Ελισσαίος Βγενόπουλος, Αλεξάνδρας

Η ανησυχία είχε σκαρφαλώσει
στην άκρη του μυαλού του
όπως τ’ αγριοκάτσικο
στην κοφτή ανηφόρα
των ξεχασμένων γεγονότων

Μηρύκαζε τη μέρα του
και τις εσοχές της μοναξιάς του
χτυπούσε το ‘να πόδι
στις τεθλασμένες σκεπές
των ξεχασμένων αναστολών
και στήριζε τ’ άλλο
στις λείες επιφάνειες
των απόκρημνων συγχύσεων

Ένιωθε κόμπο στο λαιμό
τις θειαφένιες απολαύσεις
τις εύφλεκτες νοσταλγίες
και τις αιμόφυρτες επικρίσεις

Τσαλαβουτούσε στην άσφαλτο
και τα γεγονότα που ήταν να έρθουν
Έμοιαζε προφήτης, λασπωμένος ως τα γόνατα
του εφικτού
Βύζαινε τις λιμναίες ενστάσεις
κι άπλωνε τα χέρια να συνορεύσει
με τις πρόστυχες μέρες,
τις συρμάτινες φτερούγες του ανυπόστατου
και την οχλοβοή των νεκρών φαντασιώσεων

Αργά πέρασε η σκιά της
τρώγοντας ξεροκόμματα
από το τεμαχισμένο παρελθόν του
και μασουλώντας τα τροχισμένα νύχια των αναγκών του
Ύστερα η σκιά χάθηκε στη γλίτσα της ασφάλτου
παρασύροντας μαζί της
τον υποταγμένο, λασπωμένο προφήτη

25.2.12

Θα μπορέσω ποτέ…

Θα μπορέσω ποτέ να πλάσω
την παιδικότητά μου
σ’ έναν ρυθμό τόσο ριψοκίνδυνο,
με ποταμούς ιδρώτα
και σταγόνες αίμα,
που στη στιγμή ξεραίνεται
σε πληγές ανεπούλωτες;
Θα μπορέσω έτσι ανυπεράσπιστος
σε πέτρινες ακίδες
που χαρακώνουν τα πόδια μου,
σε κοφτερές λαιμητόμους
που ακρωτηριάζουν ακαριαία,
να πλάσω αυτό το χαμόγελο
της παιδικής αθωότητας;

*Από τον κύκλο ποιημάτων “Ηλιοβασιλέματα” που γράφτηκαν στην Ικαρία τον Ιούλη του 1990.

Θύμιος Χαραλαμπόπουλος, Στους Αβοριγίνες μικρούς μου φίλους

Στους Αβοριγίνες μικρούς μου φίλους
(Του χωριού Warrabri Alice Springs)

Τα κοίταγα που κάθονταν έξω απ’ τις τσίγκινες καλύβες
με τα μεγάλα τους μάτια να βουλιάζουν γεμάτα απορία.
Με τη θλίψη κρεμασμένη στα λερωμένα χείλη τους.
Το βλέμμα τους δεν οδηγούσε πουθενά
Ο νους τους χανότανε στο άπειρο…
Εκείνη τη στιγμή γροίκησα την καρδιά τους
να χωρίζεται από το σώμα τους.
Αφουγκράστηκα τον αναστεναγμό τους
Να ξεσκίζει την καρδιά της ημέρας…
Μέσα σ’ αυτό το μελαγχολικό τοπίο
Αφήνοντας για λίγο τις σκέψεις τους τα είδα να χαμογελούν
Και τα χέρια τους να τρανεύουν σαν τους πανύψηλους
Γειτονικούς ευκαλύπτους…
Μόνο για μια στιγμή ξεχαστήκανε…
Μετά, στ΄ ακροδάχτυλά τους σμίλευαν βελόνες
Και βάλανε νήμα πάλι τη θλίψη τους…

Η πορεία τους μέσα απ’ τα βάθια των αιώνων
ατελείωτες σειρές
από αλυσίδες, σχοινιά και δηλητήρια
δένουνε σφιχτά τους ευκαλύπτους
τα τσίγκινα καλύβια
σφιχταγκαλιάζουν τ’ αδύναμα κορμάκια τους
τα δένουν το ένα με τ’ άλλο με εκατοντάχρονους
πολεμιστές, θύμησες παλιές, πίκρες, πόθους και καημούς!…

Πάνω απ’ τις τσίγκινες καλύβες αργά-αργά ανάβουν τ’ άστρα.
Ίσκιοι θαμποί τρεκλίζοντας στο θλιμμένο κλάμα του βοριά
αναδεύουνε στους χωματόδρομους.
Ψηλά, κοπαδιαστά τ’ αγριοπούλια με θολωμένα μάτια
κίνησαν να κουρνιάσουν…
Λίγο πιο κει, ο Εντομήν ο καπετάνιος
χωρίς γαλόνια και χωρίς ναυτικό καπέλο
τρεκλίζοντας επιμένει πως ταξιδεύουμε
σε ανύπαρκτη θάλασσα και ανύπαρκτο πλοίο.

Το φεγγάρι ολόγιομο πρόβαλε αδίστακτο και αυτό
Και λεηλατεί τη μοναξιά τους…

Δύο αιώνες τώρα ζούνε τη σκλαβιά
στο όνομα της ελευθερίας.
Ζούνε την αδικία
στο όνομα της δικαιοσύνης.
Δύο αιώνες τώρα οι ελπίδες τους
Κουλουριασμένες οχιές σφίγγουν τα όνειρά τους…

Σίμωσα πιο κοντά στ’ άπλυτα παιδιά
Ρώτησα:
Ποιο όνειρο είχαν δει
Το περασμένο βράδυ.
Κι αυτά σώπαιναν
όπως ο χοντρός Βούδας σωπαίνει
μπροστά
σ’ ανθισμένη αγριοκερασιά.
Κείνη τη στιγμή
η θλίψη των ματιών τους
σκότωσε το θάνατο….

Μικροί μου Φίλοι
με την αοριστία
των πληγωμένων χεριών μου
σε ποιες παλάμες να κλείσω τα προδομένα όνειρά σας;
Σε ποιες παλάμες;

Σε τούτο δω το τοπίο
με τους τραχείς κοκκινόχρωμους δρόμους
Όλοι εμείς οι «δήθεν» πολιτισμένοι
έχουμε να μοιραστούμε
το ένοχο μετρικό μας.

*Ο Θύμιος Χαραλαμπόπουλος είναι ποιητής και ζει στη Μελβούρνη. Είναι πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Λογοτεχνών Συγγραφέων Αυστραλίας. Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Νέος Κόσμος”, Δευτέρα, 26 Μάρτη 2012.

Σβουνιές

Ο τρίτος δρόμος είχε αυτούς τους σκοτεινούς υμνητές της αγοράς. Ο τρίτος δρόμος είναι στρωμένος με σβουνιές. Τον Μίμη Ανδρουλάκη που περιμένει προτομή μετά θάνατον, τη νευρωτική αμαζόνα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης Μαρία Δαμανάκη, το Μπίστη, τα τρωκτικά του Κουβέλη κάτι καμένους πανεπιστημιακούς που συνεδριάζονται ακαταπαύστως. Ο τρίτος δρόμος άρχισε να γίνεται λεωφόρος το ογδόντα, όταν ο Κύρκος βγήκε στους δρόμους με μια σημαία να πανηγυρίσει τη νίκη του λαού, δίνοντας το μήνυμα στη νέα εξουσία που ξημέρωνε.

Ο Λεωνίδας έγινε ο ροζ πάνθηρας της αριστεράς, δίνοντας το σύνθημα στις μεγάλες φίρμες να εξαργυρώσουν τα πολυτεχνεία και τις νομικές. Απʼ τους διανοούμενους που φυλλορρόησαν στο ίδρυμα Φορντ και τα γιουσουφάκια της αριστερής καλλιτεχνίας ξεμπούκαραν τα νέα τζάκια. Λιμασμένοι για καρέκλα ξέχασαν τη βαρβαρότητα της εξουσίας, δίνοντας άφεση στον αμερικανοκίνητο πασοκικό μηχανισμό προπαγάνδας, που επί χρόνια κατήγγειλαν για κλοπή συνθημάτων, οραμάτων και ψηφοφόρων.

Το ΠΑΣΟΚ στήθηκε πάνω στην «προσαρμοσμένη ηθική» στελεχών της αριστεράς. Μιας αριστεράς των σαλονιών, που η μαγιά της ήταν παιδάκια των αστών που για να τη σπάσουν στη μαμά και το μπαμπά γράφτηκαν στο κόμμα. Αρχίζοντας απʼ τα κουπόνια και την αφισοκόλληση έφταναν στο ρετιρέ της κεντρικής επιτροπής. Οι ρητορείες και τα χρυσά σκάγια σημάδευαν όλο και πιο πολύ τις φτερούγες του λαού.

Το σύνθημα της εξουσίας ήταν «αγοράστε συνειδήσεις». Και οι συνειδήσεις αγοράζονται με λίγα ψίχουλα καλοζωίας. Με επιδόματα, αγαθά στα ράφια και τουρισμό με κουπόνια. Ο κόσμος, ο λαός, η βάση αφέθηκε στο χάδι του ηγέτη. Ο ηγέτης πετούσε σπίθες στη λαοθάλασσα. Η λαοθάλασσα άρχισε να κάνει τις δουλειές με το γνωστό του γνωστού. Απʼ το δεξιό περάσαμε στον πασόκο κομματάρχη. Στις υπηρεσίες άρχισε να γίνεται το μεγάλο μακελειό. Τα χαρτοφυλάκια άλλαζαν χέρια. Απʼ την παραδοσιακή άρχουσα τάξη όμως δεν πειράχτηκε τρίχα. Απλώς δημιουργήθηκε μια νέα τάξη-οχυρό, που κατέληξε να κυβερνά με αποκορύφωμα τον πολιτικό βερμπαλισμό του εκσυγχρονισμού που οδήγησε στο φιάσκο των ολυμπιακών αγώνων και της ανάπτυξης.

Τα μειράκια του πολυτεχνείου έγραψαν το πρελούδιο του νέου καπιταλισμού. Βγήκαν μπροστά για να σαρώσουν τις όποιες σαθρές κατακτήσεις. Οι πρώην συνδικαλιστές απʼ τον άμβωνα της ΓΣΕΕ τώρα χορεύουν σάμπα στο Βερολίνο. Είναι η εμπροσθοφυλακή της νέας χούντας. Μαζί με την λεγόμενη δημοκρατική αριστερά που εποπτεύει τα απολίτικα κινήματα θα βάλει πλάτη στο να ξεπεράσει το σύστημα την κρίση του.

Ο φασίστας της ακροδεξιάς είναι μια ευδιάκριτη φιγούρα στο πολιτικό φάσμα. Ο φασίστας όμως της κεντροαριστεράς είναι μασκαρεμένος. Δεν έχει στα χέρια όπλα και σιδερολοστούς, δεν στήνει στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους λαθρομετανάστες. Οι σιδερογροθιές του είναι αθέατες. Ξέρει να κουμαντάρει τη λαϊκή οργή. Στη σκακιέρα του στήνει προβοκάτσιες, συσσίτια, κοινωνικά παντοπωλεία. Ανταλλάσει σπόρους, ρούχα, κάνει τους νέους μαϊμούδες του χαζοχαρούμενου ευ ζην, διδάσκει πως πρέπει να ζήσουν με λιγότερα, να περνάν γριές απέναντι, να κάνουν δια βίου καλές πράξεις, να μην αντιδρούν, να μην πολεμούν, να μην διαμαρτύρονται, να μην οργανώνονται. Να μην πετάνε πέτρες στις βιτρίνες της ελεημοσύνης των πλουσίων που απαιτούν περισσότερα πλούτη, να μην εξεγείρονται στο σχολείο-κάτεργο, στο μεσαίωνα της ανάπτυξης που έρχεται, στην κυρίαρχη ιδεολογία που τους θέλει δουλοπάροικους και τροφοσυλλέκτες.

Η λεγόμενη δημοκρατική αριστερά είναι το ανάχωμα της κυρίαρχης τάξης. Είναι η παραφυάδα ενός χώρου μέσα στον οποίο διεξάγεται ένα ανοιχτός πόλεμος μεταξύ ολοκληρωτικά αντιτιθέμενων ομάδων. Πόλεμος βαφτισμένος ως «εσωκομματική δημοκρατία» που καταλήγει πάντα σε διάσπαση, αφού στην πραγματικότητα η «προσαρμοσμένη ηθική» αυτών των στελεχών προσβλέπει πάση θυσία στην κατάληψη κυβερνητικού θώκου. Ο Ανδρουλάκης, η Δαμανάκη, ο Μπίστης αποτέλεσαν την εμβληματική αγία τριάδα αυτής της συναλλαγής. Το κατεστημένο τους προώθησε, τους έδωσε βήμα, δημοσιότητα. Παρόλʼ αυτά τους κρατούσε πάντα στον προθάλαμο για την κυβερνητική λάντζα. Τροφή για τα κανόνια της αντιπολίτευσης και αποδέκτες της λαϊκής οργής.

Αν ο Ανδρουλάκης δεν πατήσει το απαραίτητο γλείψιμο στον εκάστοτε αυτοκράτορα του ΠΑΣΟΚ, ο Καστανιώτης δεν θα του τυπώσει βιβλίο κι ο Καψής δεν θα τον ξαναπάρει τηλέφωνο, ο Πρετεντέρης δεν θα τον ξανακαλέσει στο μέγκα κι η Τρέμη δεν θα του ξαναμιλήσει στη Λυρική. Κανένα στέλεχος του ΠΑΣΟΚ δεν έγλειψε με τόση σπουδή και τόσο πάθος. Απʼ τον εκσυγχρονιστή Σημίτη ο Μίμης έγραψε διθυράμβους για τον μεταρρυθμιστή Παπανδρέου και τώρα ύμνους για τον ανανεωτή Βενιζέλο.

Βεβαίως ο Μίμης δεν είναι μόνος. Μια ολόκληρη διανόηση της πορδής, ένας συρφετός από αριβίστες, έχοντας προίκα τον αριστερισμό της εφηβείας τους μπουκάρουν σε τηλεοράσεις, εφημερίδες, ραδιόφωνα. Αποβλακώστε το κοινό. Διαιωνίστε τις εξαγορασμένες συνειδήσεις. Η δημοκρατική αριστερά είναι εδώ. Οι φωτισμένοι, οι δημοκράτες. Οι πρώην ευρωκομουνιστές που ξέπεσαν σε εξώγαμα της Θάτσερ.

Μα προς θεού να φύγουμε απʼ το ευρώ! Το ιερό ευρώ, το άγιο το ζωοποιό το ευλογημένο ευρώ! Δεν υπάρχει ζωή μετά το ευρώ. Τα χωράφια θα γίνουν στείρα, η θάλασσα δεν θα βγάζει ψάρια μετά το ευρώ. Τα αρνιά και τα κατσίκια δε θα τρώγονται. Οι αγελάδες δε θα κατεβάζουν γάλα. Μετά το ευρώ ο άντρας δεν θα έχει στύση κι οι γυναίκες θα είναι στέρφες. Χωρίς το ευρώ έρεβος και κατακλυσμός. Θαʼ ρθουν οι κουμουνιστές να σφάξουν τα παιδιά σας. Θα σας πάρουν τα σπίτια, τα αυτοκίνητα, θα σβήσουν τον ήλιο, θα σας ψεκάζουν με μπαϊγκόν.

Ζήτω λοιπόν η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Ο οίκος μούντις, η γκόλντμαν σάξ. Ζήτω ο Μόντι, ο Παπαδήμος, ο εθελοντισμός. Ζήτω η δημοκρατική μας αριστερά, ο τρίτος δρόμος. Οι στελεχάρες.

Ω καθηγητάκο της Παντείου, φιλόσοφε του μεσονυχτίου που περιμένεις υπομονετικά το υπουργείο σου, σε παρατηρώ, κινήσεις ζυγωματικών, σπάσιμο μέσης, τσαλίμι φωνής. Έτοιμος να καρποφορήσεις γενοκτονία. Να πετάξεις τʼ αποφάγια σου στων καιρών τη μανιασμένη θάλασσα.

*Κείμενο και φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://dromos.wordpress.com

Στρατής Παρέλης, Σκληρός σαν ένα κάντο που δικαίωσε τον Πάουντ

Σπάζουν με θόρυβο οι τζαμαρίες
το προάστιο μυρίζει θλίψη
οι ιδέες είναι μη εφαρμόσιμες, οι ανθρώπινες επιδιώξεις
είναι σαν ένα χαλασμένο ρουλεμάν
που όπως και να μην το θες εκείνο θα τσιρίζει
μόλις αρχίζοντας να είναι κατανοητός για σένα ο κόσμος
αυτός.

Και αυτό που είσαι, από κολασμένο ένα κάτι
πως δεν θα το μάθεις ποτέ πόσο ελπίζει
να έσφαλε η μοίρα και να γίνεται ξανά να κερδίσει
σε μέλλοντα χρόνο παράδεισο.

Πάνω από τα υψίπεδα που έφτασε μια μέρα το μυαλό σου
να δει μια ανεμώνα που εκεί επέμενε
να ζει και μόνη της την ομορφιά να αξίζει.

Νιώθεται ο χρόνος που δεν σε λυπάται ούτε.
περνά σαν ειμαρμένη πάνω σου.
Σκληρός σαν ένα κάντο που δικαίωσε τον Πάουντ
με θραύσματα πολιτισμών να φτιάξει μία πολυσύνθετη εικόνα.

Κλάψε γιατί αυτό που κατορθώνεις πάντα
σαν ένα τίποτα που σε ρημάζει είναι
κλάψε γιατί αν θες, ανθίζει ο ουρανός
κλάψε- οι θεοί σου απιστούσαν πάντα και το υποπτευόσουν
κλάψε- είσαι ο νικητής του άθλιου θνητού σου συμπεράσματος…

15.2.2010

*Ποίημα και φωτογραφία της ανάρτησης από το http://stratisparelis.blogspot.com

Octavio Paz, Ύμνος εν μέσω ερειπίων

όπου αφρισμένη η θάλασσα η σικελική…
Γόνγορα

Αυτοστεφανωμένη η μέρα απλώνει τα φτερά της.
Κραυγή κίτρινη μεγάλη βγαίνει,
πίδακας θερμός στο κέντρο κάποιου
αμερόληπτου και τα μάλα ευεργετικού ουρανού!
Τα φαινόμενα είναι όλα τους ωραία σε τούτηνε
τη στιγμιαία αλήθεια.
Η θάλασσα καβαλάει την ακτή,
γαντζώνεται στα βράχια, αράχνη απαστράπτουσα:
η πελιδνή του βουνού πληγή φεγγοβολάει•
μια χούφτα γίδια είν’ ένα κοπάδι πέτρες•
ο ήλιος κάνει το χρυσό του αβγό και χύνεται       
καταπάνω στη θάλασσα.
Θεός το παν!
Άγαλμα σπασμένο,
κίονες φαγωμένοι από το φως
ερείπια ζώντα σ’ έναν κόσμο μέσα με ζωντανούς νεκρούς!

Πέφτει η νύχτα στο Τετιουακάν.
ψηλά στην πυραμίδα φουμάρουν τα παιδιά μαριχουάνα,
κιθάρες παίζουνε βραχνές.
Ποιό χόρτο και ποιο αθάνατο νερό θα μας χαρίσει τη ζωή,
απ’ όπου θε να ξεθάψουμε τη λέξη,

την αναλογία που κυβερνάει τον ύμνο και τον λόγο,
τον χορό, στην πόλη, αλλά και στης ζυγαριάς τους δίσκους;
Ίδια βρισιά το μεξικάνικο ξεσπάει τραγούδι,
αστέρι πάγχρωμο που αχνοσβήνει,
πέτρα που μας σφαλίζει της επαφής τις θύρες.
Γνωρίζει η γη τη γη τη γηρασμένη.

Τα μάτια βλέπουνε, τα χέρια αγγίζουν.
Εδώ σου φτάνουν λίγα μόνο πράγματα – δεν θες πολλά:
φραγκοσυκιά, πλανήτης κοραλλιογενής ακάνθινος,
σύκα καλυπτοφόρα,
σταφύλια έχοντα γεύσιν αναστάσεως,
αχιβάδες, παρθενίες απροσπέλαστες,
αλάτι και τυρί, και κρασί και ηλιόψωμο.
Από τα ύψη της μαυρίλας της με θωρεί μια νησιώτισσα,
μητρόπολη κομψή και λυγερή και σβέλτη       
με το φως ντυμένη.
Πύργοι αλάτινοι κι αγνάντι τους πεύκα στην όχθη πράσινα
αναδύονται τ’ άσπρα πανιά απ’ όλες τις βαρκούλες.
Ναούς στη θάλασσα χτίζει το φως.

Νέα Υόρκη, Μόσχα, Λονδίνο.
Ο ίσκιος σκεπάζει τον κάμπο – κισσός το φάντασμά του,
πανίδα ριγηλή η ανατριχίλα του,
χνούδι πυκνό και μιά ασπαλάκων συμμορία.
Και κάθε τόσο τα δόντια κάποιου κροταλίζουνε ήλιου αναιμικού.
Γερμένος σε βουνά που χτες ακόμα είσαν πόλεις       
χασμουριέται τώρα ο Πολύφημος.
Κάτω, ανάμεσα στους λάκκους, σέρνεται το ανθρωπολόι.
(Δίποδα ζώα οικόσιτα: το κρέας τους, που
το βαραίνουν οι πρόσφατες θρησκευτικές απαγορεύσεις,
το προτιμούν έναντι παντός οι πλούσιες τάξεις.
Μέχρι και πριν λίγο τα θεωρούσε ο όχλος ζώα βδελυρά.)

Να βλέπεις, ν’ αγγίζεις σχήματα όμορφα του καθ’ ημέραν βίου.
Το φως βομβίζει, βέλη και φτερά.
Απάνω στο τραπεζομάντηλο ο κρασολεκές μυρίζει αίμα.
Όπως το κοράλλι τα κλαδιά του στο νερό,
απαράλλαχτα κι εγώ στη σφύζουσα από ζωντάνια ώρα       
απλώνω τις αισθήσεις μου,
και κίτρινη εναρμόνιση γεμίζει ώς επάνω η στιγμή,
ω μεσημβρία, ω άγανο γεμάτο με λεπτά,
ω της αιωνιότητας ποτήρι!

Οι σκέψεις μου διχάζονται, έρπουν, και συγχέονται, και       
ξαναρχίζουν,
μέχρι που ακινητούν στο τέλος, ποτάμια πια που δεν       
εκβάλλουνε ποτέ και πουθενά,
ίδιες δέλτα του αίματος, κάτω από έναν ήλιο δίχως βασίλεμα.
Να σταματήσουν άραγε όλ’ αυτά σε τούτο ’δώ το τσαλαβούτημα       
σε στάσιμα νερά;

Μέρα, μέρα στρογγυλή, γλαφυρό
πορτοκάλι πάμφωτο με τις εικοσιτέσσερείς του φέτες,
από την ίδια υποτεινόμενες όλες τους κίτρινη γλύκα!
Η ευφυΐα παίρνει επί τέλους σάρκα και οστά,
τα δύο εχθρικά συμφιλιώνονται ημίση,
και η συνείδηση-καθρέφτης τρέπεται πλέον σε υγρό
και γίνεται ξανά πηγή, σιντριβανίζει μύθους:
Άνθρωπος, δέντρο μεστό εικόνων, μες στις
λέξεις που είναι άνθη που είναι καρποί που είναι πράξεις.      

Νάπολη, 1948
Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής

*Το πήρα από το http://alonakitispoiisis.blogspot.com

Ήχοι από φλάουτο

Ήχοι από φλάουτο θαρρώ
διαχέονται στα αιωνόβια πλατάνια.
Μια καλοκουρδισμένη
συμφωνική ορχήστρα
νομίζω με περικυκλώνει.
Ευαισθησίες ξεχύνονται δειλά
μ’ αγωνία να προλάβουν
να σιγουρέψουν τον δρόμο τους,
σαν ορμητικές πρωτόγνωρες στιγμές,
σαν κρυμμένες πτυχές
μιας ψυχής που διψούσε
γι’ αγάπη.

*Από τον κύκλο ποιημάτων “Ηλιοβασιλέματα” που γράφτηκαν στην Ικαρία τον Ιούλη του 1990.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Πού πάνε οι ποιητές τις νύχτες;

Ι

Κατά τα μεσάνυχτα,
μία βάρκα αποχωρεί.
Ένας γέρος καλόγερος
ανάβει χάρτινα φανάρια
που σιωπηλά επιπλέουν στο νερό.
Οι ποιητές επιβιβάζονται αργά,
σκιές που φωσφορίζουν στο σκοτάδι.
Είναι συνήθως ντυμένοι ελαφρά,
(πόσο αναμενόμενο αι απρόσμενο είναι πάντα το ταξίδι),
άλλοι φορούν τριμμένα πανωφόρια
και άλλοι από μετάξι κάπες,
άλλοι τζιν μπουφάν και λιωμένα παντελόνια,
κάποιες γυναίκες φορούν δαντελένιες νυχτικές,
άλλες μακριά φορέματα και κρινολίνα,
κι άλλες ντυμένες είναι με κοστούμι και γραβάτα.
Η βάρκα γλυστράει αθόρυβα στο αλλόκοτο τοπίο,
το δάσος μισοπνιγμένο μες στη λίμνη,
μπλέκουν τα κλαδιά των δέντρων τα μακριά μαλλιά των ποιητών,
κι η βάρκα μετεωρίζεται στους κορμούς των δέντρων,
ανάμεσα στις φυλλωσιές και στους καρπούς τους.
Τα νερά της λίμνης είναι ζεστά,
γεμάτα μικροοργανισμούς, θολά,
η λίμνη γουργουρίζει,
κάτι ζωντανό κοχλάζει στον βυθό της.

IV

Όλοι οι ποιητές κουβαλούν
πάνω τους κάτι αιχμηρό.
Είτε μια παλιά καρφίτσα στη γραβάτα,
είτε μανικετόκουμπα ασημένια
που μπήγονται στη σάρκα,
ή κοχύλια μυτερά, ξυράφια,
σπασμένα μπουκάλια από αψέντι,
αλεξανδρινούς κονδυλοφόρους
ή σουγιάδες ναυτικούς
ή μία μόνο λέξη
όπως «λείπεις» ή «μάνα» ή «ποτέ».

ΙΧ

Πού πάνε οι ποιητές τις νύχτες;
Γιατί κυκλοφορούν με χέρια ματωμένα;
Γιατί ουρλιάζουν οι ποιητές στις στέγες;
Γιατί έχουν έναν επίδεσμο στη θέση της καρδιάς;
Γιατί τα γράμματα που σκαλίζουν με κόπο στο χαρτί
με πένα, με κονδυλοφόρο, με μολύβι,
αφήνουν μικρά κόκκινα χνάρια από αίμα;

*Από τη συλλογή Η Αποχώρηση της Λαίδης Κάπα (Νέα Πορεία, 2004)
**Το πήρα από το http://chloekoutsoumpeli.blogspot.com

Άννα Ιωαννίδου, “Ελεύθεροι” στίχοι

Μία εποχή κενή, «αντι-ποιητική»
θέλει να με φυλακίσει σε άνυδρες πηγές,
σ’ ένα κελί μίζερο.
Κι η τέχνη, σε αγοραία πρότυπα,
μοιάζει να ξεπουλά ιδέες κι αξίες.

Μία ανελέητη δημοπρασία ψυχών
σε μία «αφύσικη» καθημερινότητα.
Στροφές και τεχνικές
έγιναν θραύσματα
σε διαδρομές ποιητικής αναζήτησης.
Κι οι επίδοξοι αγοραστές πολλοί,
έτοιμοι να παζαρέψουν ιδέες κι αξίες.

Θάλασσα τα ψευτοδιλήμματα
πρωταγωνιστούν σ’ ένα κοινωνικό σώου
θράσους και αναίδειας…
Μα πώς να εκφραστώ μέσα σε ιστούς ψηφιακής «μυθολογίας»;
Λέξεις οργής σμιλεύονται στα χείλη.
Κι αναρωτιέμαι …
Να θυσιάσω τους στίχους στο βωμό της σιωπής;

Συμβάσεις και συνθήκες μ’εκδικούνται.
Αλλ’ εγώ ελευθερώθηκα από τον φόβο της μετριότητας.
Έσπασα τις αλυσίδες της συνήθειας.
Δεν θα κρύψω πια την φαντασία στο παραβάν του «δήθεν».

Συνομιλώ με τον εαυτό μου.
Όπλο το χαμόγελο,
σημαία η ποιητική πνοή μου.
Σκίζω τις μαγικές συνταγές,
τους χιλιοειπωμένους στίχους
και ζωγραφίζω όσα με πλήγωσαν.

Ρουφώ ανελέητα την ένταση της στιγμής!
Αφήνομαι στ’ όνειρο.
Παρασύρομαι στο πρωτόγνωρο.
Αφήνομαι στην απρόσκλητη έμπνευση,
στην επανάσταση των στίχων.
Και περιμένω την Λύτρωση
που άργησε να ΄ρθει.

Δήμητρα Καραφύλλη, Σύνοδος Κορυφής

Δίωρη πτήση.
Βαριές αποσκευές. Προτάσεις, στόχοι, προσδοκίες.
Με περιμένουν, πώς και πώς. Πρέπει ν’ αρέσω. Να καταπλήξω. Ταξίδι στο Βορά.
Ως βορά, ίσως.

Φευγαλέα ματιά στον καθρέφτη.
Πού είναι τα πλουμίδια μου; Τα επιχειρήματα μου; Χωρίς τα κρυσταλλένια μου γοβάκια,
πού πηγαίνω; Πώς θα γυρίσω; Αν γυρίσω.

Δείπνο σε στρογγυλό χειρουργικό τραπέζι.
Πιάτα ζεστά. Πρόσωπα κρύα. Αιματοβόρα.

Δίωρη πτήση.
Επιστρέφω ως αποσκευή. Βαριά. Με ελαφρύ στομάχι. Καταστόλιστη.
Κατεψυγμένη σε ορθογώνιο φέρετρο
από χρυσό 24 καρατίων.
Νυφούλα μέσα στις γαλαζοπράσινες
συνθετικές μουσελίνες
που μου δάνεισαν.