Charles Bukowski, Style

Style is the answer to everything.
A fresh way to approach a dull or dangerous thing
To do a dull thing with style is preferable to doing a dangerous thing without it
To do a dangerous thing with style is what I call art

Το στυλ είναι η απάντηση σε όλα.
Ένας καινούργιος τρόπος να προσεγγίσεις κάτι ανιαρό ή κάτι επικίνδυνο
Να κάνεις κάτι ανιαρό με στυλ, το προτιμώ, απ’ το να κάνεις κάτι επικίνδυνο χωρίς.
Να κάνεις κάτι επικίνδυνο με στυλ, αυτό το λέω τέχνη.

Bullfighting can be an art
Boxing can be an art
Loving can be an art
Opening a can of sardines can be an art

Οι ταυρομαχίες μπορεί να είναι τέχνη
Το μποξ μπορεί να είναι τέχνη
Το ν’ αγαπάς μπορεί να είναι τέχνη
Να ανοίγεις μια κονσέρβα με σαρδέλες, μπορεί να είναι τέχνη.

Not many have style
Not many can keep style
I have seen dogs with more style than men,
although not many dogs have style.
Cats have it with abundance.

Δεν είναι πολλοί αυτοί που έχουν στυλ.
Δεν είναι πολλοί αυτοί που μπορούν να διατηρήσουν το στυλ
Έχω δει σκύλους που έχουν πιο πολύ στυλ απ’ τους ανθρώπους,
αλλά δεν είναι πολλοί οι σκύλοι που έχουν στυλ.
Οι γάτες το έχουν άφθονο.

When Hemingway put his brains to the wall with a shotgun,
that was style.
Or sometimes people give you style
Joan of Arc had style
John the Baptist
Jesus
Socrates
Caesar
García Lorca.

Ο Χέμινγουεϊ τίναξε τα μυαλά του στον αέρα με μια καραμπίνα,
αυτό ήταν στυλ.
Ή, μερικές φορές, οι άνθρωποι σου δίνουν στυλ.
Η Ιωάννα της Λωρραίνης είχε στυλ
ο Ιωάννης ο Βαπτιστής
ο Χριστός
ο Σωκράτης
ο Καίσαρας
ο Λόρκα.

I have met men in jail with style.
I have met more men in jail with style than men out of jail.
Style is the difference, a way of doing, a way of being done.
Six herons standing quietly in a pool of water,
or you, naked, walking out of the bathroom without seeing me.

Στη φυλακή βρήκα πολλούς άντρες με στυλ
Βρήκα πιο πολλούς άντρες με στυλ στη φυλακή, παρά έξω απ’ αυτή.
Στυλ είναι η διαφορά,τρόπος να κάνεις, ο τρόπος να την κάνεις.
Έξι ερωδιοί που στέκουν ήσυχα σε μια λιμνούλα με νερό,
ή εσύ, γυμνή, βγαίνοντας απ’ το μπάνιο χωρίς να μ’ έχεις δει.

Μετάφραση: Ανάδυση

Νάντη Χατζηγεωργίου, άοπλοι

Βγαίνοντας στον ήλιο
θυμάται κανείς
το καπέλο του
Οι απροσεξίες τιμωρούνται

Στα παραμύθια όμως
η φύση
είναι με το μέρος μας

Αυτό
τα παιδιά
και ο ευτυχής
το γνωρίζουν καλά

*Από τη συλλογή «Ήδη προς εξαφάνιση», εκδόσεις Θίνες.

Κατερίνα Λιάτζουρα, Αντί προλόγου

ασύνειδα επιμένεις στη στερεότητα
των ουράνιων σχημάτων επιμένεις
να δρασκελήσεις αμνήμονες
στιγμές και φριχτές συνειδήσεις
και κρυμμένη στο μισόφωτο
σαν πόρνη η λύτρωση
ανησυχεί μην ανιχνεύσεις
το ανθρώπινό της πρόσωπο
που χαμηλόφωνα με λόγχες
σκεπάρνια και λόγιες κορώνες
υμνεί το προφανές

εκείνο που κατακλύζει ένα ποίημα
εκείνο που διαμελίζει το θυμικό

*Από τη συλλογή «Λευκοί νάνοι», εκδόσεις Βακχικόν, 2022.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Τρία ποιήματα

ΕΚΔΙΚΟΥΜΕΝΗ ΜΕ ΓΚΟΛ ΟΡΦΑΝΙΑ – Η αναγγελία στην προσευχή απ’ τον διευθυντή-Υποχρεωτική επίσκεψη στο Ορφανοτροφείο της Αρχιεπισκοπής-Kι εμάς στα πόδια μας τα μούτρα μας-Όση ορφάνια-Με τόσα γκολ τρυπούσανε τα δίχτυα μας-Είκοσι αντίπαλοι-Σε πολλαπλασιασμό με δυο γονείς-Σαράντα φάγαμε στην άλλη εκδρομή-Σκέτες βολίδες-Που χολιάζανε τα σπίτια μας-Aδιαφορώντας πως όπου άνθρωπος κι Οδύσσεια-Όση ορφάνια-Με τόσα γκολ τρυπούσανε τα δίχτυα μας-Σκέτες βολίδες-Που χολιάζανε τα σπίτια μας-Σε πολλαπλασιασμό με δυο γονείς-Σαράντα φάγαμε στην άλλη εκδρομή-

*

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΗΣ ΓΙΟΥΤΑΣ ΤΑ ΟΡΥΧΕΙΑ–Του 20ού αιώνα την αυγή-Δημοσιογράφος Ελληνίς-Με το όνομα Μαρία-Μετέβη ως απεσταλμένη εφημερίδας–Για την καταγραφή των τραγικών συνθηκών της εργασίας-Ελλήνων μεταναστών ανθρακωρύχων στης Γιούτας τα ορυχεία-Kαλώντας στα ελληνικά από την τρύπα-Αυτοί δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους-Στην Κόλαση επί της Γης-Να ακούν να τους μιλά ομόγλωσσα φωνή-Όλο στοργή και γυναικεία-Στης Γιούτας τα ορυχεία-Νομίζουν πως είναι η ίδια η Παναγία-Του 20ού αιώνα την αυγή-Δημοσιογράφος Ελληνίς-Με το όνομα Μαρία-Μετέβη ως απεσταλμένη εφημερίδας-Για την καταγραφή των τραγικών συνθηκών της εργασίας-Ελλήνων μεταναστών ανθρακωρύχων-Στης Γιούτας τα ορυχεία–

*Από τη συλλογή “Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα”, εκδ. Οδός Πανός, 2016.

*

Τ’ ΑΦΓΑΝΙ ΠΟΥ ’ΡΙΞΕ ΤΟ ΧΑΡΤΑΕΤΟ ΣΤΗ ΓΗ–Στον προσφυγικό καταυλισμό-Στης Καθαρής Δευτέρας τη γιορτή-Να τους πετάξουν τα παιδιά-Μοιράζονται χαρταετοί-Μ’ έναν ψηλά στον ουρανό-Να δίνει πρώτος το χορό-Χειροκροτήματα-Χαρά-Μα ένα Αφγάνι ξαφνικά-Κόβει τον σπάγγο με γυαλί-Σωριάζεται ο χαρταετός στη γη-Είν’ απ’ της Καμπούλ τον ουρανό-Με των οβίδων τη βοή-Χαλάει τότε η γιορτή-Τ’ Αφγάνι πιάνουν τα παιδιά-Και το χτυπούν όλα μαζί-Πέφτουν σωρός χαρταετοί-Πέφτει ένα ξύλο τρομερό-Στον προσφυγικό καταυλισμό-Στης Καθαρής Δευτέρας τη γιορτή-Να τους πετάξουν τα παιδιά-Μοιράζονται χαρταετοί-

*Από τη συλλογή “Κάθαρμα”, εκδ. Οδός Πανός, 2020.

Λι Μπάι, Τέσσερα ποιήματα

Στο βουνό, διάλογος

«Μα γιατί κρύβεσαι στο πράσινο βουνό», με ρωτούν.
Σωπαίνω, με την καρδιά μου γαληνεμένη. Τους χαμογελώ.
Καθώς κυλάει το νερό και τα παίρνει μαζί του τα λουλούδια της ροδακινιάς
ο κόσμος μου δεν είναι ο κόσμος των ανθρώπων.

*

Στα σκαλοπάτια από νεφρίτη

Τα σκέπασε η παγωνιά τα σκαλοπάτια από νεφρίτη.
Κι εγώ ακόμη εδώ, να περιμένω.
Τα μεταξωτά παπουτσάκια μου έχουν πια μουσκέψει.
Πίσω από την κουρτίνα κρύσταλλο
κοιτάζω το φεγγάρι, καθαρό φθινόπωρο.

*

Η διασκέδαση του μοναχικού

Μάτια καρφωμένα στο κρασί, μου ξέφυγε η δύση
στις δίπλες του χιτώνα μου φώλιασαν τα πέταλα.
Πιωμένος, σηκώνομαι να πάρω το δρόμο του φεγγαριού
Τα πουλιά χάθηκαν, ο κόσμος κάτι λίγο.

*

Κοράκια που κράζουν τη νύχτα

Τα τείχη της πόλης μέσα στα κίτρινα σύννεφα
κοράκια κάπου εκεί κοντά έρχονται τώρα να κουρνιάσουν.
Τ’ ακούω να κράζουν από κλαδί σε κλαδί.
Η κοπέλα από τα μέρη του ποταμού Τσιν στον αργαλειό της υφαίνει.
Θολό παράθυρο, σμαραγδένια ομίχλη, μας κρύβει τα λόγια της.
Αφήνει τη σαΐτα της, γεμάτη θλίψη, θυμάται εκείνον που΄ ναι τόσο μακριά.
Αυτή και η κάμαρη της μοναξιάς. Δάκρυα βροχή.

*”Λι Μπάι Ποιήματα”, εκδόσεις Σμίλη, Απόδοση: Γιώργος Βέης.

Βερονίκη Δαλακούρα, Είμαι η χαμένη έρημος

Paul Klee, Aquarium Green-Red (1921)

Είμαι η χαμένη έρημος οι βράχοι οι πέτρες το σπίτι
το ζώο η πρόθεση ο κινηματογράφος “Κόσμος”
το πανδοχείο που γκρεμίστηκε η κακιά ώρα
ο πύργος οι βρυκόλακες της ερειπωμένης πόλης
η πόλη
ο άρχοντας το συμβούλιο οι αρχηγοί η ανακούφιση
το ομοφυλόφιλο παιδί ο Γιάννης ο Φεντερίκο Γκαρθία
Λόρκα οι τέσσερις εποχές ο Βιβάλντι ο Τάσος
η ακούραστη μηχανή
το σκυλί η συνείδηση το Μέγα Ψάρι τα νύχια
που σκάβουν η αποκάλυψη το κόκκινο χώμα
ο γεωργός η επανάσταση το ξύλινο σπαθί
το πράσινο στάρι οι εθνικές καπηλείες η ταβέρνα
ο αχυρώνας η λεωφόρος το άγαλμα το ερωτικό δωμάτιο
ο άντρας η αποκάλυψη τα σπίτια
το σχήμα η προτομή του χορευτή η μήτρα
ο Αρθούρος η Μεγάλη Πέμπτη το τραπέζι
το αγόρι τα άνθη τα στρατιωτάκια που έσπασαν το όχι
η μάνα μου που ρώτησε αν πεινώ ο γραμματέας
τα φωνήεντα του Εξήντα το όπλο
είμαι η φωνή μας που κρύφτηκε στην κατακόμβη
η φωνή μας που κρύφτηκε στην κατακόμβη
η φωνή μας που κρύφτηκε στην κατακόμβη

*Aπό τη συλλογή “Μέρες ηδονής”, εκδ. Φόρμα, 1990.

Βίκυ Δερμάνη, Της πίκρας το τοπίο


Φώτο: Kiss Andrea

Θα πεθάνω από καρκίνο του σπονδυλικού καημού
από κάποια κύτταρα που ξαφνικά θα σαπίσουν
ένα βράδυ ηδονικό ξέφρενα ζεστό και μυρωμένο
από δαγκώματα εκατό ίσως και χίλια
πόδια κι αυτιά απ’ αρουραίους γλυκά φαγωμένα
ο ουρανός πριν το ξημέρωμα θα πέσει επάνω μου
κατακρεουργημένος από φονιάδες αδίσταχτους
θα πεθάνω σε έκρηξη που το μυαλό θα τρυπήσει
αγνοώντας πως χρόνους πολλούς κάθε μέρα πεθαίνω
σε φυλακές εγκλωβισμένη σε συντρίμμια λυπημένα
κυκλωμένη απ’ τη μουντάδα του παμφάγου καιρού
με σώμα φαγωμένο από τρωκτικά λιμασμένα
που αδηφάγα κι ανελέητα σάρκες καταπίνουν
θα πεθάνω ντυμένη στα μαύρα ή στα κόκκινα
θα πεθάνω μ’ άκοπα των ποδιών μου τα νύχια
με γεμάτα δάκρυα των χεριών τις παλάμες
με μάτια ξεριζωμένα από φεγγάρι-τιμωρό
και μοχθηρές των ανέμων κουβέντες
θα πεθάνω και μπροστά μου δίχως έλεος
θα σκοτώνουν παιδιά μανάδες άντρες
μ’ έκπληκτα πρόσωπα κι ωχρά
διπλούς και τριπλούς λάκκους θα σκάβουν
με χέρια δεμένα μέσα σε ποτάμι ορμητικό
μέσα σε φωτιά με πόδια παγωμένα θα πεθάνω
-τότε που όλα θα έχουν τελειώσει
ένας ήλιος σκληρός σαν μάτι κυκλώπειο
αυτό της πίκρας το τοπίο θα φωτίσει-

ένα έτσι, Δύο ποιήματα

χρειάστηκαν πολλά φιλιά
πολλές αγκαλιές
κι ακόμα περισσότερες χειραψίες
για να αποκτήσω κι εγώ
την ανοσία μου,
αλλά ειλικρινά θα προτιμούσα
να βασιλεύω αυτό το μικρό δωμάτιο
σαν νικητής μιας μονομαχίας με σπαθιά
ή έστω με φτερά κότας

*

είναι σπάνιο
ένα σημείο του ορίζοντα
που προπορεύεται
με την ίδια ακριβώς αγάπη
που και συ
πατάς τον δρόμο

αυτός είναι ένας φίλος
μία σύντροφος
το νόημα
της μικρής σου ζωής

ΑΛ – ΑΓΩΝΙΑ: Έρωτας και Μηδενισμός στην Ποίηση του Ηλία Ν. Μέλιου

«Εγώ δεν είμαι ποιητής είμαι στιχάκι
είμαι στιχάκι της στιγμής
πάνω σε τοίχο φυλακής
και σε παγκάκι»

Νίκος Παπάζογλου (σύνθ.-ερμην.), «Εγώ δεν είμαι ποιητής», στίχ.: Λάζαρος Ανδρέου

Παρ’ όλο που, στην ουσία του, ο όρος ποιητική γενιά αποτελεί ένα είδος φιλολογικής σύμβασης ούτως ώστε να ομαδοποιούνται οι ποιητές και το έργο τους βάσει των πολιτισμικών και κοινωνικών καταβολών και επιρροών τους, έχει μια αξία χρήσης, συνήθως ταξινομητική, ιδίως όταν αντιμετωπίζουμε την ποιητική δημιουργία ως της αξίζει, ήτοι ομοούσια και αδιαίρετη. Η περίπτωση του Ηλία Μέλιου θα μπορούσε να ενταχθεί στην αμφιλεγόμενη ποιητική γενιά του 1980· εκείνην την γενιά που έλαβε την σκυτάλη από τις ηχηρές, περίφημες ποιητικές φωνές του 1970, για να στραφεί από την ουτοπία του κοινωνικού οράματος σε εκείνην του ιδιωτικού. Γεννηθείς το 1959 στην Καλαμάτα, μεγάλωσε στην Αθήνα όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα, κρατώντας πάντα την ποιητική του φωνή χαμηλή μα αυθεντική, εκεί όπου η ακατέργαστη δημιουργία φύεται, μακριά από την άκρατη ναρκισσιστική εμπορικότητα και τις λογοτεχνικές οχλήσεις. Θιασώτης καθώς είναι της ρήσης του Λωτρεαμόν πως η ποίηση πρέπει να γίνεται από όλους και όχι από έναν, έχει εκδώσει τις περισσότερες ποιητικές του συλλογές εκτός εμπορίου. Από καιρού εις καιρόν, πέρα από την ποίηση, έχει ασχοληθεί ή και ασχολείται με το πεζό, το δοκίμιο, την κριτική, το σχέδιο, το κολλάζ, την mail-art, την δημιουργία μικροβιβλίων τέχνης, την μουσική, την διαδικτυακή ραδιοφωνική παραγωγή, την επιμέλεια και την έκδοση βιβλίων και περιοδικών. Συμμετείχε στην έκδοση των φανζίν «Σε τόνους μινόρε» (1992) και «Δην» (1994-1999) και του υπερρεαλιστικού περιοδικού «Κλήδονας» (2006-2018). Υπήρξε εκδότης του περιοδικού λόγου «Δυτικές Ινδίες» (2000-2003) και μέλος Ελληνικού Κύκλου Χαϊκού. Συμμετέχει στις εργασίες της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών.

«πάλι γυμνός των ήχων που λιποταχτούν
δίχως μέρα εντός μου να γυρνά τη νύχτα
παγιδεύομαι στο ξημέρωμα»
Ηλίας Μέλιος, Εντός Μου, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ (σ.12)

Εάν ποίηση εστί πολιορκία του άφατου, τότε η ποίηση του Ηλία Μέλιου αποτελεί μιαν αδιάκοπη ακροβασία ανάμεσα στο άφατο της ύπαρξης (“κύκλος η ζωή/ ηρώον μνήμης και μνήμα συνείδησης”) και στο θνησιγενές του έρωτα (“και οι ουτοπίες δυστοπίες ομοιάζουν πόσω μάλλον οι έρωτες”). Σχοινί του ακροβάτη, ο Χρόνος:

«στο ρολόι συνεχώς αλλάζουν θέση οι ώρες
ανακύκληση αχρήστου υλικού και φορμαλισμός ακραίος
τόσα χρόνια περνούν κι ο μηχανισμός του
τα καταβροχθίζει ανελλιπώς
άλλοτε είναι ζωή κι άλλοτε ανυπαρξία
ή συγχρόνως και τα δύο
ο χρόνος αποτελεί παρελθόν
ενώ τώρα είναι η καλύτερη στιγμή του βίου μας»

Ο χρόνος ως σκευή όπου παρόν, παρελθόν και μέλλον έσονται εις σάρκαν μίαν και συμπυκνώνονται σε εκείνο το σταθερό σημείο όπου κάθε ταχύτητα εκμηδενίζεται, στο σημείο του μηδενός (“και προηγείται το μηδέν σαν ένα να υπάρξει”). Σε στίχο ελεύθερο και, πολλές φορές, αιρετικό -καθώς δεν λείπουν μήτε οι λεξιπλασίες μήτε οι νεολογισμοί και οι στρεβλώσεις των λέξεων- οι ποιητικές του συνθέσεις βρίθουν υπερρεαλιστικών στοιχείων, ενώ το αδιόρατο νήμα που συνδέει τις περισσότερες εξ αυτών -όσο ετερόκλητες κι εάν είναι μεταξύ τους- βρίσκεται στην δίνη της ύπαρξης του ανθρώπου εν κόσμω.

«κι ας κυλάει σκληρή
σ’ εναγώνιες προσταγές η ζωή μας
κι ας σκληραίνει τη ματιά
στο ξεφύλλισμα των διαβάσεων»
Ηλίας Μέλιος, Γύρω-Γύρω, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ (σ.101)

«καρφώνεται η ζωή μας ασάλευτη έξω από τα σύνορα
αναποφάσιστη
να βασανίζεται από τη σιωπή
κι η αγωνία της να μας ανήκει […]
έρχεται η ζωή μας κρυφά με όλη της τη δύναμη στα χείλη
έτοιμη να παρασταίνει τον προφήτη
απελπιστικά να μοιάζει με στεναγμό
και ψεύτικη νοσταλγία
μόνο και που μπορεί η ζωή μας να βυθιστεί ευλαβικά
στις μνήμες των παιδικών μας χρόνων
ολότρελλη να προσπαθεί να λησμονήσει
την επιμονή της πτώσης μας […]
πάντα τέτοιαν ώρα – γύρω στις έξι το απόγευμα
χειμώνα Δυτικά των Αθηνών
προσπαθεί η ζωή μας να καταλάβει
τι ν’ απέγιναν οι φίλοι σύντροφοι και ποιητές
στο τέλος δεν αφήνει παρά να γεννηθεί αυτό που πεθαίνει…»
Ηλίας Μέλιος, Μια Ζωή Ένα Αφήγημα, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ (σ.102)

Παρ’ όλο που τα περισσότερα ποιήματά του κινούνται γύρω από τον άξονα του υπαρξισμού και καταπιάνονται με τις προαιώνιες, χαίνουσες πληγές του ανθρώπου: τον θάνατο, τον έρωτα, την φθορά του πανδαμάτορος χρόνου και την ύπαρξη εν κόσμω και λόγω, και, παρ’ όλο που αυτό συμβαίνει με μία εμφανή ροπή προς τον μηδενισμό, πρόκειται για ένα παράδοξο είδος ενεργόφιλου μηδενισμού· ενός μηδενισμού όπου “στις εσχατιές του μηδενός το ένα ξεπροβάλλει” και όπου “καλύτερα ένα αντί για μηδέν/ καλύτερα λίγο παρά καθόλου/ αν δεν υπάρχει το πολύ, υπάρχει έστω λίγο”· με την φωτιά πάντα να σοβεί σε καθετί σβησμένο, ως νόημα που μέλλει να αναζωπυρωθεί ακόμα κι απ’ τις στάχτες (“και τα σβηστά κάρβουνα χτίζουν φωτιές”). Έτσι, φαίνεται πως σε αυτήν την ιδιαίτερη διελκυστίνδα ανάμεσα στο νόημα και την απουσία αυτού (“δεν περιμένω παρά στο περίπου όπου υπομένω”), υπάρχουν φορές που αυτό χάνεται (“διαρκές το παιχνίδι στο μηδέν/ σβήνει μαρτυρίες των ονείρων ιστορίες”), σαν δεν βρίσκεται ή, μάλλον, δεν αναζητείται καν, με τον ποιητή σε λυρική σύμπλευση με τους Madrugada, limitless within his limitations (απεριόριστος εντός των ορίων του) γράφοντας:
“οριστικά εντός ορίων
εκτός οριζόντων
αορίστως
εξ ορισμού
εξόριστος
στα έσω όρια” ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ (σ.80)

«αφού είναι όλα κύκλος, επιστρέφω στο μηδέν
νερό στάζω στη χούφτα μου, να κορφιάσει υπομονή»

«Βυθίζεσαι στο μπλε της θάλασσας˙ κάνεις παιχνίδι. Συλλαβίζεις καθαρά: “ΠΕΡΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΜΗΔΕΝ!”. Κι έτσι συμπλέει ακαταπαύστως ο πνιγμός με τη φωνή σου. Αναπνέεις βαθιά! Ζωγραφίζεις τα χέρια ΚΑΘΑΡΑ».
Και ποιες είναι άραγε τούτες οι φευγαλέες στιγμές που ανεπαισθήτως ο ποιητής δεν κλείνεται έξω απ’ της ζωής τα τείχη και βρίσκει -έστω για να το χάσει ξανά μετά από λίγο μέσα στην “ΑΔΥΝΑΤΗ ΖΩΗ”- το νόημα της ύπαρξης; Θεραπείες, αντίβαρα -έστω και λειψά- τούτα που η χοϊκή φύση τ’ ανθρώπου γεννά ως αντιστάθμισμα στο αναπόφευκτο πέρας.

«έξω από ψιθύρους χαράς και καημούς
μια ανταύγεια είναι απόκρυφου θανάτου

κόκκινη σκοτεινή κι αμφίβολη
όμοια με την άρρυθμη ανάσα μας
στη δίψα των χειλιών»

Εν αρχή ην ο Έρως (“τα χείλη δεν διψάνε καθώς πίνουν από χείλη”) και ο Λόγος (“εξόχως κι’ εγώ με λόγον πνεύματος/ αντεπιτίθεμαι/ μη τυχόν και αποσοβήσω/ εν τέλει/ τον βέβαιον διαμελισμό μου”). Έννοιες που στην ποίηση του Ηλία Μέλιου, υπάρχουν ως μεγέθη αντιστρόφως ανάλογα: “επειδή την ποίηση/ που κάνουν δυο/ δεν τη γράφει ο ποιητής” (ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ, σ.71). Η εκστατική στιγμή της αντάμωσης των δύο εραστών φαίνεται να αφοπλίζει και να αχρηστεύει συλλήβδην το οπλοστάσιο της ποιητικής τέχνης, με τις λέξεις να πασχίζουν, έστω, να περιχαρακώσουν το άρρητο του έρωτος και της ηδονής που αυτός γεννά σαν τα δύο υποκείμενά του βρίσκονται ενώπιος ενωπίω.

«αποζητώ την εικοστή εβδόμη σου καμπύλη
της σάρκας σου τη γεωμετρία ανασαίνω
γυμνώνοντας μία-μία τις πλευρές της ζωής
αεί αρχιτέκτων εγώ αγεωμέτρητος»
Ηλίας Μέλιος, Η Εικοστή Εβδόμη Καμπύλη, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ (σ.35)

Ο ποιητής καταφέρνει να φθάσει στον πυρήνα της χαϊντεγκεριανής ύπαρξης (Dasein), γυμνώνοντας μία-μία τις πλευρές της ζωής, μέσα από την ενσώματη εμπειρία σε μία άκρως σωματική, ερωτική ποίηση, όπου ο Έρως προσφέρεται σαν άρτος και οίνος σπονδή στον Θάνατο, ως η μόνη υπέρβαση αυτού που διαρκώς μας υπερβαίνει (“κι εμείς οι μελλοθάνατοι μηχανικοί του χάους/ αλλάζοντας ταχύτητα στον θάνατο ξέθωροι”).

«στο δέρμα σου αντηχεί ελπίδα», ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ, σ. 95

«θα τρυπήσω – διαρρήκτης
από της γης σου τον ομφαλό
να φθάσω (σ)το μυαλό σου
τις δικές σου σκέψεις να πιω
μήπως και οίνον ξεδιψάσω
αφού κορμί ψωμί να χορτάσω
δεν έχει

  • δεν έχεις», Όινος-Έρως, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ, σ. 17

«ΟΛΑ ΠΙΑ ΗΤΑΝ ΠΟΛΥ ΜΑΤΑΙΑ ΚΙ ΑΝΟΗΤΑ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΥΝ
ΣΕ ΛΕΞΕΙΣ», Αλεξάντερ Σολζενίτσιν

Και εάν οι λέξεις μοιάζουν ανεπαρκείς να χτυπήσουν το κέντρο της υπάρξεως και του νοήματος, ολάκερη η ποίηση του Ηλία Μέλιου μοιάζει με μια αέναη διαπάλη ανάμεσα στην σιωπή και λόγο (“τα χείλη μου –το ξέρω– θα προσπαθούν για πάντα/ να χαράξουν πολύ πιο πέρα και απ’ τον άνθρωπο/ μιαν οπτασία”). Οι λέξεις μπορεί να είναι μονάχα η απομίμηση της ζωής ή, και, η προσομοίωσή της, ποτέ όμως δεν θα βρίσκονται εκεί όπου πάλλεται η ζωή, βίαιη και ζωογόνος:

«ψεύτικα μάτια οι λέξεις ζωγραφισμένες σε γυαλί
ίσως λησμονημένες
μόλις που πρόλαβαν να φυλακίσουν το χρώμα τους»

«αρκεί ό,τι δεν γράφεται κι ό,τι δεν κάνω είμαι
και μιαν αγάπη θαύμαζα δαιμονική ν’ αστράφτει
χαρτιά μελάνια φόβισε να καταπιεί βιβλία
με όλα τους τα γράμματα κι οι λέξεις μού ξεφύγαν
και μείναν τα σημεία τους της στίξης τα σημάδι»

«ησυχία ενός καθρέφτη που ασφυκτιά στο περίπου του χρόνου – τα γράμματα σαπίζουν κατά τη μορφή τη φωνή και τη σύνταξη – μαζί κι οι ομιλίες μας απόξενες φωτογραφίες»

Και όσο στερείται την δύναμη να ξεβράσει το μάγμα της ζωής ο Λόγος, δεν στερείται του εμβόλου του, σαν τρυπά και τέμνει εγκάρσια και την πιο άτρωτη πανοπλία (“ενίοτε ο πόνος των λέξεων/ είναι πιο πονεμένος/ κι απ’ τον σωματικό τον πόνο τον υλικό”), είτε με την παρουσία του είτε με την απουσία του.

Σε τούτη την πάλη μοιάζει η σιωπή να κερδίζει ως εργαλείο εκφοράς των όσων κείτονται εντός και πάλλονται, με την απουσία των λέξεων να συνιστά μια νέα παρουσία (“δεν υπάρχουν λέξεις/ μόνο η σιωπή τους υπάρχει”) και τον ήχο τους να συνθλίβεται ησύχως μέσα στο άρρητο (“ακόμη που δεν γράφονται διαβάζονται τα λόγια”).

Κι όλα τούτα τα γιοφύρια που χτίζει και γκρεμίζει με την ποίησή του, ανάμεσα στο ρητό και το άρρητο, στην σιωπή και την ομιλία, στις λέξεις ή στην απουσία αυτών, θα μπορούσαν να χωρέσουν στον πίνακα που φτιάχνει ένας μόνος στίχος του:
“τείχη γκρεμίζει η γραφή καράβι γλώσσα χτίζει”.

«στο ψέμμα που ’ναι η ζωή ο χρόνος δραπετεύει
αληθινός και άφοβος στο όνειρο διαφεύγει»
Μα όσο και εάν παλεύει ο ποιητής να αφήσει τις λέξεις κελύφη αδειανά κι αλλού το νόημα να βρει πάντα σε τούτες επιστρέφει σαν άσωτος υιός και καταφύγιο γυρεύει από του Χρόνου τις βροντές:

«απομίμηση της ψευδοζωής ο θάνατος
άρριζο δέντρο
σαν πληγωμένο θηρίο φοβισμένο μουγκρίζει
αδύναμος
λουφάζοντας μπρος στο χαμόγελο
που εκτρέφει την μέλλουσαν αθανασία»

«ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ ΣΦΑΓΙΑΣΘΕΝΤΟΣ
ΧΡΟΝΟΥ ΡΕΕΙ ΣΤΙΣ ΦΛΕΒΕΣ ΜΑΣ»

Σκαπανέας της μνήμης, “αυτής της σπουδαίας διαδρομής προς την εκεχειρία”, ξεθάβει την ζωή του μέσα απ’ την μελάνη και το χαρτί, μέσα από τις -όσο παντοδύναμες, άλλο τόσο και ανίσχυρες- λέξεις (“οι αναμνήσεις/ χαμένες στις τυπωμένες σελίδες/ παλεύουν να μάθουν/ τι διακινδυνεύεις τώρα”), εφάπτοντας το παρελθόν με το παρόν στην δίνη του αναστοχασμού· σε εκείνο το σταθερό σημείο όπου η ζωή είναι πάντα απούσα, σαν κάτι που επίκειται και φωλεύει μονάχα στην φαντασία (“κι εμείς;/ να ’μαστε πάλι/ χαρτί και μολύβι/ με το αύριο φαντασία τού σήμερα”).

«Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής σας
Κι ο γιος μου τ’ ανταλλακτικό
Θα ‘ναι εντάξει μια ζωή στη δούλεψή σας
Είναι από άριστο υλικό», Κιβωτός, Ελένη Βιτάλη

Το μοτίβο της σοβούσας έντασης, που αντί να ξεσπάσει και να διαχυθεί, συγκεντρώνεται σε ένα σταθερό σημείο αδράνειας, διατρέχει μεγάλο μέρος της ποίησης του Ηλία Μέλιου, καταδεικνύοντας την αλλοτρίωση που έχει υποστεί ο σύγχρονος άνθρωπος στους κόλπους της μεταβιομηχανικής κοινωνίας. Έτσι, όσο φρενήρεις και αν είναι οι ρυθμοί της κοινωνικής επιτάχυνσης δεν καταλήγουν παρά σε μία συστηματική ρουτινοποίηση της ζωής καθιστώντας τον βίο αβίωτο, συγκεντρώνοντας όλες αυτές τις αντίρροπες κινήσεις σε ένα ασάλευτο σημείο αδράνειας· την επανάληψη.

«ημιδιάφανοι
ζούμε τη ζωή μας στα κύματα
στα πλαστικά μπουκάλια στις διαφημίσεις
ζούμε σε όνειρο
συσκευασμένοι προσεκτικά»

«κάτι νούμερα άχρηστα να μαζεύω σπυρί νεκρό σπυρί
νούμερο κι εγώ λογιστικό στα νούμερα τσαλαβουτώντας»

«απέναντι στον τοίχο του λογιστικού γραφείου κρεμασμένος
μικροπίνακας διακοσμητικός θορυβεί ασυστόλως
τρέχουν τα νερά του στο πάτωμα
θα ορμήσω μέσα του με τα ρούχα
κι ας μην είναι καλοκαίρι»

Μόνη διέξοδος ή, λιγότερο βερμπαλιστικά, ένα είδος θεραπείας, έστω και προσωρινής, από την σισύφεια καθημερινότητα του βιοπορισμού και της σύγχρονης πραγματικότητας, που δεν κάνει άλλο από το να αποξενώνει όλο και περισσότερο μέσω της κίβδηλης διασύνδεσης παράλληλων μοναξιών, η Ποίηση. Εκείνος ο μαγικός τρόπος που μπορεί μια λέξη σαν σταθεί σιμά μιας άλλης, να ανάψει φως μες στα σκοτάδια, πόρτες στους τοίχους να ανοίξει:

«όλα τα ποιήματα είναι αποσπάσματα
το ποίημα είναι μια προσπάθεια να θυμηθείς
ακόμη μια νύχτα είναι
– μια προσπάθεια ν’ αρπάξεις μια καινούργια λέξη»

Ή με τους στίχους ενός άλλου αγαπημένου ποιητή:

«Ωωω! … Όχι!. Τις λυχνίες μου -Μάγος στρυφνός- θ’ ανάβω και -λίθο φιλοσοφική- θα βρω άλλον ρυθμό, και μια στιγμή, ανύποπτην ύλη θα σε συλλάβω επ’ αυτοφώρω: Σύνθημα, Σημείο ή Αριθμό …»

Γιάννης Σκαρίμπας, Φιδάκι

Εργογραφία:

«Μπαρόκ Παροιμίες» (ιδιόγραφη έκδοση εκτός εμπορίου, 1988), «Παραδείγματα» 1987 (ιδιόγρ. έκδ. εκτός εμπορίου, 1989), «Πώς να Ξεχάσεις την Κωνσταντινούπολη;» (ιδιόγρ. έκδ. εκτός εμπορίου, 1991), «Χεράτ» (ένθετο στο τχ. 16 του περιοδικού Ελί-τροχος, 1998), «Πνοές Ερώτων» (χαϊκού, 16σέλιδη αναδιπλούμενη εκτός εμπορίου έκδοση, Δυτικές Ινδίες, 2003), «Αλ-αγωνία» (Δυτικές Ινδίες, 2007), «9 Κολλάζ-1 Μήνυμα-8 Φράσεις» (κολλάζ και μονόστιχα, 2011) και «Φωνές γράφουν ’στορίες» (2023).

Η ποιητική συλλογή του Ηλία Ν. Μέλιου, ΑΛ-ΑΓΩΝΙΑ, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Δυτικές Ινδίες, το 2007 σε καλλιτεχνική επιμέλεια του Γρηγόρη Αποστολίδη.

*Από το http://medium.com

Antigoni Katsadima, Dos poemas / Δύο ποιήματα 


Φώτο: Vince Fleming

El piñón caído

A Costis

Un piñón está en nuestro camino,
la rosa que no buscábamos
o el sueño de la noche innecesario.

Después del mar los ojos dan a luz al sueño,
al filtrar la piel urbana y de la tierra,
lo crucial es dejar las gotas que caigan.

Anoche, el amigo y poeta Costis en mi sueño
me mostró orgulloso la parada del metro de Atenas
dedicada a Danton, una noticia oníricamente real.

En el entretanto, hay incendios por muchas partes,
se queman los árboles, los amigos silenciosos,
y soy perdidamente infeliz en un retrato agobiante.

Pero, el personaje de la revolución,
punto de referencia del sueño que no es solo mío,
cumple con las reglas del juego del “superyó”.

Luego, llevo a una anciana en una camilla,
le pregunto su fecha de nacimiento al andar,
18 de marzo es su respuesta al infinito.

Me despierto entonces con un piñón caído,
la anciana del sueño era mi país moribundo
que necesitara a los gobernantes desaparecidos.

Soñar con Danton no sé si es sano,
pero Costis Triantafyllou tiene el apellido de la rosa
y ahora el sueño empieza a cantar.

La amistad es el retablo adonde los sueños maduran.

Το πεσμένο κουκουνάρι
Στον Κωστή

Ένα κουκουνάρι κείται στο δρόμο μας,
το ρόδο που δεν ψάχναμε
ή το αχρείαστο όνειρο της νύχτας.

Μετά τη θάλασσα τα μάτια γεννούν το όνειρο
φιλτράροντας το αστικό και χωματένιο δέρμα,
σημασία έχει ν’ αφήσεις τις στάλες να πέσουν.

Χτες, ο φίλος και ποιητής Κωστής στο όνειρο
μού έδειξε περήφανος τη στάση του μετρό της Αθήνας
αφιερωμένη στον Δαντόν, είδηση ονειρικά πραγματική.

Στο μεταξύ, έχει φωτιές σε πολλά σημεία,
καίγονται τα δέντρα, οι σιωπηλοί φίλοι
κι είμαι αχανώς δυστυχής σ’ ένα πορτρέτο πνιγηρό.

Όμως, το πρόσωπο της επανάστασης,
σημείο αναφοράς του ονείρου που δεν είναι δικό μου μόνο,
πληροί τους κανόνες του παιχνιδιού του «υπερεγώ».

Μετά, μεταφέρω μια γιαγιά σε ένα φορείο,
τη ρωτώ την ημερομηνία γέννησής της πηγαίνοντας,
18 Μαρτίου είναι η απάντησή της στο άπειρο.

Ξυπνώ, λοιπόν, με ένα πεσμένο κουκουνάρι,
η γιαγιά του ονείρου ήταν η ετοιμοθάνατη πατρίδα μου
που χρειαζόταν τους εξαφανισμένους κυβερνήτες.

Να ονειρεύεσαι τον Δαντόν δεν ξέρω αν είναι υγιές,
αλλά ο Κωστής Τριανταφύλλου έχει το επώνυμο του ρόδου
και, τώρα, το όνειρο αρχίζει να τραγουδάει.

Η φιλία είναι η σκηνή όπου τα όνειρα ωριμάζουν.

*

La pierna dorada

Es el aire nocturno que habla, no soy yo.
Era el sol que dejó su pierna dorada en la pared,
no era la puesta de sol de esta tarde en la ciudad.

Soñar con lo imposible es poder estar expuesta a la luz,
las raíces de la búsqueda interior no se conocen siempre.

Lavo el verano a mano,
ropa de color, con rayas, todo respira
en mis manos que guardan la esperanza.

Το χρυσαφί πόδι

Είναι ο νυχτερινός αέρας που μιλά, δεν είμαι εγώ.
Ήταν ο ήλιος που άφησε το χρυσαφί του πόδι στον τοίχο,
δεν ήταν το ηλιοβασίλεμα απόψε στην πόλη.

Να ονειρεύομαι το αδύνατο είναι να μπορώ να εκτίθεμαι στο φως,
οι ρίζες της εσώτερης αναζήτησης δεν είναι γνωστές πάντοτε.

Πλένω το καλοκαίρι στο χέρι,
χρωματιστά, ριγέ, όλα αναπνέουν
στα χέρια μου που φυλάσσουν την ελπίδα.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://monolithvolume.com/katsadima-specchio-doppio/#comment-1426