Τέχνη του φανταστικού και πολιτική εξουσία

Το κείμενο αυτο γράφτηκε από τον Παν. Ξηρουχάκη και δημοσιεύεται στο τεύχος Νο 2 του ΖΕRO GEOGRAPHIC που μπορείτε να κατεβάσετε από εδώ http://www.mediafire.com/?79b655coc6ae97e

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η τέχνη του φανταστικού αναφέρεται συνήθως στη τέχνη (ποίηση, λογοτεχνία, ζωγραφική κλπ ) που περιγράφει φαινόμενα και γεγονότα που δεν θα μπορούσαν να συμβούν σύμφωνα με τις προδιαγραφές της επιστήμης. Οι ρίζες του «φανταστικού» ανάγονται στην προϊστορία του ανθρώπου. Η εξέλιξη του πολιτισμού συμβάδισε με την εδραίωση της λογικής σκέψης, όμως ο ανορθολογισμός και η πίστη του ανθρώπου στο υπερφυσικό διατήρησαν για αιώνες τη δύναμη τους. Έτσι και αλλιώς για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι άνθρωποι πίστευαν πιο εύκολα ότι άκουγαν οπότε τα σύνορα ορθολογισμού και ανορθολογισμού υπήρξαν για αιώνες δυσδιάκριτα.

Πολλές ιστορίες που την εποχή τους θεωρούνταν αληθινές σήμερα είναι γνωστό ότι αποτελούν αποτέλεσμα μυθοπλασίας. Ενδεικτικά αναφέρω ότι πατέρας της ιστορίας είναι ο Ηρόδοτος που αντιμετωπίζει την ιστορία σαν επιστήμη. Στην αρχαία Ελλάδα φαίνεται να γίνεται μία πρώτη προσπάθεια διαχωρισμού της ορθολογικής σκέψης από το υπερφυσικό και το θείο. Μέχρι τότε φανταστικό, μύθος και θρησκεία δε διαχωρίζονται από την επιστημονική σκέψη. Αλλά στο Μεσαίωνα ο ανορθολογισμός κερδίζει έδαφος και τα όρια «φανταστικού» και ρεαλισμού εκείνη την εποχή είναι πολλές φορές ανύπαρκτα.

Continue reading

Dina Gerolymou, Absence

The stage in front of the smooth smiles
exit on the left
I hear you say the rain had started
at the last song
I left my bag backstage
tied with a rope
I’ll hand you my handkerchief
after the applause
I won’t stay for the standing ovation
I’ll leave without you before anyone sees
I am not there.

* Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης είναι παρμένα από το http://perpetualresidence.wordpress.com
Image courtes: Theophilos Katsipanos

Σπάω τη λαχανιασμένη μου φαντασία

Μπορώ ακόμα να σηκώνω ψηλά τα στήθη μου
κατακόκκινα σε πλημμυρισμένους ουρανούς,
σε αγάπες που μόλις τώρα ανατέλλουν.
Σπάω τις βιτρίνες των πρώτων μου σελίδων
που κρέμονταν σαν σκουριασμένες ταμπέλες,
σαν πτώματα παραδαρμένα από ξεροβόρια.
Σπάω τη λαχανιασμένη μου φαντασία
Και την ορθώνω
πιο ψηλά
πιο ψηλά…

* Από τη συλλογή “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.

Ποιήματα Παναγιώτη Πανά

1.

Έλαμπε την νύκτα ταύτην ήλιος ακτινοβόλος
και εχύνετο το μαύρον πέριξ φως των κεραυνών.
Εν σιγή βρονταί εβόων. Ήστραπτε της γης ο θόλος,
και το έδαφος εν λύπη έχαιρε των ουρανών.

Όρθιος εν εγρηγόρσει εκοιμώμην εν τη κλίνη,
ότε αίφνης έμπροσθέν μου έστη γέρων νεαρός,
κι εν ευγλώττω σιγή λέγει: τι ανήσυχος γαλήνη,
τι ακτινοβόλον σκότος, τι τερψίλυπος καιρός!

«Νεοελληνική ποίησις: Ρωμαντική σχολή», 1-8. Έργα αργίας, 1883. Κ.Θ. Δημαράς (επιμ.), Ποιηταί του ΙΘ΄ αιώνα. Βασική Βιβλιοθήκη, 12. «Αετός» Α.Ε., 1954. λζ΄.

2

Πάρε δυο σύγνεφα· μια λίτρ’ αγέρα·
δροσιάς δυο γράνα και μια φλογέρα·
τρεις τόνους Πίνδο· τέσσαρους χιόνι·
μια λίτρ’ ανάσαση και ένα αηδόνι,
δεμάτια τέσσερα δάφνες, μυρτούλες·
ράσα· ξεσκλίδια· γύφτους· αυγούλες·
πέντ’ έξι σήμαντρα· γλαν γλαν καμπόσα·
χιλιάδες κύματα· Όλυμπο και Όσσα·
κρεβάτια· γαίματα· σάπια κουφάρια·
αστροπελέκια· σκύλους και ψάρια
[…]
και νεκρολούλουδα χορτάτη δόση.
Αχτίδες· σάβανα και έρμα πλάγια·
ένα βρικόλακα· μια κουκουβάγια·
έναν Αλήπασα· καντάρι τρέλα…
Σε μια θεόχτιστη ρίξ’ τα παδέλα·
ύστερα κρούσταλλο ρίξε νεράκι
βρυσούλας γέννημα, ή και απ’ αυλάκι.
Πέσε τ’ ανάσκελα και πίθωσέ τα
στα έρμα στήθια σου και βάσταέ τα.
Φύσησε, φύσησε στα σωθικά σου,
καμίνι άναψε μες στην καρδιά σου.
[…]
Ας πάρει μπούρμπουλα μονάχα τρία,
και είναι έτοιμο μ’ επιτυχία
γιαχνί αθάνατο, ποιητικό…
Κένωσ’ το, κένωσ’ το ζεστό-ζεστό
σε αλαβάστρινο σκουτέλι ή πιάτο…
και πες του κόσμου: Κόπιασε, φά’ το.

«Ποιητική συνταγή», 1-10, 22-32, 35-40. 1868. Έργα αργίας, 1883. Λίνος Πολίτης, Ποιητική Ανθολογία, Ε΄. Ο Σολωμός και οι Εφτανησιώτες. «Δωδώνη», χ.χ. 154-155.

3

Του γκιόνη όποιος λέει πως η φωνή
στης φύσης τη μεγάλη αρμονία
δεν είναι αναγκαία, ―με συγχωρεί―
μα λέει μια μεγάλη ανοησία…
Μονότονο θα ήτανε το αηδόνι,
εάν δεν ήταν κι η φωνή του γκιόνη.

* «Πρόλογος», 1-6. Έργα αργίας, 1883. Λίνος Πολίτης, Ποιητική Ανθολογία, Ε΄. Ο Σολωμός και οι Εφτανησιώτες. «Δωδώνη», χ.χ. 154.

Φώτης Μότσης, Νυχτερινό Γαίος Απείρου

α΄

Νεκρός
Το πρόσωπό του ένα κλαρί χλωρό
πίσω απ’ τη φλούδα

Τραγούδαγε
όταν οι άλλοι τον μοιρολογούσαν

Σάλευαν μόνο τα χείλη του

Κάποιο φιλί τα κράταγε ακόμα στη ζωή

β΄

Κάθε αποσπερνό τρόχιζε μες στο μυαλό του
τα μαχαίρια

Τη μοναξιά
δεν θα την έκαιγε
Αυτό το κόκκινο της φλόγας πάντα το μετάνιωνε

Δες
τα ποιήματα βλασταίνουν μοναχά
αιμόφυρτα

* Γεννήθηκε στο Ζωτικό, στη Λάκα Σούλι. Ζει στο Ναύπλιο. Έργα του: ΄Κραυγές΄ (Σείριος, 1973), ‘Απολογία των δρόμων’ (Ελεύθερος Τύπος, 1983), ‘Το μικρό απέραντο’ (Ελλέβορος, 1999), ‘Υδράργυρος ρέων’ (Ελλέβορος, 2001), ‘Ο Ιούδας της νύχτας’ (Ελλέβορος, 2003), ‘Αμαρυλλίδος και Ιππεάστρου’ (Ελλέβορος, 2005), ‘Ηπειρώτικο’ (Ελλέβορος, 2006),΄Νυχτερινό γαιός απαίρου΄ (Ελλέβορος, 2007)

** Ποίημα και φωτογραφία πάρθηκαν από το http://motsis.blogspot.com/

Σαν κλέφτες

Όταν ο μισός ήλιος μένει απ’ έξω
από τον άλλο μισό μισοβγαίνουν
μερικές αχτίδες κρυφά
σαν κλέφτες από τις χαραμάδες…

* Από τη συλλογή “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.

Κώστας Μπραβάκης, Η μανούλα

και πρόσεχε
είπε η μανούλα
να σηκώνεις το χέρι
να λες μάλιστα κυρία
να μη κοιτάζεις κρυφά κάτω απ΄ την έδρα
να είσαι το καλό παιδί της τάξης
και κυρίως να είσαι σοβαρός
ακούς;
σοβαρός
ποιος ξέρει
κάποια μέρα μπορεί να γίνεις ποιητής

* Από τη συλλογή “Εικοσιτέσσερα πρελούδια, δώδεκα σπουδες και εφτά πικρά τραγούδια”, εκδόσεις Πανοπτικόν, 2009

Μαρία Κυρτζάκη, Άτιτλο (Ξαφνικά σιωπή…)

[Από την ενότητα Όνειρο]
Ξαφνικά σιωπή. Άλλου
όνειρο ή δικό μου δεν ξέρω

Σε παγκάκι καθόταν. Στην άκρη
πολύβοου δρόμου. Τα παλιά σχισμένα
ρούχα φορούσε. Με τα μάτια
καρφωμένα τώρα μπροστά
– σαν να έβλεπε, κάποιον ή κάτι.
Προσευχόταν, το ήξερα, αλλά αλλιώς.

Τσακισμένο το σώμα ακουμπούσε
στο ίδιο το σώμα. Και τα λόγια
και αυτά ακουμπούσαν στους γυάλινους
τοίχους των κτιρίων που υψώνονταν γύρω

Αντανάκλαση λόγου σκέφτηκα και τον ένιωσα
να τραντάζεται και λυγμοί να τον παίρνουν
γείρε και πάλι γείρε ότι έλεγε
– σε χώρα ή πρόσωπο πατρίδα μιλούσε; –
και με το βλέμμα της αφής
σε ρήγματα ερείπια στης γλώσσας
τα ραγίσματα στερέωσέ μας
σημαία λάβαρο σε χώρα ηδονής.

* Από τη συλλογή “Λιγοστό και να χάνεται” (2002)
** Πάρθηκε από το http://www.translatum.gr

Παναγιώτης (Νότης) Παναγιώτου, Αγάπη

Όταν θα δεις το λαβωμένο μου χαμόγελο
πλάι σ’ ένα ανοιχτό βιβλίο,
τον ήλιο
να βασιλεύει πίσω απ’ το μέτωπό μου,
τις φούχτες μου σκιές γεμάτες και προσδοκίες χαμένες,
να ξέρεις, σε συλλογίζομαι.

Αγαπώ τη βροχή
γιατί μούσκεψε τα χέρια μας,
τον άνεμο
γιατί μπερδεύτηκε στα μαλλιά σου,
αγαπώ τη σιωπή
γιατί αφουγκράζομαι καλύτερα τα βήματά σου.

Δεν ήξερα να χαμηλώνω τα μάτια στο φως
γι’ αυτό σε κοίταζα κατάματα.

Νότης Παναγιώτου (1925-2003)
* Από τη συλλογή “Αστροφεγγιά” (1958)
** Περισσότερα για τον ποιητή στο http://lesvosnews.net/2011/09/20/noti/

Κάλπικη έπαρση

Η λάμψη στα μαλλιά των κοριτσιών
χορηγείται με υπερωρίες,
σαν προφίλ στο φως που τρέμει
στα κεριά στις μπυραρίες.
Κορίτσια δανεικά στους οίκους ανοχής
με χείλη μεθυσμένα μεσ’ την αγκαλιά μας,
σε μια διαρκή μετάγγιση σπέρματος,
σαν ταπεινά κυπαρίσσια με κάλπικη έπαρση.