Fernando Pessoa, Το ταξίδι

Μ’ αρέσει να ταξιδεύω, ν’ αλλάζω χώρες
Να είμαι πάντα άλλος,
Ψυχή χωρίς ρίζες.
Να ζω έξω από αυτά που βλέπω.

Να μην ανήκω σε κανέναν.
Ούτε στον εαυτό μου.
Να πηγαίνω μπροστά, ξοπίσω να παίρνω
Την απουσία κάθε σκοπού.
Και την επιθυμία μου να τον πετύχω.

Αυτό είναι για μένα το ταξίδι.
Αλλά εκτός από το όνειρο για το ταξίδι
Τίποτα από μένα δεν υπάρχει σ’ αυτό.
Όλα τα άλλα, γη κι ουρανός.

20-9-1933

*Από το έργο “Η μάσκα πίσω από τις μάσκες: Ποιήματα του ορθώνυμου Φερνάντο Πεσσόα”. Μετάφραση: Γιάννης Σουλιώτης.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Υπάρχω επιμόνως στο ξύπνημα

Ο ρυθμός της ζωής σου ανασαίνει δίπλα μου τα βράδια
και οι αρμοί έχουν πέσει από τα πλακάκια εδώ και χρόνια
βουλιάζουμε στο στρώμα
διαβάζοντας ο ένας στον άλλον τον μύθο του Σίσυφου
σαν παραμύθι για καληνύχτα
και ο Σεβαστιανός ακούγεται σαν ξηρά αχλύ

παίξε τη ζωή μας
απ’ όλα τα πληκτροφόρα
διάλεξε το πιάνο

ξέχασες πως τα ‘χω βάλει με τον θεό
που δε σταματάει να μου θυμίζει
τούτο το κακό που μου συμβαίνει;
Υπάρχω, κι όμως
μόνο όταν τον λησμονώ μας κοιτώ
φιλιόμαστε σαν έφηβοι
ξανά ερωτευμένοι
οι φλέβες μας χτυπούν
αυτοχειρία με αυτοχειρία

ο άγιός μου αφορίζεται κάθε μέρα
όταν μου φωνάζει
στη λησμονιά περισσότερο υπάρχεις
και στ’ αλήθεια
ήθελα να τον αφήσω να μ’ αγγίξει στο στήθος
σήμερα που τόσο λυπημένη
σκέφτηκα πως
υπάρχει και εκείνος
που ξεκρεμάει τον νεκρό από την αγχόνη

*Από τη συλλογή “Μαρμαρογλυφείο [Shine], εκδόσεις στίξις 2022.

Σεβαστή Τρουμπέτα, Τρία ποιήματα

Ευγνωμοσύνη

Έπεφτε ένα αστέρι
και ζήτησα συγγνώμη,
που η πρώτη μου σκέψη ήταν να κάνω μια ευχή
ενώ ζούσα την πλήρη ευτυχία.

*

Απορία

Τόσες τρύπες, πού τις είχε ο ουρανός!
Πώς μου φάνηκαν αστέρια που ακτινοβολούσαν φως;
Τρύπες που έσταζαν απόνερα…
Πώς με ξεγέλασε έτσι ο ουρανός…
Θα ’ταν που κοίταζα ψηλά
ενώ πρόσεχα μην πέσω στις λακκούβες.
Να δεις που μπέρδεψα τον πάτο του κόσμου με τον ουρανό.

*

Δεσμοί

Μεγάλωνες αόρατο
και ήσουν δικό μας,
κοινή προβολή μας στο μέλλον.

Έπαψες να μεγαλώνεις
και ήσουν αποκλειστικά δικό μου,
Μια απειλητική μάζα
να σαπίζει πνιγμένη σε σκοτεινή μήτρα.

Μια μοναχική απειλή
που δεν μοιράστηκε στα δύο.
Όπως ο θάνατος.
Δεν μoιράζεται στα δύο.
Πιο εύκολα διπλασιάζεται.

*Από τη συλλογή “dromali”, εκδόσεις η βαλίτσα, 2023.

Αλεξάνδρα Β., Ιερόν πτολίεθρον

Φώτο: Alex Alex

Αχάραγα έφτασαν με τους πολιορκητικούς κριούς
Κονιορτός υψώθηκε
Λαίλαπα
Ατάκτως ερριμμένα
Το αρχέγονο κλίμα
Ο ίασμος
Γειά σας, είπε
Κι απέμεινε
Εκεί στη γωνιά να θυμίζει
την τρωαδίτικη ιστορία

Λιάνα Σακελλίου, Sequentiae, Ακολουθία Ι

καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ρομφαία
Οκτώβριος 1566

Δουλεύω
ὡς ἀργὰ τελευταῖα.
Οἱ ἀστέρες γυρίζουν καὶ κάτι
μυστικό φωτίζουν στὸ ἐργαστήρι.

Στὴν ἐκτέλεσή του
τὸ πινέλο ξέμενε ἀπανωτά
καὶ νὰ πῶς πέφτει τὸ βυσσινί
βελούδο καὶ στὶς σκούρες πτυχώσεις
παρμενίδειες ἀπειρόγαμες πτυχές.

Σταματώ
λιγάκι παραπάνω
νὰ μείνω μαζί σου, το
μέσα φῶς νὰ γίνει έξω.
Η θάλασσα φουσκώνει, σὲ θύελλα
κι ἐσύ, δὲν μοῦ πεθαίνεις ἐν εἰρήνῃ. Ακόμη λίγο
μοῦ ἀντέχεις; Φασκιώνω -τὸ γελᾶς; τὴν ἀνάληψή σου.

Στη νεκρική
κλίνη γίνεσαι λίμνη,
σοῦ ἁπλώνω ἀμβρόσιο πέπλο.

Οι φίλοι
ἀπὸ τὴν πρωτινὴ ζωή
τὰ κεφάλια γυρνοῦν ἀμήχανα.
Μέσα στὴν ἔνταση τοῦ δεσμοῦ
ἔχουν σπεύσει προτοῦ μείνεις ἀπούσα.

Μικρομάνα
ἐσύ, πιὸ τρυφερή
ἀπὸ ποτέ, μιὰ τέτοια
μέρα ρούφηξα τὴν ἀνάσα
σου, όπως ζήτησες, ὡς τὸν ρόχθο.

Η ρομφαία τοῦ
Συμεὼν ἐκεῖ ἔμεινε,
ὅσο ἔζησες τὴν ἀπόσταξες.

Διάφανη
κι η ζελατίνη
ἀπὸ δέρμα κουνελιών,
οἱ καλφάδες φαρμακώνονται
μὲ τ’ οξείδιο τοῦ μολύβδου χωρίς
νὰ τὸ ξέρουν -lacrimae rerum-,
το βλέμμα τους πρὸς ἐμᾶς; Ποὺ τὰ κοιτάμε;

Τα πρωινά
συχνά στάθηκα
ἀσάλευτος μπροστὰ στὶς
φορητὲς τοῦ Τιτσιάνο στὰ ἀλτάρια τῶν ναῶν
καὶ τοῦ Μπελλίνι στὴν Παναγία τῶν Σταυροφόρων.

Ερμινοντυμένο
γαστάλδο ἤδη μὲ λένε,
ὁ βοριάς θὰ μ’ εύρει στο
Βολτόνε μάρτυρα παρακαλετό –
μαΐστρος σγουράφος ό Κρής,
μαύρη γενειάδα συνήθους ἀναστήματος.

Τὸ θέμα ποὺ
ἐπέμενε ἀπέθαντο
τὸ ἄφησα τελευταίο. Τὸ Ἅγιο
Πνεῦμα, ὁ Υἱὸς καὶ ἡ ἀναγεννώμενη
Μητέρα, καθηλωμένη ὅμως ἀπὸ τὸ βλέμμα
τῶν ἀντρῶν ποὺ συνάχτηκαν τη νύχτα τῆς ξαγρύπνιας.

Ἀπὸ τὴ συντεχνία
του Αγίου Λουκά οί φίλοι
ποὺ τὴν παράστεκαν ἐνῶ ἐγώ
ἀγκίστρωνα τὴν ψυχή της. Ποιός ήταν ἀπαθής;

To πικρό
κλάμα τῆς Μαρίας
ἀπὸ τὰ Μάγδαλα τό ‘σβησα
κάτω ἀπὸ τὸν λαζουρίτη. Τέλος όχι.

Ἀν τὴν ἔνιωσα
λιγάκι ἀνυπεράσπιστη,
Ἀν τῆς ἔβαλα βέρα, θὰ τὴν
ὁδηγοῦσα ἀργὰ πρὸς τὸν χρυσό
ἀπάνω κάμπο. Αὐτὴ ἦταν ἡ θεογονία μου 

Τῆς σταύρωσα
τὰ χέρια στὸν θάλα
τοῦ διαφράγματος, δεόμουν
στὴν ἐκπνοή της. Παλμοὶ ψυχῆς
στὸν διάχυτο ἀέρα ποὺ ἀναπνέαμε μαζί.

Αίφνης
ἀνοίγουν οἱ οὐρανοί,
γεμίζει ἡ νύχτα χρυσάφι,
τὰ νέφη γεμίζουν ἀποστόλους
ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς γῆς – δὲν πρέπει
νὰ ξεχάσω κανέναν. Καὶ μετὰ οἱ συσπάσεις.

Μὲ γαλακτώδη
ύλη το πινέλο μου
ἐπίστρωσε τὴ συλλογική
προσωπογραφία. Οι κινήσεις καὶ
ο χώρος σὲ παραμορφωμένα πρόσωπα
ἀσύλου θα ξανάρθουν. Ίσως ἐκεῖ νὰ ξαναβρῶ τὴ
ζοφερότητα τῆς νήσου τῆς μεγάλης, τῆς πλούσιας.

Βαθύ βιολετί
η φλόγα στα τρία
μονόκηρα. Στο μεσαίο
στη βάση κάπου θὰ ὑπογράψω
μὲ κεφαλαία βυζαντινά Ο ΔΕΙΞΑC

Ο κόσμος
στη μέση. Πρῶτο
πλάνο οἱ μυροφόρες Χάριτες
τοῦ μπρούντζινου κηροπηγίου. Μήπως
κομίζουν γυμνόστηθες τὸν πυρήνα του Αδη;

Λέγω ἀπορροφά
ἡ ἀφήγηση, Δομήνικε,
οἱ ὀγκηρὲς ὀρθὲς μορφὲς τῶν
ἀποστόλων, τὸ ἐπουράνιο ταξίδι
τῶν ψυχῶν εἴτε alla greca ή alla latina –
μιὰ φαινομενικὴ ἁπλότητα.

“Eξω από τη serliana
στήνονται διάλογοι έπους –
κονταρομαχίες μὲ τὰ βάσανα τοῦ ἔρωτα μὲ τὸ αἷμα
τέτοια χορεία! Σκουπίζω τὸν χρωστήρα στὸ ἄσπρο κουρελάκι.

Παλλόμενες μορφές
τοῦ νοῦ οἱ ἄγγελοι προτού
τὰ ὑφάσματα καὶ τὰ φτερὰ ἀπὸ τὸ
βάρος πέσουν καὶ τὸ ἀφηρημένο ἐνσαρκωθεί.

Προφήτες
Ἐπίσκοποι Ἅγιοι,
πράσινο καὶ καστανό
τοῦ μαγγανίου, τὸ βαθυγάλαζο
τοῦ κοβαλτίου, τοῦ πορφυρίτη τὸ ἐρυθρό.

Ακάλεστος πάλι
μὲ τὰ πόδια τεντωμένα
μπροστά, τὰ φτερὰ διπλωμένα
πίσω στὴν πλάτη καὶ τὰ ἁρπακτικά νύχια
διευρυμένα, γραπώνει τὸν ὄφι ὁ χρυσαετός,

Ακούω
φτεροκόπημα
στὸ πύκνωμα χωρίς αέρα.
Ἐν σκέπῃ τῶν πτερύγων σου ἐλπιοῦσιν
Κάτι γλιστρά στη σκιά. Αργὰ φυσῶ τὸ κερί.

Όταν θα μπω στό
ἐνύπνιο, θα ταξιδεύω
στη Γαληνοτάτη ὡς ξένος
προσήλυτος. Θα ξαναβρώ κυπαρίσσια,
ἐλιὲς καὶ τὰ πλατύφυλλα πλατάνια του
Χάνδακα. Αμέσως θὰ ξαναπιάσω τὴ Maddalena,
penitente αὐτὴ τὴ φορά. Θα πίνω μαλβαζία ἀνέρωτη,

Θά γίνω pictor
a cartibus δίπλα στον Τάγο
γιὰ τὰ θαύματα. Καλὲς οἱ συστάσεις.

Φρόντισα τὰ πάντα.
Νὰ τῆς προξενούσαν κακό
τὰ γουβιάσματα τῶν κυμάτων;
Δεκέμβρη τὴν παρέδωσα. Μοῦ ἦρθε ὁ
Ψαριανός μεγαλέμπορας γεμάτος ικμάδα.
Στάθηκε ώρα πολλὴ ἐκεῖ. Έμοιαζε νὰ προσεύχεται.
Επανέλαβε χαμηλόφωνα Η Κοίμησή Της διπλός θάνατος.

Θὰ κόψει μιὰ
τούφα ἀπ’ τὰ μαλλιά μου,
θὰ πλάσει μιὰ μπαλίτσα ἁγιοκέρι,
θὰ τὴν κολλήσει πίσω ἀπ’ τὴν εἰκόνα.

Aκολούθησε
αστραπή, χλιμίντρισμα
ατίθασο τοῦ ἀλόγου, χρύσισαν
τὰ δουκάτα. Πήρε νὰ βρέχει. Έφυγε
εὐχαριστημένος. Φεύγουν ήσυχος.
Τόδε εστί συναλλαγή.

*Από τη συλλογή “Sequentiae”, εκδόσεις Gutenberg, 2021.

Γιώργος Κουτούβελας, Πληθωρισμός

Εκείνος που πηγαίνει στον φούρνο
και μετράει τα κέρματα με
τα δάχτυλα στην τσέπη για
να μην τον δουν
—από ντροπή—
δεν προσπαθεί να βρει το
αντίτιμο του ψωμιού, μονάχα
ξεπληρώνει
το πρόστιμο της φτώχειας του.

Κι η φτώχεια ξέρει καλά από πληθωρισμό.

Όσο ακριβαίνει η ζωή
τόσο φτηναίνουν τα όπλα.

*Από το βιβλίο “Όσο ακριβαίνει η ζωή τόσο φτηναίνουν τα όπλα Ποιήματα 2005-2024”, εκδ. Ενάντια.

Dylan Thomas, Νοστάλγησα να φύγω μακριά

Νοστάλγησα να φύγω μακριά
Απ’ το σφύριγμα του ξοδεμένου ψέματος
Και απ’ της παλιάς φρίκης την ασταμάτητη κραυγή
Που γίνεται όλο και πιο τρομαχτική καθώς η μέρα
Γέρνει πάνω απ’ το λόφο μέσα στη βαθειά θάλασσα
Νοστάλγησα να φύγω μακριά
Από την επανάληψη των αποχαιρετισμών,
Γιατί εκεί είναι φαντάσματα μες τον αγέρα
Και ηχώ στοιχειωμένη στο χαρτί.
Κι ο κεραυνός από επικλήσεις και σημειώσεις.

Νοστάλγησα να φύγω μακριά όμως φοβάμαι·
Κάποια ζωή, αξόδευτη ακόμα, μπορεί να ξεπηδλησει
Απ’ το παλιό ψέμα που καίγεται στο χώμα,
Και τρίζοντας μες τον αγέρα, να μ’ αφήσει μισότυφλο.
Ούτε απ’ της νύχτας τον αρχαίο φόβο
Το χωρισμό του καπέλου απ’ τα μαλλιά,
Χείλια ρυτιδωμένα στο τηλέφωνο
Θα πέσω στου θανάτου το φτερό.
Απ’ όλα αυτά δε θα με νοιάξει να πεθάνω,
Μισός συμβιβασμό μισός ψέμα.

*Μετάφραση: Στέφανος Ροζάνης – Τάσος Πορφύρης.
**Από το βιβλίο “Μεταφράζοντας”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάρτιοε 2022.

Ηλίας Ν, Μέλιος, Δύο ποιήματα

Artwork: Περσέας Ρίζος

ΜΕΘΩΝΗ

αχ όμορφε Μωρηά,
αφ’ ότου σ’ άφησα δεν σε ξανάδα πια

κύκλος η ζωή
ηρώων μνήμης και μνήμα συνείδησης
σκούζει σαν τζίτζικας
και ως ο μέρμηγκας κλέβει
καθώς φύλλο δεν κουνιέται
και η ανάσα λειψή καλοκαίρι
ζητιανεύει ζωή – τετράγωνη λογική
με μουσικές χτισμένες σε ήχους αυτοκινήτων
και ψιθύρους παιδιών
παίζει
σπάζει τις πλάκες
της πλατείας στη Μεθώνη
μάς κερνά πετιμέζι
καλαματιανό γλυκό ρακί
λουκούμι και νερό
παίζει
και στη χαρά μας βάζει φτερά
στα πόδια καὶ πετά πάνω απὸ τα κάστρα
προς τις θάλασσες του Μωρηά 

*

ΤΟ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ

της Κ. Τζ.

τα λόγια πνίγηκαν στην ομίχλη

η φωνὴ του ανθρώπου ψάχνει να βρεί
γλώσσα να μιλήσει ἵνα ἐν ώσιν
δεν ακούγεται τίποτα – χαράζει
τα γύρω βουνά τρίκορφα πλημμυρίζουν σιωπή

κινούνται σκιές και χάνονται στα τείχη
στο μοναστήρι των αγίων Αυγουστίνου και Σεραφείμ
διωρίδος ὁ ήχος τῆς καμπάνας – οπτασία
μόλις που βλέπω
αφήνομαι στὸ έλεος το νέο ξημέρωμα 

*Από τη συλλογή “Αλ-αγωνία”, έκδοση “Δυτικές Ινδίες”, Ιανουάριος 2017.

Nicanor Parra, Παίρνω πίσω ό,τι έχω πει

Πριν σας αφήσω χρόνους
Περιμένω την εκπλήρωση
Της τελευταίας μου επιθυμίας
Μεγαλόψυχε αναγνώστη
Κάψε αυτό το βιβλίο
Δεν έχει καμιά σχέση με ό,τι ήθελα να πω
Αν και γράφτηκε με αίμα δεν είναι διόλου
Αυτό που ήθελα να πω
Ο κλήρος που μου ‘λαχε βαρύς
Ηττήθηκε από την ίδια μου τη σκιά
Οι λέξεις μ’ εκδικήθηκαν
Συγχώρα με αναγνώστη
Που δεν μπορώ να σ΄ αποχαιρετίσω
Αγκαλιάζοντάς σε σ΄ εγκαταλείπω
Μ’ ένα βιαστικό και λυπημένο χαμόγελο
Και με τα τελευταία μου λόγια:
Παίρνω πίσω ότι έχω πει
Με τη μεγαλύτερη πίκρα του κόσμου
Ανακαλώ ότι έχω πει.

*Μετάφραση: Τάσος Πορφύρης.
**Από το βιβλίο “Μεταφράζοντας”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάρτιος 2022.

Σπύρος Μεϊμάρης, Τρία ποιήματα

Φωτογραφία: real cantu

ΜΙΑ ΠΟΡΕΙΑ

Μια πορεία.
Ένα σκοτάδι που κινείται.
Ανακατάταξη.

Φως εκεί που δεν υπάρχει.
Γνωστή φωνή.
Είσοδος στη λόχμη.

Το σόλο μου.
Φτώχεια και κουρέλια.
Περιήγηση.

Έξω από το παράθυρο.
Ακίνητος.
Συγκεντρωμένος.

Το ταξίδι μου στις παλιές γειτονιές.
Τα φθαρμένα ξεχασμένα κτίρια
την αγάπη μου όλη είχαν.

Εκεί που δεν το περίμενα εμφανίστηκαν.
Δεν είχα τίποτε άλλο να ζητήσω,
είχαν όλα θαυμαστά εκπληρωθεί.

Ήλθαν όλα απρόσκλητα.
Τα βιολιά και οι τρομπέτες
σήκωσαν ψηλά τον ουρανό.

Εκείνη η φωνή που λάτρεψα,
τρύπησε την ψυχή μου.
Έσταξε μέλι μέσα της.

29 Ιανουαρίου 2012

*

ΟΛΕΣ ΟΙ ΜΟΡΦΕΣ

Και όλες οι μορφές που εμφανίζονται μαζί σ’ αυτό το έργο
είναι οι συνειδησιακές μορφές του δικού σου έργου,
με τους δικούς σου ηθοποιούς.

Και τα σκυλιά που γαβγίζουν τα βράδια και θα γαβγίζουν
για πάντα στο δικό σου έργο-είναι
τα σκυλιά της συνείδησής σου.
Είναι η ατέλειωτη νύχτα επί το έργον.

6 Νοεμβρίου 2012.

*

ΤΑ ΚΑΤΑΦΕΡΝΩ

Τα καταφέρνω κάπως νομίζω. Έτσι είναι.
Ξέχασα τα παλιά, ακόμη και πριν από ένα λεπτό.
Θυμάμαι μόνο κάτι στιγμές περιούσιες, στολισμένες.
Ο κόσμος έξω είναι ψεύτικος, αυτό βλέπω.
Με βοηθάνε κάτι περίεργα πράγματα.

Καθισμένος στην παλιά μου καρέκλα ονειρεύομαι.
Κοιτάζω γύρω μου και τι βλέπω;
Όλα τόσο φτωχικά από εσώτερη φλόγα.
Πέρασαν τόσα πολλά που είχαν κάτι πάνω τους.
Υπάρχουν όμως και άσχημες στιγμές.

23 Νοεμβρίου 2015

*Από το βιβλίο “Επίλεκτα ποιήματα και άλλα κείμενα (2012-2022), εκδ. Opportuna, Πάτρα 2023.