με γελάσανε μ’ ένα στεφάνι δάφνης
εμένα που είχα καταθέσει μαθητής ακόμα
ένα στεφάνι όνειρα στον τάφο της καρδιάς μου
αγαπημένε
αυτές τις ώρες που η βροχή
ανοίγει τα κλειστά παράθυρα του τάφου μου
κι’ ορμούν κάποια πουλιά μέσα στα στήθεια μου
αυτές τις ώρες
σε θυμάμαι και σε πεσμένο εκεί στο πλάι μου
κι’ είναι σα να πεθαίνω πάλι.

*Από τη συλλογή «Καφενείο “Το Βυζάντιο” και άλλα ποιήματα», β’ έκδοση, εκδ. Ερμής, 1980.

Γιώργος Μακρής… Ποιητής, Ρέμπελος, Αρνητής της Ρουτίνας, Αντιρρησίας των Γραμμάτων

Αλήθεια, πώς μπορεί να χαρακτηριστεί καταλληλότερα ο Γιώργος Μακρής (1923-1968). Ο μεγάλος άγνωστος της ποίησης; Ιδιοφυής προσωπικότητα; Διανοούμενος; Μπητ; Ροκ; Θρύλος; Μποέμ παράσιτο της κοινωνίας; Στο τι πραγματικά υπήρξε δεν συμφωνούν ούτε οι οικείοι του. Οι μεν τον θεωρούν ανερμάτιστο ον, προβληματική προσωπικότητα που κατασπατάλησε την οικογενειακή περιουσία και δεν τελείωσε ποτέ τη Νομική. Οι δε τον θεωρούν έναν χαρισματικό άνθρωπο και ανεξάρτητο πνεύμα που επηρέασε σημαντικά τις συναναστροφές του (και μετέπειτα ανθρώπους των τεχνών, διανόηση κλπ). Ίσως απαντά ο ίδιος για λογαριασμό του με τους χαρακτηριστικούς αυτούς στίχους του:

Πότε θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι;
Ποτέ δεν θα μαζέψω τον εαυτό μου κομματάκι-κομματάκι.
Ό,τι οι κοινωνίες δεν μπορούν να κατανοήσουν, το πολεμούν.

Τον Γιώργο Μακρή δεν τον “έζησε” κανείς σε κάποιο πεδίο δραστηριότητας. Όλοι τον γνώριζαν σχεδόν μόνο “κοινωνικά”, ακόμη και οι κοντινοί συγγενείς του.

Η απόσταση που τους χώριζε –ιδιαίτερα μετά τα 28 χρόνια του– που χώριζε τον Μακρή από τον καθένα που τον πλησίαζε ή που ο Μακρής συναλλασσόταν, ήταν μεγάλη. Η μόρφωση, αλλά και οι εμπειρίες του Μακρή ήσαν άνισες με τον οποιοδήποτε απέναντί του.

Ο Γιώργος Μακρής ήταν ένας νέος περισσότερο διαβασμένος από τους νέους της εποχής του. Η απόσταση των ιδεών και των στοχασμών που του παρείχαν τα αναγνώσματά του στη σχέση της με τη βιωμένη πραγματικότητα υπήρξε απροσμέτρητη, αχανής. Η μετεμφυλιακή Αθήνα δεν επαρκούσε να καλύψει την ιδεαλιστική εικόνα που μπορεί να έχει ένας νέος ενός ορατού μέλλοντος για τον κόσμο.

Φεύγει για το Παρίσι σε ηλικία 33 ετών όπου έχει πεισθεί –με μόνη εμπειρία τα αναγνώσματα– ότι εκεί είναι η βίωση που πλησιάζει περισσότερο το όραμά του.

Δυστυχώς γι’ αυτόν, όμως, προσγειώνεται ανώμαλα, όταν μόνο για την εκστόμιση δημοσίως δύο φράσεων, τρώει εκεί δύο φορές άγριο ξύλο. Τη μία από τους μπάτσους (φλικ) όταν βλέποντας να δέρνουν ένα κοριτσάκι τους κράζει: “Ες Ες”! Και την άλλη, τον πατάνε κάτω “τακτοποιημένοι πολίτες και νοικοκυραίοι” γιατί βλέποντας μια πορεία διαμαρτυρίας, βροντοφωνάζει: “Ζήτω η Αλγερία”.

*Ο Γιώργος Μακρής υπήρξε στη ζωή του ένας δανδής. Περιφρονούσε τα πεπατημένα. Προκαλούσε την καταστροφή. Είχε μια μεγαλοπρέπεια, που λίγοι άνθρωποι την έχουν. Έπαιρνε τη ζωή του στα σοβαρά. Ενώ άλλοι την υποτιμάνε επίτηδες για να επιζήσουν. Για τον έναν ήταν ο ξενύχτης που τριγύριζε σε απίθανα μέρη, ο νoμαδικός περιπλανώμενος, για άλλον ήταν ο τσίφτης, ο διανοούμενος φιλόσοφος, ο περιπατητικός, για έναν τρίτο ήταν ο σύντροφος ο πολυδιαβασμένος, γι’ άλλους η γοητεία, το πνεύμα του. ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

*Ακόμα και για τον ύπνο, προτιμούσε τα σπίτια των αμέτρητων φίλων του, μ’ όποιους τύχαινε να ‘χει ξενυχτήσει αποβραδίς. Τι έκανε στα καφενεία μόνος του, ή μάλλον με την ψευδαίσθηση ότι δεν είναι μόνος; Μα – διάβαζε. ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗΣ

*Την 31η Ιανουαρίου 1968 αυτοκτόνησε, πέφτοντας από την ταράστα της πολυκατοικίας όπου έμενε, ένας από τους πιο πνευματικούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει στην ζωή μου. Λεγόταν Γιώργος Μακρής. Τό όνομά του σήμερα, μπορεί να είναι εντελώς άγνωστο στους πιο πολλούς. Χωρίς να το θεωρώ υπερβολή, νομίζω πως μπορώ να ισχυριστώ, πώς υπήρξε ο πιο προχωρημένος, ο πιο πρωτοποριακός διανοούμενος που είχαμε στην Ελλάδα. Θ.Δ.ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ

*Από το βιβλίο του Λεωνίδα Χρηστάκη “Οδηγός Αναγνώρισης Κίτρινων Προσώπων”, εκδ. Τυφλόμυγα, 2014.
ΥΓ. Όταν ο Χρηστάκης, όπως ισχυρίζεται ο ίδιος, προσπάθησε να προτρέψει τον Μακρή να συμμετέχει λίγο περισσότερο δραστήρια στα λογοτεχνικά και καλλιτεχνικά πράγματα, απάντησε ο μεγάλος “χαμένος” ποιητής: “Λεόν, υπάρχει τόση ψευτιά γύρω μας που εμείς θα συντριβούμε μόλις θα ξεκινήσουμε”.

Παρουσιάζουμε τρία πρώιμα ποιήματά του, μεταξύ των οποίων, το φλογερό μανιφέστο “Εμείς οι λίγοι”.

Εμείς οι λίγοι (1950)

Είμαστε εμείς οι ονειροπαρμένοι τρελλοί της γης
με τη φλογισμένη καρδιά και τα έξαλλα μάτια.
Είμαστε οι αλύτρωτοι στοχαστές και οι τραγικοί ερωτευμένοι.
Χίλιοι ήλιοι κυλούνε μες το αίμα μας
Κι ολούθε μας κυνηγά το όραμα του απείρου.
Η φόρμα δεν μπορεί να μας δαμάσει.
Εμείς ερωτευτήκαμμε την ουσία του είναι μας
και σ’ όλους μας τους έρωτες αυτήν αγαπούμε.
Είμαστε οι μεγάλοι ενθουσιασμένοι κι οι μεγάλοι αρνητές.
Κλείνουμε μέσα μας τον κόσμο όλο και δεν είμαστε τίποτα απ’
αυτόν τον κόσμο.
Οι μέρες μας είναι μια πυρκαγιά κι οι νύχτες μας ένα πέλαγο.
Γύρω μας αντηχεί το γέλιο των ανθρώπων.
Είμαστε οι προάγγελοι του χάους.

*

Τοιχογραφία ΙΙ (1942)

Τα πάθη είναι γνώση, μα και η άρνησή τους
άλλα πεδία γνώσεως προσφέρει.
Ζήσε παράλληλα τις δύο καταστάσεις
αν θέλεις να μη ζήσεις ούτε μια.
Κι αν πάλι δεν μπορείς να αποστρέψεις
το πρόσωπό σου ολοκληρωτικά
εμείς θα σε δεχτούμε με ζεστά τα βλέφαρα
αδύνατοι άνθρωποι,
έχοντας νοσταλγήσει τον Χριστό
μα και την ειδωλολατρία ταυτοχρόνως.

*
Περί θανάτου (2/1943)

Ω! η αρχή και το τέλος του ανθρώπινου σπόρου
καταργώντας μέσα μου την έννοια της φυλής
και του καιρού (αν εξαιρέσει τα των ενδυμασιών).
έτσι πεθαίνοντας εγώ με διάφορους τρόπους
όταν εκάστοτε έρχεται το πλήρωμα του χρόνου
στην Παλαιστίνη από βαθιά γεράματα όταν
ήμουν ανάμεσα στους πρόδρομους του νέου φωτός
στο Βύρτσμπουργκ μεσήλικας αστός
πεθαίνοντας από επιδημία γρίππης
κρατώντας ένα αντίτυπο αγίας γραφής και το κερί μου
και στην Κορέα κίτρινος καλλιεργητής ρυζιού
από πανούκλα σε φρικτή αποσύνθεση
κουβάλησα τον αέναο τούτο σπόρο μέσα μου
όπως ένας καρπός που κλείνει στο κέντρο
το κουκούτσι του.
Μα πόσες ποικιλίες θανάτου έχω διαβεί!
Πέθανα άπειρες φορές από ασιτία
μορφάζοντας ξαπλωμένος στο λιθόστρωτο
πέφτοντας από τα’ άλογο στις εκστρατείες των βασιλιάδων.
Στην εξιλαστική πυρά της Λισσαβώνας
φορώντας ένα san-benito πένθιμο
εβραίος τεσσαρακονταετής την ηλικία.
Στο στήθος και στο μέτωπό μου
έχουν ανθίσει πορφυρά λουλούδια του θανάτου
όταν εγώ πεταλωτής, δάσκαλος ή και επιπλοποιός
πολέμησα για να δοξάσω την πατρίδα μου.
Έχω πεθάνει στο Παρίσι από σύφιλη
και στο κανάλι της Αμβέρσας δολοφονημένος.
Από δυστύχημα τυχαίο σ΄όλες τις γωνιές της γης
(ενώ περίεργοι κοιτούν απ’ τους εξώστες).
Ω! χιλιάδες απρόσωποι μου θάνατοι
θάνατοι του φορέα του ανθρώπινου σπόρου,
που κουβαλώ ωσάν μικρόβιο μέσα μου.
Έντομο ασήμαντο εγώ, είδος ανωφελούς κώνωπος.

*Αναδημοσίευση: https://imaginistes.wordpress.com/2018/10/07/%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CE%B1%CE%BA%CF%81%CE%AE%CF%82-%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%82-%CF%81%CE%AD%CE%BC%CF%80%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CE%B1%CF%81%CE%BD%CE%B7/