Γιάννης Λειβαδάς, Από μια εξαίσια μέρα που δεν άκουσες τι είπα

Μια είδηση ξεκολλά από των καιρών την ταπετσαρία, πέφτει και κυλάει κάτω από ζοφερά γραφεία.
Η Toyo Shibada εξέδωσε η ίδια την προσωπική της ανθολογία ποιημάτων στα ενενήντα εννιά της χρόνια και κυριολεκτικά (ξε)πούλησε ενάμισι εκατομμύριο αντίτυπα στη χώρα της, την Ιαπωνία. Σε μια αγορά που το πλαφόν των δέκα χιλιάδων αντιτύπων θεωρείται τρομερή επιτυχία.

Κάποιοι από τους τίτλους των ποιημάτων: «Ολων τα όνειρα είναι ισάξια», «Πάρ’ το χαλαρά», «Μη ζορίζεσαι και τόσο».

«Εφτασα ώς εδώ χάρη στην υποστήριξη της οικογένειάς μου, των φίλων μου, των νοσοκόμων και των γιατρών, μετατρέπω λοιπόν την ευγνωμοσύνη μου σε ποίηση για να τους πω ότι τους ευχαριστώ πολύ, είμαι στ’ αλήθεια ευτυχισμένη». Αυτά είναι τα λόγια που βγήκαν από το στόμα της.

Στο ποίημά της με τον τίτλο «Μυστικό» γράφει: «Αν και είμαι/ενενήντα οκτώ χρόνων/ερωτεύθηκα. Από την άλλη έχω/και όνειρα. Θέλω/να καβαλήσω ένα σύννεφο».

Continue reading

Τα όνειρά μου νιώθω να βουλιάζουν…

Τα όνειρά μου νιώθω να βουλιάζουν,
τα βλέπω παράνομα και σφαγμένα
να τρέχουν σε διόδους διαφυγής.
Ινστρούχτορες αναγεννημένοι
βάλθηκαν να τα πετσοκόψουν
και έμποροι ευαισθησιών να τα ταριχεύσουν.
Υποτιθέμενοι φίλοι τα ειρωνεύονται
κι εκκολαπτόμενοι δυνάστες τα ποδοπατούν.
Πώς θα βγουν αυτά τα όνειρα στην επιφάνεια
των δραμάτων που παίζονται γύρω μου;
Πώς θα τα συνοδέψω μέχρι τέλος
στην προσπάθεια ν’ αναδυθούν;
Ποια τύχη θα έχουν στην άλλη γωνία;
Μάλλον θα πρέπει να τα θάψω
κι έπειτα το μόνο που θα με συντροφεύει
θα’ ναι μια ταφόπλακα ονείρων
με τόσες περγαμηνές…

* Από τη συλλογή “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.

Νίκος Α. Νομικός, Αίμα γυμνό

Έφερε η νύχτα το χνώτο της
τόσο κοντά μου, που τα λευκά
με τα κόκκινα άσματα άπλωσαν
τόσο βαθιά τις μαχαιριές του άλγους
που φώναξε σώματα ασκητικά, ν’αναχωρήσουν
γρήγορα στο σκοτεινό τους δάσος.

* Ο Νίκος Νομικός είναι Ελληνοαυστραλός ποιητής που γράφει και δημιουργεί στη Μελβούρνη. Το σκίτσο της ανάρτησης είναι του ιδίου.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Εκτός από τον ιμπεριαλισμό υπάρχει και η μοναξιά

Θάθελα να μιλήσω
για το πόσο άδεια
είναι τα ασφυκτικά γεμάτα δωμάτια,
για το πόσο εκκωφαντικός
είναι ο ήχος της σιωπής σου,
για το πόσο ψηλά
είναι τα μπαλκόνια των σπιτιών,
για το πόσο κρύα
είναι η αγκαλιά του σούρουπου,
για το πόσο στεγνά
είναι τα μάτια του φίλου,
για το πόσο ακριβό
είναι το χάδι στα μαλλιά.

Θάθελα να μιλήσω
και για το πόσο μόνο
είναι το ένα φλιτζανάκι του καφέ
παρατημένο στο τραπέζι.

Από τη συλλογή Σχέσεις σιωπής-Εκδόσεις Εγνατία (1984)
* Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το μπλογκ της Χλόης Κουτσουμπέλη http://chloekoutsoumpeli.blogspot.com/

Μελλισάνθη, Ἄς…

Σὲ τοῦτο τὸ μεταξύ,
ἂς παίζουμε μὲ τὶς λέξεις,
ἂς παίζουμε τῆς ὁμιλίας τὸ θεῖο παιγνίδι
ἀνύποπτοι ποιητὲς
ποὺ κλέψανε τὸ μυστικὸ
νὰ βλέπουνε καὶ ν᾿ ἀκοῦνε,
ν᾿ ἀγγίζουνε καὶ νὰ γνωρίζουνε τὰ πράγματα,
τὴν εἰκόνα τοῦ Κόσμου ξαναπλάθοντας
μ᾿ ἀστραφτερὲς λέξεις ἂς παίζουμε
καθὼς παιδιὰ μ᾿ ἀθώα χοχλάδια
ποῦ ξεβράστηκαν στ᾿ ἀκροθαλάσσι
μόλις ἀγγίζοντας τὴ μυστικὴ φωτιὰ
μόλις μαντεύοντας
τὸν κρύφιο κεραυνό,
μὲ χῶμα ἂς σκεπάζουμε καὶ στάχτη
τὴ φλόγα ποὺ οἱ θνητοὶ ν᾿ ἀγγίσουν δὲν τολμοῦν
δέσμιοι στὸ θάνατο
ἂς ξανοίγουμε τὶς χάρτινες βαρκοῦλες μας
μὲς στὸν ἀστραποβόλο ὠκεανό…

Γιώργης Παυλόπουλος (1924-2008), Αναπαράσταση

Εδώ ήταν η συνηθισμένη θέση του.
Ο άνθρωπος καθισμένος ανάμεσα
στη σιωπή του και τον καθρέφτη
κοιτάζοντας ένα πράγμα να καίγεται γρήγορα
κι ολοένα να σώνεται ασχημίζοντας.

Μπορούσε να υποφέρει ακόμα την αγάπη.
Καμιά φορά κουραζόταν
κοίταζε τότε κατά το ταβάνι
γεμάτο μάτια προσηλωμένα στα δικά του
και την αράχνη σε μιαν άκρη
κυματίζοντας να κατεβαίνει.

Ύστερα πέφτανε πάνω του μεγάλες πέτρες
χαλάσματα που τον κομμάτιαζαν
σε μικρές φωνές.

Γιάννης Γιαννουλέας, Κενό Αέρος

Όλο και πιο
συχνά
αναρωτιέμαι αν
υπάρχω.
Διαπερνώ τους τοίχους
με ευκολία,
τα κορεσμένα λεωφορεία
δεν είναι για μένα εμπόδιο,
χθες
ο αξιωματικός υπηρεσίας
αγνόησε την ύπαρξή μου.
Όλο και πιο
σπάνια
συναντώ μια χειρονομία
να με σταματήσει,
να διαλύσει για λίγοτα σύννεφα
που τη ζωή μου
αναπάντεχα κυκλώνουν.

* Από τη συλλογή “Απροσδόκητος κήπος”, Αθήνα 2005

** Ο ποιητής διατηρεί το μπλογκ http://lathrometanastis.wordpress.com/

Θέλω να σ’ αγκαλιάσω απόψε…

Δεν θα ήθελα μια άτακτη επιστροφή
σε παρελθούσες σκοτεινές διαθέσεις.
Ούτε θα ήθελα ύπαρξη που στροβιλίζεται
στο μηδέν και στο άπειρο να είμαι.
Κι ακόμα δεν θα ήθελα να φορώ
τη μάσκα κάποιου άλλου
και να παρακολουθώ δήθεν ανύποπτος
τα παιχνιδίσματα των γλάρων.
Δεν επιθυμώ να πληγώσω πρόσωπα
που δείχνουν τόσο άγονα
με έντονο το άγχος του θανάτου
ούτε και νά ‘ρχομαι κάθε τόσο στη σκηνή
παράταιρα και καταχρηστικά.
Θέλω να κυκλοφορώ μέσα στο χρόνο
με θαυμάσια άνεση
και μια εσώτερη αρμονία να με συνεπαίρνει,
με ρεαλιστικές λάμψεις μιας φλογερής αγάπης
και φτερά στη φαντασία.
Θέλω την αναπνοή μου να καλπάζει
με φυσικές ροές.
Θέλω να σ’ αγκαλιάσω απόψε…

* Από τη συλλογή “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.

Η λέξη που λείπει από ένα ανεπίκαιρο σονέτο

Αυτό που ακολουθεί είναι ένα ποίημα που γράφτηκε πριν από πολλά χρόνια, σχεδόν έναν αιώνα από σήμερα
Είναι ένα ποίημα του Κεφαλονίτη αναρχικού σατιρικού ποιητή Μικέλη Άβλιχου (1844-1917), που το έγραψε την άνοιξη του 1915, ενώ δηλαδή είχε ξεσπάσει ο μεγάλος πόλεμος που σήμερα ονομάζεται Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, κι ενώ τα σχέδια της Αντάντ για επίθεση στα Δαρδανέλια έβαζαν σε δεινή δοκιμασία την ελληνική ουδετερότητα.

Το ποίημα είναι το εξής:

Η Πόλη

(Το σονέτο ετούτο αν ήθελε έχω το σχετικό και την ελευθερία, θα το αφιέρωνα εις την Α. Υ. Τ. Χ. Υ. Α. Τ. Κ. Π. Γ.)

Δεν έσωνε η Ελλάδα μας μονή
…………… την Πόλη για να πάρει,
κι αφού την καταφέραμε διπλή
την κράζουν στα Μπουγάζια για φανάρι.

Απάνου κάτου και για ψαρτική
το ιστορικό να ψάλει το τροπάρι,
«τη Υπερμάχω» κι έτσι λάου-λάου εκεί
με την Αντάντ η Αρκούδα να μπουκάρει.

Κατακαημένη Πόλη, τ’ είναι τούτα;
(οπού για σε το Γένος αιώνες τρέμει),
Για ενός Ψευτομεσσία τη μεσιτεία,

και για μπαξίσι λίγη Μικρασία,
βγαίνοντας αφ’ του Τούρκου το Χαρέμι
να γένεις του Χαχόλου Μαντενούτα;

Continue reading

Αννα Νιαράκη, Οι ξεχασμένες μέρες

Ποιον αφορούν στ’ αλήθεια;
Σκεπασμένες νερά
Σε βυθούς ξεκουράζουν
Τα μέλη τους

Οι άλλες είναι που με ανησυχούν
Αυτές που έρχονται με ορμή
Αυτές που γεννιούνται τώρα
Που με καλύπτουν με τη λύσσα τους

Αυτές φοβάμαι.

Την καινούργια λύπη
Που ξεχειλώνει τα μάτια μου
Την καινούργια οργή
Που αναβλύζει αθεράπευτη

Θέλει καιρό η λήθη
Να κάνει τη δουλειά της.
Θέλει καινούργια κόλπα
τη μνήμη να ξεκάνει.

Να τη διαλύσει εντελώς
Να τη θρυμματίσει
Να μην θυμάμαι
πώς ενώνονται
Αυτά τα κομμάτια
Που σκόρπισαν
Ξανά και ξανά και ξανά

Να μην θυμάμαι τις ενώσεις θέλω.
Να ξεγραφτούν οι συνταγές.

Ολοι οι αρμοί να χάσκουν
ασυνάρτητοι

Κι αν είναι να ξαναδιπλωθώ
Ας γίνει αυθόρμητα
Εξώθερμα
Αργά

Χωρίς κατάλυση.

Θέλει χρόνο η λήθη να κάνει τη δουλειά της.
Να με ξεγράψει εντελώς απ’ το κιτάπι.

Κάτι τέτοιες ώρες νοσταλγώ
τις ξεχασμένες μέρες.
Μα δεν τις συλλογιέμαι και πολύ
μην τις ταράξω.

Μ’ αρέσει να τις σκέφτομαι
Γυμνές, άγνωστες, ξένες
Σε μπλε βυθούς ανάσκελα
Ν’ ατενίζουν το σκοτάδι.

* Το πήρα από το http://www.poema.gr/poem.php?id=354&pid=28
ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: http://antipoihsh.wordpress.com