Ποια αληθινή ελευθερία διακυβεύεται
μ’ αυθαίρετη δύναμη ξένη από μας;
Ποιος μας καταδικάζει να μείνουμε
στάσιμοι μ’ απονεκρωμένες κεραίες
σχέσεων χωρίς ειρμό;
Ποιος μας τυραννά εμποδίζοντάς μας
να γίνουμε αφέντες του εαυτού μας;
2/10/2006
…Προκάτ τρελό σενάριο
και σκηνικά “στημένα”
μας όρισαν τα ερπετά
που ζουν στα παρασκήνια..,
κι εμείς.., “χωρίς να θέλουμε”..,
παίζουμε τη ζωή “μας”..,
ζωή απ’ τα καλούπια -τους
κι απ’ την υποταγή μας..!
Ξεκινάμε ανθρώποι…
και, μετά, στα σχολειά..,
σπουδαστήρια πετάγματος, τάχα..,
τα φτερά μας ‘ξαλείφουνε δόλια..,
κι η ζωή μας πορεία
σε σχοινί τεντωμένο…
κι από κάτ’ ένας βόθρος ανοιχτή αγκαλιά..!
Τελικά.., με κομμένα φτερά
και το πέταγμα χίμαιρα..,
καταντάμε κατθρώποι..!
Σικέ μιας Μοίρας έρμαια…
καταραμένο κλήρο
μας δώσαν σκάρτη μοιρασιά
της Γης οι Μοιροπλάστες..,
κι εμείς.., σαν τον δεχτήκαμε..,
φτιάχνουμε την ψυχή “μας”..,
ψυχή απ’ τα κουρέλια -τους
κι απ’ την ψευδαίσθησή μας..!
for young women to play romance
as snap-shot experience
when lovers of difference
Catalonian, Peruvian, Cypriot
look up, speaking the language
of zeal, desire leaping like a panther
to circle all hesitation. for little boys from great heights
to gain the power of gods
blowing their might with water
balloons becoming the bullion
they reserve for the meekest heads
mother’s hand the lightening flash
striking flat all laughter. for older aunts and uncles
to drop keys, shout market lists
tell the story the neighbourhood
should know
the nephew like a son, waiting
revving bike louder, wishing
the day wasn’t so certain.
Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει.
Σπάνε στο μέτωπό σου οι στάλες και σημαίνουν
το εγερτήριο των λυγμών.
Και να! φουσκώνουνε τα βλέφαρά σου
– φλόκοι τού ονείρου που χτυπούν
στον άνεμο της λύπης – Ξεχειλίσαν
τα μάτια σου – και πού είναι; –
πλημμύρισε το πρόσωπό σου – και πού είναι
τα μάτια σου, πού είναι το πρόσωπό σου;
Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου, και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μα εκεί μέσα θα χυθώ,
στα βάθη της μια πολιτεία φωνάζει τ’ όνομά σου,
πηδάνε τα γαλάζια φώτα της, χορεύουν
στα σταυροδρόμια οι ελπίδες των μαλλιών σου.
Εκεί σε καρτερεί ένα σπίτι από ελαφρόπετρα,
χτυπούν την πόρτα – μπαίνεις,
στο μέτωπό σου λάμπει
το χαμόγελο της βροχής,
μυρίζουν τα βρεμένα ρούχα σου νύχτα κι αγάπη…
Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου.
Πόσες φορές δεν πέρασα συρματοπλέγματα κι αγκάθια
για να ‘ρθω αυτού να δω για λίγο
πόσο γλυκά χτυπά η καρδιά μου μες στα μάτια σου,
για να ‘βρω το νερόκρινο το στόμα σου,
επάνω σου σκυμμένος να γυρεύω
τους παιδικούς σεισμούς σου να τρυγήσω…
Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μια λίμνη φιλώ, μια θάλασσα αγκαλιάζω,
αιώνες θα μπορούσα αυτού να ναυαγώ
μα αυτός ο ωκεανός τού πόνου μού γλιστρά απ’ τα χέρια,
υψώνει το λαιμό του ο τυφώνας και ψηλά
το πρόσωπο της θύελλας αστράφτει!
Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει και χτυπούν
στο μέτωπο οι σταγόνες και χτυπούν
μια λίμνη που φιλώ, μια θάλασσα που αγκαλιάζω.
– Πού είσαι; πού είμαι; πού είναι το σπίτι μας;
– Δεν έχουμε σπίτι εμείς,
ποτέ δεν είχαμε σπίτι, ποτέ μια νύχτα αδιάβροχη στον πόνο.
Να ‘σαι σίγουρη μονάχα
γι’ αυτό που μπορούν να σκεπάσουν οι πλάτες μου
κι αγάπα αχόρταγα
τα μάτια, το στόμα και την τιμή μου.
* Από τη συλλογή Γενική αίσθηση (1954)]
** Από τη συγκεντρωτική έκδοση Ψυχοστασία (Ποιήματα 1949-1976) [2006]
Μες σ’ όλο τούτο τα’ απέραντο
διάστημα του Χρόνου
η επιφάνεια της Γης άρχισε πια
να διαβρώνεται
ενώ αυτή ακόμα περιφέρεται
με λυσσαλέο σφύριγμα
στο Χάος.
Και δε θα σταματήσει ποτέ
αν ένας αρχιτέκτων
δεν την χτυπήσει με σφυρί
στο πιο τρωτό της σημείο.
Μα μέχρι τότε
υπάρχει άφθονος καιρός
και τα κτίρια τα χτίζουν
μ’ ανθρώπινα κόκκαλα,
οι άνθρωποι σπάζουν τα ρολόγια τους
να σταματήσει ο χρόνος
βάφουν τα πρόσωπα τους
με διάφορα χρώματα
για να προφυλαχτούν
απ’ τον επερχόμενο Καύσωνα.
Κι όπως κυλούνε τα χρόνια
ολισθαίνουν βαθμιαία στον τρόμο
αλλά και στην ψευδαίσθηση
πως θα βγουν σώοι
από την τελική καταστροφή
* Από το βιβλίο του Γιώργου Δανιήλ, Ο Λεπιδεπτερολόγος της Αγωνίας Νίκος Καχτίτσης, Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 1981
Λαθεμένο μου φαινόταν πάντα τ’ όνομα
που μας δίναν: “Μετανάστες”
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους.
Εμείς, ωστόσο, δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιάν άλλη γη.
Ούτε και σε μιάν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά.
Μας κυνήγησαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα ‘ναι,
μα εξορία.
Έτσι απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι,
όσο μπορούμε πιό κοντά στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα,
καραδοκώντας το παραμικρό σημάδι αλλαγής
στην άλλην όχθη,
πνίγοντας μ’ ερωτήσεις κάθε νεοφερμένο,
χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα ν’ απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτ’ απ’ όσα έγιναν,
τίποτα δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή!
Ακούμε ίσαμ’ εδώ τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν
απ’ τα στρατόπεδά τους.
Εμείς οι ίδιοι μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος,
που κατάφερε τα σύνορα να δρασκελίσει.
Ο καθένας μας, περπατώντας μες στο πλήθος
με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει τη ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας δε θα μείνει εδώ.
Η τελευταία λέξη δεν ειπώθηκε ακόμα.
1937 (Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης)
* Μπέρτολτ Μπρεχτ (1899-1956) Γερμανός ποιητής, σκηνοθέτης και θεατρικός συγγραφέας. Τα έργα του είχαν αντιμιλιταριστικό και αντιεξουσιαστικό χαρακτήρα.
Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες
περί δημοκρατικής τάξης, ανάμεσά
μας οι αμίλητοι ζούνε.
Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,
οι ηγεμόνες δυναμώνουν,
ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,
των ανυπόταχτων τα μούτρα
τσαλακώνουν.
Ετούτων των αμίλητων το πετσί, περίεργα θα ’λεγες είναι
φτιαγμένο.
Τους φτύνουνε καταπρόσωπο κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο
το φτυσμένο.
Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,
και που το παράπονό τους να πούνε;
Απ’ του μισθού τα ψίχουλα, πώς να αποχωριστούνε;
Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,
μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.
Ει! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!
Από την κορυφή ως τα νύχια ξεσκεπάστε τους,
άλλο δε μας μένει.
* Ποίημα και εικόνα τα πήρα από το http://classwar.espiv.net/?p=1714
Οι ψίθυροι των ημερών μας
κυλάνε στα κορμιά μας
σαλπάροντας στα επόμενα μεθύσια
τσαλαβουτώντας σε πέτρινα δάκρυα
και πόνους που δεν μοιράζονται
ζυμώθηκαν οι οιμωγές μας
με τη μαγιά των πρότερων
παιδικών ονείρων
που έσκισαν τα κύμματα του λογισμού
και ξεπέρασαν τα σύνορα
των έρημων χωρών
της ύπαρξής μας…
7 Οκτώβρη 2011
ΕΦΥΜΝΙΟ
— Η λύπη σου είναι ένα ποίημα του δρόμου
σε ράφι αστού λακαριστό
άκοπο ελεγείο
ένα αστείο παρακμής
σε κάποιο μπαρ ώρα αιχμής
με ξώπλατα και τατουάζ ηθοποιός-γκαρσόνα
είναι σκυλί που αλυχτά μες σε στρατώνα
—
η λύπη σου είναι ένα ποίημα του δρόμου
σταυρόλεξο σε κατάστρωμα, βιοσοφία τσέπης
σ’ ένα υγρό λιθόστρωτο αρχοντικός επαίτης
νυχτερινή περπατησιά, σύνορο της ματιάς σου
μια μαγιάτικη πηγή να ξεδιψά η χαρά σου
—
Continue reading