Πώς να γίνω καπνός;

Δίνομαι ολόκληρος ψυχή τε και σώματι
στο γάργαρο των ποταμών,
στους ήχους της μουσικής των τζιτζικιών,
στη δροσερή άμμο και στους βράχους.
Εκεί βλέπω την όψη σου χαμογελαστή,
αισθάνομαι το απαλό σου χέρι
να μου χαϊδεύει τα μαλλιά,
σε φιλώ στο στόμα,
γεύομαι τους χυμούς σου,
δυό φιλιά σου μ’ αναριγούν
όταν τα χέρια σου τυλίγουν το σώμα μου.
Πώς να τα ξεχάσω όλα τούτα;
Πώς να γίνω καπνός και ν’ αφήσω συντρίμμια;
Πώς να ξεχάσω τη γεύση σου δοκιμάζοντας άλλες;
Είμαι αποφασιστικά ταγμένος στο είναι σου
γιατί είναι και το δικό μου.

* Από τη συλλογή “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.

Νάνος Βαλαωρίτης: «Η λογική μαζεύει τα φουστάνια της για να πηδήξει», μια κριτική αποτίμηση – Του Πέτρου Γκολίτση

Ο ποιητικός τρόπος του Νάνου Βαλαωρίτη, η γλώσσα του, ενώ αποπειράται διαρκώς να εισέλθει στο πραγματικό και να γνωρίσει την όποια «πραγματικότητα», διατηρεί -κλείνοντας μας το μάτι- μια δυναμικά σταθερή απόσταση που αυξομειώνεται ανάλογα με την ένταση και τη φάση του έργου του και τη «διάθεση» του κινούμενου στόχου του εκάστοτε «πραγματικού» που τον απασχολεί. Ενώ προεξοφλεί το μάταιο και τραγικό του κόσμου, επιλέγει τον δρόμο της διαρκούς απορίας, όπου τα πράγματα αδιάκοπα επανατίθενται και ταξινομούνται εκ νέου, συναρμολογούμενα και αποσυναρμολογούμενα μέσω της πρόθεσης του για διαρκή και ενεργή από-οικειοποίηση. «Εντασσόμενος» στην παράδοση και τη διάθεση των Ρώσων φορμαλιστών, προτάσσει την από-οικειοποίηση παρουσιάζοντας και θέτοντας τα γνωστά και οικεία αντικείμενα ως άγνωστα και διαφορετικά (ως πρωτο-ιδωμένα και πρωτο-γνωριζόμενα).

Το πρωτο-ιδωμένο ως κατόρθωμα τον συνδέει και με μια ανθρωπολογική προοπτική. Κινείται έτσι από την προ-ιστορία και τους προλογικούς σχηματισμούς και τρόπους έως την μετα-λογική «διάθεση», που είναι παρούσα στο έργο του, μέσω της διαρκούς παρακολούθησης του των λογοτεχνικών αλλά και μεθοδολογικών και φιλοσοφικών ρευμάτων. Η αν-οικείωση (από-οικειοποίηση) συνεπώς στο έργο του δεν εμφανίζεται ως κάτι αναγκαίο, ως ένα «φιλί ζωής» στην τέχνη, αλλά ως κάτι φυσικό, ως ένα περπάτημα ή μια αναπνοή που προκύπτει αβίαστα λόγω της μακράς και επίμονης προ-παίδευσης του.

Continue reading

Μιχάλης Κατσαρός, Όταν

Όταν ακούω να μιλάν για τον καιρό
Όταν ακούω να μιλάνε για τον πόλεμο
Όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση
Να πλημμυρίζει τα σαλόνια
Όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου
Να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα
Όταν ακούω σένα να μιλάς εγώ πάντα σωπαίνω.
Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου
Ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς
Όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια
Λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους
Όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία
Για νόμους ευαγγέλια για μια ζωή με τάξη
Όταν ακούω να γελούν
Όταν ακούω πάλι να μιλούν εγώ πάντα σωπαίνω.
Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη
Κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες
Κι όλοι τους θα προσμένουν σίγουρα τη φωνή
Θ’ ανοίξω το στόμα μου
Θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράχτες
Στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια
Οι νέοι έξαλλοι θ’ ακολουθούν με στίχους χωρίς ύμνους
Ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία.

Πάλι σας δίνω όραμα.

Χίλιες υποψίες ευτυχίας

Το ανοιχτό πέλαγος ξεδιπλώνει
τις ορμητικές φτερούγες του
έτσι όπως ένα παιδί απλώνει την αφέλειά του
όταν οι μεγάλοι του αφαιρούν την τόλμη.
Ο ήλιος έτσι όπως δύει
μοιάζει με παρθενικό υμένα ηδονής,
σαν τα ροδοκόκκινα μάγουλα
μιας ντροπαλής κόρης.
Ο ήλιος και το πέλαγος
μεγαλοπρεπές αμάλγαμα απέραντο
προκλητικό και υπέρτατο
πρωτόγονο και μεγαλειώδες
σαν χίλιες υποψίες ευτυχίας
σαν ανελέητος καταιγισμός
των χρωμάτων της ίριδας.

* Από τη συλλογή “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.

Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ἑκάτης πάθη

…Je suis sure qu’ elle est vierge.
Elle a la beaute d’ un vierge…
Qui, elle est vierge. Elle ne s’ est
jamais souillee.
OSCAR WILDE – «SALOME»

…Ἀπόψε πρόβαλε γυμνή, σὰ τέρας, ἡ Σελήνη
κι ἄβυσσος πόθου τὴ δονεῖ:
τὴν εἶδαν ὅλοι ἀπὸ νωρίς, τὶς πόρπες της νὰ λύνει,
σὰ νὰ διψοῦσεν ἡδονή…
Τί νά ῾δε ξάφνου ῾δῶ στὴ γῆ καὶ τόσο τὸ λυμπίστη
πού ῾χουν μὲ πάθος κρεμαστεῖ,
σὰ νά ῾θελαν νὰ λυτρωθοῦν, ἀπ᾿ τὴ παλιὰ τὴν πίστη
κι οἱ δυό της οἱ νεκροὶ μαστοί;
Παρθένα, στείρα καὶ βουβή, ὅμοια μὲ σαλαμάντρα,
στὰ βάθια βράδυα τ᾿ ἀττικά.
πῶς ἔτσι, ἀπόψε, φρένιασε νὰ σμίξει τρελὰ μ᾿ ἄντρα
καὶ φλογερὰ κι ἐκστατικά;
…Τί κι ἂν ἡ νύχτα γέρν᾿ ἀργά, μέσ᾿ τὰ πυκνὰ ἐρέβη
κι ἀλλόκοτα μεθοῦν οἱ ἀνθοί;
Στὴ δύση, ῾κείνη μοναχή, ποὺ κείτεται καὶ ρεύει,
ζητεῖ τοῦ κάκου νὰ εὐφρανθεῖ…

Νανά Τσόγκα, Το ανοίκειον κέλυφος

Αυτούς που θα γράψουν ποιήματα, τους αγαπούσα από παλιά.
Έζρα Πάουντ

Σαν να ’ναι εχθρός σου η ζωή και την παραφυλάς
την φιλάς σφιχτά και την φυλάς
τα φυλάς και τρέμεις μη σου φύγει
και φτύσει πρώτη, η ανίατη –
φτου ξελευτερία, το Άγνωστο.

Λίγο να μην την προσέξεις
ξεγλιστράει
μέσ’ από τις λιακάδες των ημερών
και των νυχτών τις χαραμάδες
– άβουλα παιχνιδάκια εμείς
σε πρώτη ζήτηση επαίτες
κι εκείνη όλο να μηχανεύεται.

Kαι που κουβέντα πιάνεις
με τ’ αστέρια
ζωή ζηλεύεις ζήτουλα
κι αυτή δεν σ’ αγαπάει –
σχεδόν σε κώμα το σώμα
ακόμα πάνω απ’ το χώμα.
Δεν κάνει να διαβάζεις ποιήματα τα βράδια.

Oι λέξεις που ξοδεύτηκαν
χωρίς να τις ακούσω
πλέκουν αραχνοΰφαντο
σάλι για τους σαλούς.
Kι όταν φεύγουν αμίλητοι
και μ’ ανοιχτό το στόμα
οι λέξεις είναι πάλι
που τυλιγμένες στην υγρή ομίχλη
αόρατων εξατμίσεων
βάφουνε τον ορίζοντα
με το τελεσίδικο άλικο
των ματαιωμένων αισθημάτων.

Ήμουνα ακριβής σαν μανιακή
τη σκόνη του καιρού παραμονεύοντας
μην αλλοιώσει τη φωνή σου μέσα στο κεφάλι μου.
Με πρόδωσε εκείνη η χαραμάδα στο συρτάρι
που έβγαζε παλιότερα
στην κρυψώνα των φιλιών.
Πήγα ως εκεί για να με σταματήσει
ο νηφάλιος Κέρβερος που παρεμβάλλεται
στα σήματα τα σύρματα
και τις συγνώμες της πέμπτης εποχής.

Τον πόθο δεν είδα πουθενά – άφαντος!

Στη μέση της αυλής εκεί που ήταν το πηγάδι
μία φωτιά να καίει όλα τα ξερά γράμματα
– των περασμένων χρόνων, όχι τα δικά σου.

Μπαίνω στο ποίημα την ημέρα
και θέλω να νυχτωθώ
στην κάμαρά του
– τη βρίσκω άδεια˙
παραθυρόφυλλα κλειστά
κι εσύ μόνο να λείπεις.

Στους τοίχους ζωγραφισμένα χάδια
και τα φιλιά αμίλητα
στο πάτωμα αφίλητα –
οι νύχτες που έρχονται
προάγγελοι ιχνηλάτες του απρόσιτου
και βρέχονται από τη θάλασσα
των πεπραγμένων.

Αστήρικτο σαν τρυφερός βλαστός
το καλοκαίρι γέρνει
στο κατώφλι της λιποθυμίας
και σβήνοντας αφήνει γεύση
ανεκπλήρωτης επιθυμίας
που ούτε το έψιλον
δεν πρόλαβε να σώσει.
Εγώ δεν σου ‘δωσα να καταλάβεις
τι φταις εσύ πάνω στα χώματα
ανάμεσα στα πτώματα των παλαιών ερώτων.

Nα, τώρα το θυμήθηκα
τι σου ζητούσα
– φύσηξαν άνεμοι τρελοί
και σήκωσαν τις στέγες –
αλλιώς δεν εξηγείται πώς
έμεινα με ό,τι μου ‘ταξες:
τον ουρανό με τ’ άστρα.
Nα τ’ ανάψω τουλάχιστον.

Νικόλαος Κάλας, Ελευθερία

Ελευθερία! Εγερτήριο αγγελίας
με φτερό τον ήχο και μάτι την εικόνα
πολιορκείται η ελευθερία!
Λευτεριά! παραστατική γραφή στους τοίχους,
προέκταση χεριού ή σφραγίδα μηχανής
του νου μορφή. Η λέξη δεν αρκεί.
Αόρατος λόγος εμφανίζεται στον στίχο, στην ιστορία,
μάγος ο φορέας του, μαχητής κι ο φορέας των λαβάρων του,
το τρισυπόστατο ποίηση λευτεριά κι αγάπη
αναγνωρίζεται από την όψη του λόγου.
Με τόλμη – της δικής μας θέλησης το μέλλον.

* Από το βιβλίο: Νικόλαος Κάλας, «Οδός Νικήτα Ράντου», Ίκαρος, Αθήνα 1977, σελ. 111.
** Ποίημα και φωτογραφία της ανάρτησης πάρθηκαν από το http://alonakitispoiisis.blogspot.com/

Κουβέντες σαν εύφλεκτο υλικό

Κάλπικος αγέρας η ζωή μου
και με μπερδεύει,
περπατώ και μ’ ακολουθεί,
στέκομαι και μαρμαρώνει,
ξυπνώ και με τριγυρίζει…
Τα βήματά μου είναι τα δικά της.
Της μιλώ και μ’ απαντά
με κουβέντες σαν εύφλεκτο υλικό
που προμηνύει θύελλες.
Όταν φωτίζεται το σκοτάδι της ψυχής μου
μοιάζει περισσότερο με διασπορά
από ράκη και θρύψαλα
παρά μ’ αδιάκοπη αλλαγή διαθέσεων.

* Από τη συλλογή “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.