Δημήτρης Μιχελουδάκης, Χωρὶς πυξίδα


Εἰκόνα: Edward Hopper, Automat (1927)

ΛΕΞΗ «μοναξιά» ἔπειτα ἀπὸ ἄλλη μιὰ ἀτελείωτη μέρα γεμάτη κούραση καὶ κακουχίες κι ἀμέτρητες ἐπισκέψεις ἀπὸ ἀνθρώπους καὶ κατάμεστη ἀπὸ παράπονα συνειδητοποίησε πὼς ἦρθε ἡ ὥρα νὰ τὰ παρατήσει. Μόλις ἔκατσε στὸ γραφεῖο της καὶ χωρὶς νὰ τὸ σκεφτεῖ καθόλου ἔστειλε τὸ e-mail οἰκειοθελοῦς ἀποχώρησης, (οὔτε ποὺ θυμόταν πόσα χρόνια τὸ εἶχε ἀποθηκευμένο στὸ σκληρὸ δίσκο..), στὴν ἁρμόδια ὑπηρεσία λεξικῶν καὶ ἤπιε ἀνακουφισμένη μιὰ γερὴ γουλιὰ κόκκινου κρασιοῦ γαλλικῆς προελεύσεως.

Τὸ ἑπόμενο πρωί, πρὶν καλὰ καλὰ ξημερώσει, οἱ ἄνθρωποι ἔνιωσαν γιὰ πρώτη φορὰ πραγματικὰ μόνοι ἀλλὰ δὲ μποροῦσαν νὰ τὸ ποῦν πουθενά.

*Πηγή: Πρώτη δημοσίευση.

Δημήτρης Μιχελουδάκης (Ἀθήνα 1983) κατάγεται ἀπὸ τὴν Λευκάδα. Ἔχει συνεργαστεῖ μὲ διάφορα ἔντυπα καὶ ἠλεκτρονικὰ λογοτεχνικὰ περιοδικά. Ἔχει ἐκδώσει τρεῖς ποιητικὲς συλλογὲς (τὶς δύο πρῶτες μὲ τὸ ψευδώνυμο Ε. Μύρων): Γράμμα στὴ μητέρα, (ἐκδ. Ἀρμίδα, 2019), Ὀριοβάτης, (ἐκδ. Ἀρμίδα, 2021) καὶ Συντηρητὴς οὐράνιων τόξων, (ἐκδ. Στίξις, 2022).

**Αναδημοσίευση από εδώ: https://bonsaistoriesflashfiction.wordpress.com/2024/06/25/dimitris-micheloudakis-choris-pyksida/#like-16731

Πάνος Καπώνης, Δύο ποιήματα

ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ

Η ομίχλη κάλυψε το Αττικό τοπίο
και ξαφνικά σκοτείνιασε σαν Μεγάλη Παρασκευή
σαν έκλειψη ηλίου απροειδοποίητα.

Οι ανεμώνες που φύτρωναν στα πρόσωπα
των αγαλμάτων στους δημόσιους κήπους
πήραν των ομματιών τους κι έφυγαν.

Κανείς δεν ήταν σίγουρος τι ήταν η ομίχλη
που κατέβαινε αργά αργά πάνω στους περιπατητές
σκεπάζοντας το επίγειο φως των ματιών μας.

Μόνο οι καχύποπτοι έλεγαν πως φταίει η κυβέρνηση
κι η Υπηρεσία Πολιτικής Προστασίας που αδρανούσε
να διαλύσει τις διαδηλώσεις με βομβίδες κρότου-λάμψης.

Και για τα παιδιά που κάθονταν παρέες παρέες
στα παγκάκια ήταν ένα σύννεφο όνειρο που θα έφευγε
όταν θα του κλείσουν έλεγαν την πόρτα κατάμουτρα.

Όταν η ομίχλη, το μαύρο νέφος, σκέπασε τα πάντα
επιστρατεύτηκαν οι μπουλντόζες κατ’ εφαρμογή
του εθνικού προγράμματος “πράσινη ανάπτυξη”.

Αττικό Άλσος, Σεπτέμβριος 2008

*

Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΛΙΘΟΣΤΡΩΤΟΥ

Έχω ένα λιθόστρωτο που εκπέμπει
ήχους υπόγειους δυσανάγνωστους
ηλεκτρικούς με τις κιθάρες τα ντραμς
και τους συριγμούς των μικροφώνων
πίσω απ’ το σκοτάδι των τοίχων χωρίς
οι θαμώνες να συνεισφέρουν τον οβολό τους
στο σκληρό ροκ των ημερών μας ως εκτόνωση
των πλανόδιων χρηματιστηρίων

Ο λιθόστρωτος ήχος ανεβοκατέβαινε
με τους κύβους της πέτρας όταν τα τοπία
της αχανούς πόλης διαστέλλονταν εκεί
όπου τα κτήρια συνέκλιναν απ’ τα θεμέλιά τους
ως σκιερές συμπληγάδες στα σώματα
των μουσικών πολιτών των ταραγμένων
γυναικών και των εφημεριδοπωλών
στη συναυλία του ρητού και του
άρρητου της Κλαυθμώνος

Όταν επισκεφθείτε το websίτε μας
με την ένταση που επιβάλλουν οι κακοί
μαθηματικοί, μπορεί μετά τη δύση
του ήλιου να σας κεράσουμε μια δόση
από οχτασύλλαβες νότες και διάφορα
επιγράμματα θεσμών και προφητειών
μαζί με γνήσια τεκίλα των πνευστών
του Μεξικού και μην ανησυχείτε
σφηνάκι θα είναι με έναν αναπτήρα δώρο.

Αθήνα, μέρες Δεκέμβρη 2008

*Από τη συλλογή “Κύβος”, εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων, (2011).

Ε. Λάμπη, Πάλαιψε όπως αναπνέεις, ζήτα την αλήθεια ώς το θάνατο

Ό,τι πιστέψαμε
κίτρινες σκιές
ότι αγαπήσαμε
τέφρα,
η επιθυμία μας τώρα
ένα παιδιάστικο χαμόγελο
στην οπώρα του ήλιου…

*

Οι “σοφές” μας σκέψεις
ένα μαύρο χιούμορ
που καλπάζει
χωρίς αντίκρισμα.
Τα ποιήματα “αμελητέα ποιότης”
που κρύβεται κι απ’ τον εαυτό της.

*

Κακόμοιρε ξεδοντιασμένε Πήγασε
της εποχής χωρίς “ετικέττα”
των καθεστώτων της “μεγάλης ελπίδας” (1)
που διατρέχουν το διάστημα
σχεδόν έναν αιώνα
ζητώντας απελπισμένα “τόνομά τους”

*

Κακόμοιρε ξεδοντιασμένε Πήγασε
Προλετάριε!
που αφού “έχασες” τις αλυσίδες σου
αντί να “κερδίσεις έναν ολόκληρο κόσμο” (2)
έχασες και την “ψυχή” σου.

*

Περιπλανιέσαι στα γεωγραφικά μήκη
“ιδανικός αυτόχειρας”
με το λαχάνιασμα στα τρεμάμενα ματωμένα πόδια
ν’ αποθέσεις απεγνωσμένα κάπου τις σκιές των ονείρων σου
να μην αφήσεις τα χνάρια σου στην ιστορία
σαν το βουνό που κοιλοπονούσε… (3)

*

Η Χιλή! Θρίαμβος: και τι πτώση
πνιγμένη μέσα στο θάνατο.
μήπως η Αγκόλα; ή κανένα κει
λιμανάκι ξεχασμένο;
να, εκεί θα κάνουμε την Επανάσταση!

*

Όχι “ξεπερασμένα σχήματα” Μαρσαί, Μπερλίγκουερ!
θ’ ακουμπάμε το κάτω-κάτω σε μιαν “ελπιδοφόρα”
λαϊκή δημοκρατία…

*

Ξεδίπλωσε άφοβα τη σημαία σου Προλετάριε
τώρα δεν έχει “αίμα”, είναι
ένα κόκκινο φουστάνι μιας κοπέλλας
που θέλει να ζήσει τη ζωή της:
αυτοκίνητα … ζεστές χώρες…

*

Δεν φτάνει πια που η φύτρα της αιώνες
έβγαλε τα κάστανα απ΄ τη φωτιά
τσουρουφλίζοντας αλύπητα τα χέργια της;

*

Κακόμοιρε Πήγασε
Προλετάριε!
Ακούς το υπόκωφο γέλιο της αυταρέσκειας;
Κοιλαράδες μπανκιέρηδες γραφειοκράτες,
ντοτόροι της ψεύτικης γνώσης, τεχνοκράτες
χαίρονται που κουκούλωσαν πάλι τον πλανήτη
με το κόκκινο μαντήλι των Ιάγων 1975.

*

Ζαλισμένε, ματωμένε Πήγασε …
Δεν πάλαιψες, δεν πάλαιψες ώς το θάνατο!
Ετοίμασε τώρα πάλι τα φτερά σου για το καινούργιο πέταγμα
στον ΗΛΙΟ-
θα φτάσεις ή θα πέσεις.

*

Ποιος είπε ότι οι ηττημένοι δεν θριαμβεύουν;
ποιος είπε ότι οι νεκροί δεν κυριαρχούν;
Την αδυσώπητη ανθρώπινη μοίρα
δεν την διαφεντεύουν οι νεκροί;

*

Βούδας, Χριστός, Σωκράτης, Γαλιλαίος
Μαρξ, Λένιν, Τρότσκυ
Αυτοί ζουν αιώνες στη μνήμη μας
είναι η πεμπτουσία των βημάτων μας
οι “θεοί” μας με τα θέσφατα και τ’ αναθέματά τους.

*

Δεν έχουμε εμείς όνομα, ούτε ταυτότητα.
Γι’ αυτό μας λένε ανώνυμα: Λαός…
και μας διαφεντεύουν οι επώνυμοι νεκροί
Μαρξ, Λένιν, Τρότσκυ…

*

Μα εμείς είμαστε ζωντανοί:
έχουμε αίμα που μέσα του
μεθάνε οι αστραπές των ήλιων!

*

Πλημμύρα για σένα
οι επιθυμίες μας, η οργή μας, τ΄ αδικοχαμένα μας
όνειρα…

*

Να διασχίσεις τις καταχνιές του ζόφου
να παλαίψεις τους αγγέλους της ανθρώπινης κόλασης.

*

Έφτασε πια ο καιρός να γίνεις ο εκδικητής!
για το μωρό του φτωχού και καταφρονεμένου
που δεν μπόρεσε να γεννηθή
για το παιδί που χάθηκε στις μάχες των ονείρων
του αγωνιστή που πέθανε πικραμένος στην άδοξη ήττα
του επαναστάτη που είδε στο τέρμα της φλογερής ζωής του
την παραζάλη, την σύγχιση, το κενό…

*

Ένας εφιαλτικός άδειος κύκλος στον πλανήτη
πάνω απ’ τα κεφάλια του ανθρώπου
που τον κατακλύζουν τα όρνεα της ψευτιάς,
της απάτης,
των βασανιστηρίων,
των τρελλοκομείων.

*

Χτύπα το συρματόπλεγμα των Δορυφόρων
πούδωσαν τα δολοφόνα χέργια τους πάνω στον ουρανό (4)
Χτύπα τον κατάσκοπο ουρανό!

*

Να γίνεις εκδικητής για το γαλάζιο του που χάθηκε
για τις τρυφερές θάλασσες που τις “βουρκώσαν”
με τους οχετούς των κερδών τους.

*

Για το πάθος της ζωής που το σκοτώνουν (5)
και για το φλογερό της αίμα.

Χαρισμένο στην Πορτογαλέζικη Επανάσταση (1975)

Ε. Λάμπη

Σημειώσεις:
Ρωσία κ.λπ.
Κομμ. Μανιφέστο
…και γέννησε τον ποντικό
Συνάντηση των δορυφόρων ΕΣΣΔ και ΗΠΑ στο διάστημα, στη συνδιάσκεψη του Ελσίνκυ.
Ούρλικε Μάινχοφ που ο σπαραχτικός της θάνατος μας θυμίζει εκείνον της Ρόζας Λούξεμπουργκ.

*Δημοσιευμένο στο τεύχος 2 του περιοδικού “Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα”, Αθήνα, Σεπτέμβριος 1976, σελ.18-19.

Peter Dent, Δύο ποιήματα

Julius Olsson, Night tide (1915)

NIGHT TIDE

On the black bed of the sea
fragmenting shells
that wait for dawn,

the climb and fall to light.

Our dreams throughout
the starless dark, rocked
in the lip of the tide.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΠΑΛΙΡPΟΙΑ

Στον μαύρο βυθό της θάλασσας
κατακερματισμένα κελύφη
που περιμένουν την αυγή,

που σκαρφαλώνουν και πέφτουν στο φως.

Τα όνειρά μας παντού
στο άστερο σκοτάδι, λικνίζονται
στο χείλος της παλίρροιας.

*

STACK

Sharp granite edge
against the morning light.

A gull throws back
its head to vice the cry.

STACK

Αιχμηρή άκρη γρανίτη
ενάντια στο πρωινό φως.

Ένας γλάρος ρίχνει πίσω
το κεφάλι του για να κραυγάσει.

*Από τη συλλογή ”From the flow”, TAXVS 1983. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Νίκος Σκούτας, Τρία ποιήματα

ΦΥΓΕΙΝ ΑΔΥΝΑΤΟΝ

Ήταν αλλεργική
στη γύρη,
όπως μου είπε.
Φταρνίστηκε απανωτά
επτά φορές λουλούδια
Σταγονίδια
με έραναν
παρά την προσπάθεια
να τα συγκρατήσει
με την παλάμη της.

Ποιος τώρα να πιστέψει
ότι με αυτό τον τρόπο
κόλλησα έρωτα.

*

ΔΟΚΙΜΕΣ ΕΝΟΣ ΤΑΛΑΝΤΟΥΧΟΥ ΗΘΟΠΟΙΟΥ

Έγειρε υποδειγματικά,
σταύρωσε τα χέρια,
σταμάτησε να ανασαίνει
και πέθανε.

Ακίνητος αγνόησε
τον ήχο του κουδουνιού,
κάποιες σκέψεις
και ένα φτερούγισμα
στο στήθος.

Άρχισε να μουδιάζει,
ώσπου ήρθε ένας ύπνος
και του χάλασε το θάνατο.

Απτόητος όταν ξύπνησε
υπεδύθη τον ανεστημένο.

*

ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ ΠΟΙΗΣΗΣ

Κότσυφες πιτσούνια
και άλλα ιπτάμενα αλητάκια
έσκαβαν όλο το χειμώνα
με το ράμφος τους
στις γαριφαλιές μου.
Εγώ απορούσα μέσα από το τζάμι
σαν σπιτικό καναρίνι.
Έλα που φύτρωσε χασίς.

Αρσενικά και θηλυκά βγάζουν
τα μάτια τους μπροστά μου,
τραγουδούν φαλτσάροντας
και χορεύουν βαριά λαϊκά,
κόβουν όλα τα γαρίφαλα
και με ραίνουν με αυτά.

Είσαι πολύ εντάξει, ποιητή,
μου λένε.
Ώρες ώρες καταφέρνεις και
πετάς.

*Από τη συλλογή “ξι”, εκδόσεις Κέδρος.

Kenneth Patchen, Let us have madness openly / Ας δεχτούμε την τρέλα

Let us have madness openly, O men
Of my generation. Let us follow
The footsteps of this slaughtered age:
See it trail across Time’s dim land
Into the closed house of eternity
With the noise that dying has,
With the face that dead things wear –
nor ever say
We wanted more; we looked to find
An open door, an utter deed of love,
Transforming day’s evil darkness
but
We found extended hell and fog
Upon the earth, and within the head
A rotting bog of lean huge graves 

Ας δεχτούμε ανοιχτά την τρέλα, ω άντρες
της γενιάς. Ας ακολουθήσουμε
τα ίχνη αυτής της κατακρεουργημένης εποχής:
ας την δούμε πώς σέρνει τα βήματα
πάνω στην ωχρή χώρα του Χρόνου
ως το κλειστό σπίτι της αιωνιότητας
με τον ήχο που βγάζει ο ετοιμοθάνατος
με την όψη που έχουν τα πεθαμένα πράγματα –
ποτέ να μην πούμε
Θέλαμε περισσότερα ψάχναμε να βρούμε
μια πόρτα ανοιχτή, μια τέλεια πράξη έρωτα
που θα μεταμόρφωνε τη σκληρή σκοτεινιά της μέρας·
όμως
βρήκαμε κόλαση και ομίχλη ν’ απλώνονται
πάνω στη γη, και μέσα στο κεφάλι
ένα σάπιο τέλμα ισχνών τεράστιων τάφων.

*Από τη συλλογή “Ας δεχτούμε την τρέλα”, εκδ. Γαβριηλίδης, (2017). Μετάφραση: Ρούμπη Θεοφανοπούλου.

Γιώργος Λ. Οικονόμου, Πέντε ποιήματα

ΤΟ ΠΡΩΙ

Μα πιο πολύ
σ’ αγαπώ όταν ξυπνάς το πρωί
κι αγνοώντας τα χρόνια που πέρασαν
με ρωτάς: “Έχουμε σήμερα σχολείο;”

*

ΤΑΧΑ ΔΗΘΕΝ

Οι παλιοί φίλοι
οι παλιές αγάπες
που μας κάνουν ν’ αλλάζουμε πεζοδρόμιο

για να μην τους πούμε ψέμματα
πως τάχα δήθεν
είμαστε καλά

*

ΟΤΑΝ ΓΥΡΙΣΕ

Χρόνια μακριά απ’ τον τόπο του
κι όταν γύρισε δεν τον ήξερε κανείς
δεν γνώρισε κανέναν

Την άλλη μέρα
έφυγε ξανά να πάει εκεί
που τον πρωτοείπαν ξένο

*

ΑΜΙΛΗΤΗ

Στέκεσαι και με κοιτάς αμίλητη
κάνω ό,τι περνάει απ΄ το χέρι μου
για να σ’ ευχαριστήσω

Μα εσύ εκεί αμετάπειστη
δεν θα γελάσεις ποτέ
σ’ αυτή τη φωτογραφία

*

ΤΣΑΛΑΚΩΜΕΝΟ ΕΙΣΙΤΗΡΙΟ

Τελείωσε το παιχνίδι
αδειάζει το γήπεδο σιγά-σιγά
σβήνει το φως των προβολέων
τσαλακωμένο εισιτήριο στην τσέπη η ζωή

Δεν σου κάνει καρδιά να το πετάξεις
τ’ αφήνεις κι αυτό μες στο συρτάρι

μαζύ με άλλα
μισογραμμένα ποιήματα

*Από το βιβλίο “Η σιωπή της κερκίδας”, εκδόσεις Τύρφη (2021).

Γιώργος Γκανέλης, Τέσσερα ποιήματα

ΑΝΕΛΠΙΣΤΟΝ

Το αποτέλεσμα μιας μάχης
δεν κρίνεται απ’ τους νεκρούς
ούτε απ’ τ’ ακρωτηριασμένα χέρια
κρίνεται πρωτίστως απ’ τον άνεμο
που πάντα φυσάει εκεί που θέλει
και κατευθύνει τη βολή του όπλου
κρίνεται επίσης από τους αρουραίους
τις μούμιες, τους ελάσσονες ποιητές
τα εγερτήρια μετά από μεθύσι
τη λερωμένη ανάσα του δρόμου
το άρωμά σου πάνω στα σεντόνια
τον μοναδικό επιβάτη του τρένου
κοιτώντας τη βροχή απ’ το τζάμι
από μένα που έμαθα να σε περιμένω
διαβάζοντας τη ρήση του Ηράκλειτου:

«ἐὰν μὴ ἔλπηται ἀνέλπιστον οὐκ ἐξευρήσει

*

ΛΥΠΑΜΑΙ

Λυπάμαι που δεν μπόρεσα
να ναυαγήσω ποτέ στη στεριά
λυπάμαι ακόμα για το κέρμα
που έριξα στη μηχανή του καφέ
και έβγαλε ένα ποτήρι θάνατο
για τις απόπειρες αυτοκτονίας
των πιο αισιόδοξων στίχων μου
για τα ποτάμια που παρέσυραν
όλες τις παιδικές φωτογραφίες

Μα πιο πολύ λυπάμαι για σένα
που δεν κατάφερες να ταξιδέψεις
με το βραδινό τρένο των δώδεκα

*

ΕΠΟΥΛΩΣΗ

Κατάμονος φόβος
τρίτη πόρτα δεξιά
το πρησμένο παιδί
πέφτει στο χώμα
να ακροβολιστεί

Παντέρημος οίστρος
των νεκρών τη νύχτα
σε χαρτί στοιβάζουν
τις αναμνήσεις τους
και τις απαγγέλλουν

Μοναξιά μεγατόνων
μεταθανάτιο τραύμα
ανάσκελα στις ράγες
περμένει το τρένο
για να επουλωθεί

*

ΑΝΑΠΝΕΩ

Αναπνέω σημαίνει μπαίνω
όλο πιο βαθιά στο χώμα
ριζώνω κάτω απ’ τις πέτρες
βγάζω τσιμεντένια κλαδιά
τα φύλλα μου από σίδερο
τα άνθη μου χωρίς χρώμα

Αναπνέω σημαίνει πεθαίνω
γίνομαι κάτοικος τ’ ουρανού
με καταπίνουν τα σύννεφα
σε μια γωνιά της αβύσσου
αλυσοδεμένος και μόνος
δίνομαι στο ανεπίστρεπτο

*Από τη συλλογή “Ρετάλια Α’ διαλογής”, Εκδόσεις στίξις (2022).

Χρήστος Μπράβος, Το μαύρο είναι χρώμα φιλικό. Όπως το φως. Έχει εφτά πέπλα

Φωτογραφία: Κώστας Σοφιανός, Αίγινα

I.

Το πρώτο πέπλο κρύβει
το πλακόστρωτο.
Μόλις εφύγαν οι μαστόροι•
άμα πατήσω τώρα
θα βουλιάξει.
Όμως μεσάνυχτα ακούονται
οι πόνοι,
βγαίνουν οι πρακτικές
με τα ψαλίδια
λούζονται στον ασβέστη.
Τ’ άλλο πρωί οι μαστόροι
καταριούνται κλαίνε κρυφά.
Γίνονται μάρμαρο.

II. τα πρόσωπα

Πουκάμισα λαιμόκοψη
με κόπιτσες
βαλσαμωμένος κόκορας σε θρόνο
γυναίκες σε κλοιό η νεκρή
στο κέντρο – μες στ’ άστρα.
Ανοίγω τη βαλβίδα όλοι
χαμογελούν η ναφθαλίνη ζωντανεύει
–τώρα φωνάζω• αστράφτει.
Ανοίγει μάτι γυάλινο
κι όλους τους καταπίνει.
Πυροτέχνημα αθανασίας.

III. η κίνηση

Φαντάροι της υποχώρησης
στον πάτο του Αλιάκμονα
τα ρούχα τους σκαλώσαν
στα ρουγάζια – Θερμαϊκός ανήξερος.
Εδώ είναι Δεσκάτη μακρινή
οι σφήκες ονομάζονται ταβάνια
δίνουν χρησμό στον ύπνο του Γκαντάρα
τ’ απόσπασμα θα φτάσει ανατολή
τσαπράζια θα ξεβράζει
ο Αλιάκμονας – στα χέρια μας.
Τίποτε απ’ όλα αυτά
δεν φαίνεται στο χάρτη.
Οι τόποι σε κονσέρβα.

IV. οι ήχοι

Ανάκουστος κελαηδισμός – σαν κλάμα.
Η νύφη μοναχή σαλεύει ο φράχτης φέγγουν κοντακιές
πιο κάτω πλένουν σκούτινα
δεν βάφουν της Λαμπρής τ’ αυγά.
Στάχυ της νύφης η φωνή κι αλεύρι ο θάνατος
εκεί που οπλίζει ο γαμπρός ο τόπος λαμπαδιάζει.
Η Χειμερία νάρκη έπεται.

V. τα όνειρα

Μπάλες το άχυρο σε μαύρο σύρμα
ο Αινείας σε γραφείο μεταφορών
ο τυφλός γεωμέτρης
στους κύκλους του – έγκλειστος.
Ο πατέρας καρφώνει σανίδες
έχει κρύψει το πτώμα του μόλις.
-Άμα βρεθεί το φάρμακο
με βγάζετε• θα ’μαι στο καφενείο.
Παρασκευή γδέρνουν τα σπίτια μας
ξεχνούν τους αχυρώνες
ο Αινείας μελετάει Λατίνους
όλες οι στρόφιγγες κλειστές.
Χλωρό το άχυρο.

VI. οι δρόμοι

Κάρβουνα να περάσει ο Επιτάφιος
η Ελένη το πουλί θα κελαηδήσει.
Ο πραματευτής κατεβαίνει
κουβαλάει κρανία
ο Οδυσσέας ξαναφεύγει
φίλοι παλιοί σ’ άλλη πτώση
-Φίλιππος Μιλτιάδης Ιωάννης Μιχαήλ-
ο Μπότσαρης που γνώρισε
εβγήκε Φώτης.
Ζαρκάδια στη γυάλα.

VII.

Το έβδομο πέπλο κρύβει
το πηγάδι.
Σκύβω στο φιλιατρό
και ρίχνω πέτρα – κρότος τίποτα
ούτε νερό ούτε τέλος
είμαι στον κούφιο άξονα
του κόσμου, ο άλλος πόλος
κάτω από θόλους και ψαλμούς
το μαύρο ξεγεννάει τους ποιητές του
τρις στον αέρα
τους σηκώνει ο Διονύσιος.
Δοκιμή Ανάστασης.

*Από τη συλλογή “Ορεινό καταφύγιο”, εκδ. Τυπογραφείο “Κείμενα” (1983).

Κλείτος Κύρου, Η δύναμη των λέξεων

Τα πρωινά μεταμφιέζεται
Σε παραγγελιοδόχο
Σ’ εξομολογητή
Σ’ αιλουροειδές

Τα βράδια
Μεταμφιέζει τις λέξεις
Σε βόμβες βυθού
Σ’ αερόλιθους

Κοιμάται ήρεμος
Πάνω σ’ αναμμένα κάρβουνα
Κι ονειρεύεται δέντρα

*Από τη συλλογή “Τα πουλιά και η αφύπνιση”, 1987.