Μπέρτολτ Μπρέχτ, Χωρίς έργα

Εκείνο το Γενάρη κάποιοι Πολωνοί
ένα σκυλί εβρήκαν πεινασμένο
και στον ξεσαρκωμένο του λαιμό,
ήταν ένα χαρτόνι κρεμασμένο.
Και έγραφε πάνω εκεί : “Βοήθεια!
Χαθήκαμε στο χαλασμό.
Είμαστε εδώ πενηνταπέντε.
Ο σκύλος θα σας φέρει εδώ.
Και αν δεν μπορείτε εσείς να ‘ρθείτε,
διώξτε τον σκύλο μακριά.
Μην τον σκοτώσετε – κανείς άλλος
δεν ξέρει που είναι τα παιδιά”
Παιδιάστικο ήτανε το χέρι
που έγραψε τα λόγια εκείνα.
Δυό χρόνια έχουνε περάσει
και ο σκύλος πέθανε απ’ την πείνα.

*Από το http://exadaktylos.wordpress.com/

Κική Δημουλά, Αυτοσυντήρηση

Θὰ πρέπει νὰ ἦταν ἄνοιξη
γιατὶ ἡ μνήμη αὐτὴ
ὑπερπηδώντας παπαροῦνες ἔρχεται.
Ἐκτὸς ἐὰν ἡ νοσταλγία ἀπὸ πολὺ βιασύνη,
παραγνώρισ᾿ ἐνθυμούμενο.
Μοιάζουνε τόσο μεταξύ τους ὅλα
ὅταν τὰ πάρει ὁ χαμός.
Ἀλλὰ μπορεῖ νά ῾ναι ξένο αὐτὸ τὸ φόντο,
νά ῾ναι παπαροῦνες δανεισμένες
ἀπὸ μιὰν ἄλλην ἱστορία,
δική μου ἢ ξένη.
Τὰ κάνει κάτι τέτοια ἡ ἀναπόληση.
Ἀπὸ φιλοκαλία κι ἔπαρση.

Ὅμως θὰ πρέπει νά ῾ταν ἄνοιξη
γιατὶ καὶ μέλισσες βλέπω
νὰ πετοῦν γύρω ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ μνήμη,
μὲ περιπάθεια καὶ πίστη
νὰ συνωστίζονται στὸν καλύκά της.
Ἐκτὸς ἂν εἶναι ὁ ὀργασμὸς
νόμος τοῦ παρελθόντος,
μηχανισμὸς τοῦ ἀνεπανάληπτου.
Ἂν μένει πάντα κάποια γῦρις
στὰ τελειωμένα πράγματα
γιὰ τὴν ἐπικονίαση
τῆς ἐμπειρίας, τῆς λύπης
καὶ τῆς ποίησης.

*Από την ποιητική συλλογή «Το λίγο του κόσμου» (1971)

Χωρίς καμιά αποσκευή

Εύθραυστος στη γύμνια του ήλιου,
μέρος ενός λαού είμαι,
μιας ασυνάρτητης πολτοποιημένης μάζας
σε μαζικοτροφεία που πουλάνε μεταχειρισμένα ιδανικά,
σε χώρους απολιθωμένους
όπου φορολογούνται κι οι αναπνοές,
όπου η σκόνη μπαίνει στις φλέβες
κι αντικαθιστά την κυκλοφορία του αίματος.
Είμαι ένα ιδρωμένο κορμί των γκέτο,
ίσκιοι μ’ ακολουθούν ύπουλα από παντού,
η ψυχή μου γίνεται χρηματιστήριο,
το κρανίο μου κομματιάζεται
κι εκτοξεύεται σε απελπιστικά ταξίδια.
Αποξηραμένη λίμνη χωρίς πυθμένα μοιάζω,
σαν αχνό περίγραμμα λουλουδιών σε γκρίζο χαρτί,
με λωρίδες δέρματος σε ανύπαρκτους σπασμούς,
με λεκέδες από παρωχημένους έρωτες,
σαν τα σημάδια μιας άνευ όρων παράδοσης.
Λαθρεπιβάτης σε φανταστικές περιπλανήσεις είμαι,
σε μονοπάτια εκτονωμένων παθών,
σε διεργασίες τεχνοκρατικών αμβλώσεων,
σε θάλασσες με σπασμένα κόκαλα περιπλανώμενος,
με μια χλωμή ναυτία στις αντιδράσεις μου,
έτσι όπως σκουριάζουν τα σκαλοπάτια
μέσα από χρονοβόρες ασκήσεις μοναξιάς.
Ταξιδιώτης χωρίς καμιά αποσκευή.

* Από τη συλλογή “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.

Φερνάντο Πεσσόα, Δύο ποιήματα

(Αλμπέρτο Καέιρο)

Ασύνδετα Ποιήματα

Όταν θα ξαναδώ την άνοιξη
Μπορεί πια να μη βρίσκομαι σ’ αυτό τον κόσμο.
Και τι δεν θα’ δινα για να’ ναι η άνοιξη άνθρωπος
Και να μπορώ να σκέφτομαι πως θα ’κλαιγε
Γιατί έχασε το μοναδικό της φίλο.
Αλλά η άνοιξη δεν είναι κάποιο πράγμα:
Είναι ένας τρόπος του λέγειν.
Μήτε τα άνθη ξανάρχονται, μήτε τα πράσινα φύλλα.
Καινούργια είναι τα άνθη, καινούργια τα πράσινα φύλλα
Άλλες οι γλυκές μέρες.
Τίποτα δεν επιστρέφει, τίποτα δεν επαναλαμβάνεται, γιατί όλα είναι πραγματικά.

Continue reading

Νίκος Καρούζος, Ἀπολέλυσαι τῆς ἀσθενείας σου

Νηστεύει ἡ ψυχή μου ἀπὸ πάθη
καὶ τὸ σῶμα μου ὁλόκληρο τὴν ἀκολουθεῖ.
Οἱ ἀπαραίτητες μόνο ἐπιθυμίες –
καὶ τὸ κρανίο μου ὁλημερὶς χῶρος μετανοίας
ὅπου ἡ προσευχὴ παίρνει τὸ σχῆμα θόλου. Κύριε, ἀνῆκα στοὺς ἐχθρούς σου.
Σὺ εἶσαι ὅμως τώρα ποὺ δροσίζεις
τὸ μέτωπό μου ὡς γλυκύτατη αὔρα.
Ἔβαλες μέσα μου πένθος χαρωπὸ
καὶ γύρω μου
ὅλα πιὰ ζοῦν καὶ λάμπουν.
Σηκώνεις τὴν πέτρα – καὶ τὸ φίδι
φεύγει καὶ χάνεται.
Ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ ὡς τὸ βασίλεμμα τοῦ ἥλιου
θυμᾶμαι πὼς εἶχες κάποτε σάρκα καὶ ὀστὰ γιὰ μένα.
Ἡ νύχτα καθὼς τὴν πρόσταξες ἀπαλὰ μὲ σκεπάζει
κι ὁ ὕπνος – ποὺ ἄλλοτε ἔλεγα πὼς ὁ μανδύας του
μὲ χίλια σκοτάδια εἶναι καμωμένος,
ὁ μικρὸς λυτρωτής, ὅπως ἄλλοτε ἔλεγα –
μὲ παραδίδει ταπεινὰ στὰ χέρια σου.
____

Νίκος Καρούζος, Ποιήματα, 1961.

*Ποίημα και φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://poemsgolitsis.blogspot.com

Τις νύχτες ξεσπάμε

Τις νύχτες ξεσπάμε σ’ αναφιλητά
κι οι παγωμένες σκιές μας αδυνατούν να κραυγάσουν.
Απλώνουμε τα δάχτυλά μας στο φεγγαρόφωτο
μα κανένα είδωλο δεν φαίνεται
όπως οι κατάλευκες μπαλαρίνες
των παιδικών φαντασιώσεων.
Άλλοτε ζωντανεύουν κι άλλοτε πεθαίνουν οι μνήμες,
αλλάζοντας ρόλους που δεν έχουν κάτι να δείξουν
γιατί είναι νάιλον πια,
σαν ανάπηροι ακροβάτες σε σάπιο σκοινί.
Σαν κρεατομηχανές σάπιων αυθορμητισμών
κρέμονται οι ψυχές στα τσιγκέλια
έτοιμες για μεταπώληση,
αιχμάλωτες μίζερων ίσκιων
και καμουφλαρισμένων κουφαριών ηθικής,
σαν υπηρέτες καταρρεόντων ειδώλων.

* Από τη συλλογή “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.

Ελένη Βακαλό, Το μάτι του πατέρα μου

Ο πατέρας μου είχε ένα γυάλινο μάτι.
Τις Κυριακές που καθότανε σπίτι έβγαζε από την τσέπη του
κι άλλα μάτια, τα γυάλιζε με την άκρη του μανικιού του
και φώ-
ναζε τη μητέρα μου να διαλέξει. Η μητέρα μου γελούσε.
Τα πρωινά ο πατέρας μου ήταν ευχαριστημένος. Έπαιζε το μάτι
στη φούχτα του πριν το φορέση και έλεγε πως είναι ένα καλό μάτι.
Όμως εγώ δεν ήθελα να τον πιστέψω.
Έρριχνα ένα σκούρο σάλι στους ώμους μου
τάχα πως κρυώ-
νω κι ήταν για να παραμονέψω. Στο τέλος τον είδα μια μέρα να
κλαίει. Δεν είχε καμιά διαφορά από ένα αληθινό μάτι.
Αυτό το ποίημα δεν είναι για να το διαβάσουν
όσοι δεν μ’ αγαπούνε ακόμη
κι από κείνους που δεν θα με ξέρουν
αν δεν πιστεύουνε πως υπήρξα
σαν και κείνους.
Ύστερα από την ιστορία με τον πατέρα μου,
υποψιαζόμουνα και όσους είχαν αληθινά μάτια.

Γιάννης Σκαρίμπας, Το μοντέλο

Πού τήν είδα; Συλλογίζομαι άν στούς δρόμους
τήν αντίκρυσα ποτές μου ή στ’ αστέρια,
τούς χυτούς της φέρνει η ιδέα μου τούς ώμους
δίχως χέρια!Δίχως χέρια . . . Τό μάτι της γυαλένιο
άς μή μ’ έβλεπε – μ’ εθώρει κι ήταν τ’ όντι
ρόδο ψεύτικο τό γέλιο της – κερένιο –
καί τό δόντι.Τήν στοχάζομαι. Η φωνή της, λές, μού εμίλει
ριγηλή σάν μέσ’ σέ όνειρο – και τ’ όμμα
ήταν σφαίρα. Σπασμός τρίγωνος τά χείλη
καί τό στόμα.Τ’ ήταν; πνεύμα; Μήν φτιαγμένη ήταν, ωϊμένα,
ύποπτεύομαι – καί τρέμω νοερά μου –
απ’ τό ίδιο ύλικό πούναι φχιαγμένα
τά όνειρά μου; . . .Αχ πώς τρέμω! ο νούς μου πάει σ’ ιδέες πλήθος,
σέ μπαμπάκια καί καρτόνια – ο νούς μου βάνει
γεμισμένο της μήν ήτανε τό στήθος
μέ ροκάνι!. . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Ώ Κυρά μου – Άγγελε – Σύ – των μειρακίων
πόχεις τό γέλιο, ώ χαύνη κόρη των πνευμάτων,
σέ μια βιτρίνα σ’ έχουν στήσει γυναικείων
φορεμάτων. . .

*Από τη συλλογή “Ουλαλούμ”

Αζίζ Νεσίν, Σώπα, μη μιλάς / ÇOK KONUŞMA

Σώπα, μη μιλάς, είναι ντροπή, κόψ’ τη φωνή σου, σώπασε,
Κι επιτέλους αν ο λόγος είναι αργυρός, η σιωπή είναι χρυσός.

Τα πρώτα λόγια, οι πρώτες λέξεις που άκουσα από παιδί,
έκλαιγα, γέλαγα, έπαιζα, μου λέγαν “Σώπα”!

Στο σχολείο μου ‘κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
και μου λέγαν: Εσένα τι σε νοιάζει; Σώπα!

Με φιλούσε το πρώτο αγόρι που ερωτεύτηκα και μου λέγε:
“Κοίτα μην πεις τίποτα και “Σώπα!”

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάστηξε μέχρι τα είκοσί μου χρόνια.

Continue reading

Άννα Ιωαννίδου, Assenza / Απουσία

ASSENZA

Notti vuote invernali.
Le stelle si perdono nel cielo arrabbiato.
Sogni insanguinati nel riflesso del tempo
e tu , una figura solitaria nella camera dell’assenza.
il tuo cuore si ferisce
senza l’aroma dell’amore
e la solitudine silenziosa dipinge gli occhi di dolore.

Un deserto la tua vita senza oasi e barriere.
Solo la tua ombra ti parla.
Ma non puoi sentire la sua voce.
Tu ascolti solo il battito del tuo cuore
che conta i secondi.
Ora tu cerchi in vano un paradiso perduto
nei sussurri delle grida.
Tutte le porte sono chiuse.

ΑΠΟΥΣΙΑ

Άδεια χειμωνιάτικα βράδια.
Τ’ αστέρια χάνονται στον οργισμένο ουρανό.
Ματωμένα όνειρα στην αντανάκλαση του χρόνου
κι εσύ μία μοναχική φιγούρα στο δωμάτιο
της απουσίας.
Πληγώνεται η καρδιά σου
χωρίς το άρωμα της αγάπης
κι η μοναξιά σιωπηλή ζωγραφίζει στο βλέμμα τον πόνο.

Μία έρημος η ζωή σου χωρίς όαση κι όρια.
Μιλά μόνο η σκιά σου.
Μα δεν μπορείς να ακούσεις την φωνή της.
Αφουγκράζεσαι μόνο τον χτύπο της καρδιάς σου
να μετρά τα δευτερόλεπτα.
Τώρα μάταια αναζητάς τον χαμένο Παράδεισο
στους ψίθυρους των λυγμών.
Όλες οι πόρτες σφραγίστηκαν.