Emily Dickinson, Άτιτλο

Πέθανα για την ομορφιά
και μπαίνοντας στο χώμα
ακούω κάποιον ν` ακουμπούν
σε πλαϊνό μου δώμα.

Ψιθύρισε «τι έφταιξε;»
«η ομορφιά» του είπα
«για την αλήθεια πέθανα»
είπε «κι είμαστε αδέρφια».

Κι όπως μιας νύχτας συγγενείς
μιλήσαμε, ωσότου
βρύα ήρθαν στα χείλη μας
κι έκρυψαν τ` όνομά μας.

Emily Dickinson, Το Μέγα Ύδωρ, εικοσιεπτά ποιήματα, μετάφραση-πρόλογος Διονύσης Καψάλης, εκδόσεις Άγρα, σελ. 26.

Αντώνης Στασινόπουλος, Τα πλοία της Ελευθερίας

Τα πλοία της Ελευθερίας
απ’ τα λιμάνια της καρδιάς ξεκίνησαν.
Φορτία αγάπης και αντίστασης
στη θάλασσα της ιστορίας
για τους ελεύθερους πολιορκημένους στη Γάζα.

Το ρεσάλτο των αρπακτικών
στο φως του Aυγερινού.
Οι αιχμάλωτοι, οι νεκροί και οι αποκλεισμένοι
κρατούν το νήμα
ορμούν στις συνειδήσεις
κατακτούν τις ψυχές
στερεώνουν τις αποφάσεις.

Γιώργος Θεοχάρης, Των παρόντων καιρών

Εδώ παλαίψανε οι φοιτητές με το μεγάλο δράκο.
Τα χρόνια πέρασαν κι οι πρώτοι τη βολέψανε.
Άλλος στο βουλευτήριο,
άλλος στη δημαρχία,
άλλος κλειδούχος στο κοινό ταμείο
κι άλλος παρατρεχάμενος στου αρχηγού τη βίλλα. Οι δεύτεροι, παρέμειναν ανώνυμοι,
σαν τους λοιπούς οπλίτες.
Της επταετίας αγωνιστές,
κορόιδα της μεταπολίτευσης,
σαν τα σφαχτάρια κρέμονται
απ’ το τσιγκέλι των ιδανικών τους

* Το πήρα από το http://greekpoems.wordpress.com

So ripe is this moment

So ripe is this moment
with the setting sun
making your hair golden.
Your shadow crosses my face soflty.
Light steps in the clearing of happiness.
A piece of burning love
with a newfound determination.
A caress to a caring
and sweet desire.
The sound of a warm melody.
Our heart’s whispers rest peacefully
in the sunlight.
A rose on the lapel
of a golden red sunset.
A farewell to today.
And a kiss on your lips.

Αγγλική μετάφραση Ντίνα Γερολύμου

Το ελληνικό πρωτότυπο δημοσιεύεται εδώ https://tokoskino.wordpress.com/2011/08/31/%CF%84%CE%BF-%CE%AC%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%BC%CE%B1-%CE%BC%CE%B9%CE%B1%CF%82-%CE%B6%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82-%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CF%89%CE%B4%CE%AF%CE%B1%CF%82/

Ίδιος με μικρό παιδί

Άφησα την ψυχή μου ανυπεράσπιστη
στα κελεύσματα αγεριών,
σ’ ανεπαίσθητες δίνες κυμάτων.
Σεργιάνισα τις σκέψεις μου σε καμπύλες βουνοκορφών,
σ’ ανταύγειες από ηλιοβασιλέματα
σε πύρινα πάθη βραδινών στιγμών.
Φυγάδευσα το βλέμμα μου σ’ έναστρους ουρανούς,
έστειλα τα όνειρά μου σε παραδεισένια νούφαρα
με περιρρέουσες φωτοσκιάσεις,
σε προτροπές και ηδονικές εξάψεις.
Ίδιος κι εγώ με γέρικο πλατάνι,
μ’ ορμητικό χείμαρρο,
μ’ ασάλευτο βράχο,
με σταθερή κορυφογραμμή
και με αστέρα διάττοντα…
Ίδιος με μικρό παιδί που προσπαθεί
να κάνει την αθωότητά του
ιδανικό τρόπο ζωής και πλεύσης…

* Από τη συλλογή “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.

Μαρία Σερβάκη, U.T.S.I. ή πάνω σε μια σταγόνα νερό της βροχής

Μέσα σε τόσο θάνατο
Βαδίζοντας το δρόμο του νερού ο
Θάνατος
Τούτο το χώμα,
Τούτο το νερό,
Κι όπως βυθίζεται το βλέμμα…
Εδώ που άγιοι ίσως ή
μια
φορά
Εκείνοι οι μακρυνοί εραστές
Ως το πικρότερο πού κινδυνέψαν φίλημά τους
Ανυποψίαστοι έτσι, έτσι από
Αιωνιότητα –
Για μια στιγμή στη σκοτεινή εικόνα
Από το όνειρο το ίδιο τους πιασμένοι
Να κρατηθούν ο ένας γύρισε στον άλλο
Κι ήβραν τα χέρια τους το χάος.
Εδώ, εδώ, μ’ αυτά τα μάτια μας κοιτάζοντας…
Μ’ αυτά τα χέρια μας που εκλιπαρούν εκλιπαρώντας…

Continue reading

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Μεμέντο

Όταν θα πεθάνω,
με την κιθάρα μου αντάμα,
θάψτε με κάτω απ΄τον άμμο

Όταν θα πεθάνω,
στις πορτοκαλιές ανάμεσα
και στις μέντες.

Όταν θα πεθάνω,
θάψτε με, παρακαλώ,
στον ανεμοδείχτη.

Όταν θα πεθάνω!

Χλόη Κουτσουμπέλη, Χωρίς

«Θα ζήσεις χωρίς»
είπε η μάγισσα
και μου έδωσε το φίλτρο
«τα κοχύλια σου θα γίνουν χέρια για να γράφεις».
«Μα χρειάζομαι τα χέρια για να αγγίζω
μικρές μοβ ανεμώνες να χαϊδεύω
τα μάτια του να ψηλαφώ
τις σκιές στα βλέφαρα κουπιά
το σώμα του να κολυμπώ».
«Δεν κατάλαβες λοιπόν»
είπε η μάγισσα
και το πρόσωπό της ράγισε
χίλιες μικρές ρυτίδες.
«Τα χέρια σου θα γράφουν
αυτά που ποτέ σου δεν θα αγγίξεις»

Από τη συλλογή “Η αλεπού και ο κόκκινος χορός”, Γαβριηλίδης, (2009)

Οι νύχτες

Οι νύχτες εδώ μου τρυπούν την καρδιά
κι εγώ εντρυφώ στο κέντρο των δινών τους.
Πότε γίνομαι ένα μαζί τους
και πότε ξαπλώνω στα υγρά τους γρασίδια
έχοντας τις ροές τους για προσκεφάλι.
Κάθε παρέκκλιση ίσως φέρει παγετώνες
που θα δολοφονήσουν τις άγριες προκλήσεις τους.
Το γυμνό μου κορμί αιωρείται
σαν λεπτεπίλεπτο εκκρεμές
σε υπόγειες διαβάσεις νυχτερινών τοπίων…
Ο ερχομός των αστεριών της αγάπης
είναι αναπόφευκτος.

* Από τη συλλογή “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.

Bertolt Brecht, Στους ευθυγραμμιζόμενους

Για να μη χάσει το ψωμί του
Σε καιρούς αυξανόμενης καταπίεσης
Αποφασίζει κάποιος, να μην λέει πια την αλήθεια
Για τα εγκλήματα του καθεστώτος γύρω από τη διατήρηση
Της εκμετάλλευσης, αλλά
Και τα ψέματα του καθεστώτος να μη διαδίδει, δηλαδή
να μην αποκαλύπτει πραγματικά τίποτα, αλλά
Και τίποτα να μην ωραιοποιεί. Αυτός που έτσι ενεργεί
Φαίνεται μόνο να επιβεβαιώνει ξανά πως είναι αποφασισμένος
Και στους καιρούς της αυξανόμενης καταπίεσης
Να μην χάνει το κύρος του, μα στην πραγματικότητα
Είναι βέβαια αποφασισμένος μόνο
Να μην χάνει το ψωμί του. Σίγουρα, αυτή του η απόφαση
Να μην λέει καμιά αναλήθεια, τον εξυπηρετεί σε τούτο:
Από δω και πέρα να αποσιωπά την αλήθεια. Αυτό βέβαια μπορεί
Λίγο μόνο καιρό να κρατήσει. Αλλά και στον
Καιρό αυτό,
Που στη διάρκειά του περιφέρονται στα δημόσια αξιώματα και
Στων εφημερίδων τις συντάξεις
Στα επιστημονικά εργαστήρια και στων εργοστασίων τις αυλές ως
Άνθρωποι που από το στόμα τους καμιά δεν βγαίνει αναλήθεια,
Αρχίζει κιόλας η βλαβερότητά τους. Όποιου τ’ αυτί
Δεν ιδρώνει μπρος στη θέα αιματηρών εγκλημάτων, τα κάνει ακριβώς
Να έχουν την όψη του φυσικού. Χαρακτηρίζει
Το φοβερό ανοσιούργημα ως κάτι τόσο ανάξιο για να το προσέξουμε όσο η βροχή
Αλλά και τόσο μη-δυνάμενο να εμποδιστεί όσο η βροχή.
Έτσι υποστηρίζει ήδη με τη σιωπή του
Τους εγκληματίες, σε λίγο όμως
Θα παρατηρήσει πως, για να μη χάσει το ψωμί του
Πρέπει όχι μόνο την αλήθεια να αποσιωπά, αλλά
Και τα ψέματα να λέει.

Όχι δυσμενώς
Υποδέχονται οι καταπιεστές αυτόν, που είναι έτοιμος
Να μη χάσει το ψωμί του.
Αυτός δεν περιφέρεται σαν κάποιος δωροδοκημένος
Αφού κανείς τίποτα δεν του έχει δώσει, μα
Και τίποτα από κανέναν δεν έχει πάρει.
Όταν ο εγκωμιαστής,
Καθώς σηκώνεται απ’ το τραπέζι των εξουσιαστών, το στόμα του ανοίγει
Και βλέπει κανείς τα υπολείμματα απ’ το γεύμα, ακούει κανείς
Τα εγκώμιά του με αμφιβολία.
Τα εγκώμια όμως εκείνου
Που χτες ακόμα τους καθύβριζε και στο επινίκιο γλέντι
δεν ήταν προσκαλεσμένος
Περισσότερη έχουν αξία. Μα αυτός
Είναι ο φίλος των καταπιεσμένων. Τον γνωρίζουν.
Ό,τι λέει, ισχύει
Κι ό,τι δεν λέει, δεν ισχύει.
Και τώρα μας λέει πως δεν υπάρχει
Καθόλου καταπίεση.
Στην καλύτερη περίπτωση στέλνει ο φονιάς
Τον αδελφό του δολοφονημένου
Που τον έχει εξαγοράσει να επιβεβαιώσει
Πως τον αδελφό του
Τον σκότωσε ένα κεραμίδι που έπεσε από τη σκεπή.
Το απλό ψέμα
Προφανώς δεν βοηθάει πλέον άλλο αυτόν που θέλει
Να μη χάσει το ψωμί του. Τώρα υπάρχουνε πολλοί
Στο είδος του. Γρήγορα
Ανακατώνεται στον ανηλεή ανταγωνισμό όλων όσων
Θέλουν να μη χάσουν το ψωμί τους: δεν αρκεί πια
η θέληση να ψεύδεται.
Η ικανότητα είναι αναγκαία και η εμπάθεια γίνεται ισχυρή.
Η επιθυμία, να μη χάσει το ψωμί του αναμιγνύεται
Με την επιθυμία, μέσω ιδιαίτερης τέχνης στις πιο ασυνάρτητες
αερολογίες
Να προσδίνει νόημα, το ανέκφραστο
Να μπορεί να το λέγει.
Συμβαίνει τότε, αυτός στους καταπιεστές
Να χρειάζεται να απευθύνει περισσότερα υμνολόγια από κάθε άλλον, Γιατί σκιάζεται από την υποψία ότι κάποτε παλιότερα
Την καταπίεση είχε καταγγείλει. Έτσι
Οι γνώστες της αλήθειας γίνονται οι πιο άγριοι ψεύτες.
Και όλα τούτα ισχύουν μόνο
Μέχρι να περάσει κάποιος και να τους ζητήσει να λογοδοτήσουν
Για την προηγούμενη τιμιότητά τους, για την αλλοτινή τους αξιοπρέπεια
και τότε
Χάνουν το ψωμί τους.

* Μετάφραση Δημήτρη Τζωρτζόπουλου