Περπατώ πίσω σου με τ’ ασταθή βήματα ενός ξεκινήματος πουλάκι που ραμφίζει επίμονα το κέλυφος του αυγού χωρίς να γνωρίζει το σχήμα των πραγμάτων που θα ’ρθουν.
Ανασηκώνεις ένα φυτό παρατημένο πλάι στον κάδο με τα φυλλαράκια του μπλεγμένα σαν τις ανάστατες μπούκλες σου πάνω στο χώμα όπου φυτρώνει κι εσύ ολοένα ανθίζεις μεσ’ από μια ρωγμή
σφίγγοντας τη γλάστρα στον κύκλο που σχηματίζει η καρδιά με τις παλάμες. Θα σκόνταφτα και θα ’πεφτα στην άκρη του πεζοδρομίου αν η γαλήνη των χεριών σου δεν ακουγόταν να γίνεται σιγά σιγά ήχος ξερών κλαδιών που σπάνε σε μια θεραπεία που έχει ήδη ξεκινήσει καθ’ οδόν.
Αν δεν σ’ αφουγκραστώ, κλαδευτή του φυτού που αναρρώνει, αν δεν σ’ ακολουθήσω, κλακ κλακ, ως το τέλος του δρόμου πώς θα συναντήσω τον κόσμο ξανά.
*
Επιστροφή από την επαρχιακή οδό
Είναι αλήθεια· δεν υπάρχει αρκετή ομορφιά στον κόσμο. Ξεκινήσαμε αργά. Το φως γλιστρά στις άκρες των δαχτύλων με μια ακαριαία κίνηση που την ονομάζεις γελώντας το πέταγμα της σερπαντίνας. Η νύχτα στην εξοχή έχει την ποιότητα των πρώτων λεπτών στο σκοτάδι όταν τα μάτια ανοιγοκλείνουν αναμένοντας μια οικειότητα που αναβάλλεται. Όταν το φεγγάρι δεν ανατέλλει, γινόμαστε τα φώτα του κινούμενου τοπίου κι αντικρίζουμε τα καύκαλα, τα κελύφη και τα κόκαλα τη στιγμή ακριβώς που θρυμματίζονται κάτω απ’ τη ρόδα. Με τέτοιους ήχους αποκοιμιέσαι. Η αναπνοή σου στο διπλανό κάθισμα μ’ αγγίζει ανεπαίσθητα εκεί όπου πριν λίγο υπήρχε μόνο υποψία. Αναπνέω μαζί σου κι αποφασίζω να οδηγήσω χωρίς σταματημό πέρα απ’ την επαρχιακή οδό με τις σκοτωμένες αλεπούδες και τους άπνοους σκαντζόχοιρους αφημένους στον χρόνο που θέλει το σώμα για να λιώσει. Θα εξακολουθήσω να οδηγώ ακόμα κι όταν ο δρόμος τελειώσει· στη θάλασσα—
*Από τη συλλογή “Εμείς και ο κόσμος”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.
Γράφει η συγγραφέας και διεθνολόγος Κασσάνδρα Αλογοσκούφι
Η νέα ατομική έκθεση του Θανάση Σκυλογιάννη ονομάζεται «Απάνεμο καρτίνι» (Βαρελάς, 2024), το οποίο προέρχεται από το ποίημα «Kuro Siwo» του Νικόλα Καββαδία από τη ποιητική συλλογή «Πούσι» στα 1947 και ειδικά στην 5η στροφή:
«Η λαμαρίνα!… η λαμαρίνα όλα τα σβήνει. Μας έσφιξε το Kuro Siwo σαν μια ζώνη κι εσύ κοιτάς ακόμη πάνω απ’ το τιμόνι, πώς παίζει ο μπούσουλας καρτίνι με καρτίνι».
(Καββαδίας, 1947)
Καρτίνι ονομάζεται το τεταρτημόριο, που στην περίπτωσή μας αναφέρεται στη ναυτική πυξίδα που εν πλω και εν κινήσει αλλάζει καρτίνι με καρτίνι ένδειξη προσανατολισμού. Στην παρούσα φάση, «απάνεμο καρτίνι», αναφέρεται στον ίδιο τον δημιουργό που με κοινωνικές αξίες υπέρ ενός ανυπέρβλητου ανθρωπισμού παραμένει σταθερά αριστερού προσανατολισμού. Είναι έφεση του ίδιου να δέχεται αντιστεκόμενος όλους τους κακούς ανέμους, αλλά να προστατεύει αλλήλους θέτοντας τον πλησίον του στην προστασία της απανεμιάς δια της τέχνης -και όχι μόνο- μέσα από το ιερό τεταρτοκύκλιο ενός καλού κ’ αγαθού φυλαγμένου εσωτερικού κόσμου.
Ο Θανάσης Σκυλογιάννης απόφοιτος σχολής Μηχανικών στον Ασπρόπυργο έζησε για οχτώ χρόνια ψημένος σαν ναυτικός υπό τον διεθνή αντίκτυπο από θερμά επεισόδια στην Νοτιοανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, δηλαδή το αντιαποικιοκρατικό Κίνημα των Αδεσμεύτων (ΚτΑ) (Ρούσσος, 2015), την Εισβολή στην Κύπρο, ως αποτέλεσμα της μεγάλης προδοσίας εκ των έσω, τόσο απ’ τη Χούντα της Ελλάδας, όσο και μεταπολιτευτικά επί ημερών Κ. Καραμανλή (Κουίκ, 2023). Τα δε ταξίδια του συνέπεσαν με τον Αραβοϊσραηλινό πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, την Ιρανική Επανάσταση, την Πετρελαϊκή Κρίση(73’&79’) και την πτώση της δυναστείας του Μπαχλαβί του 1979. Με αυτό το διεθνές πλαίσιο, ο Σκυλογιάννης εμβαπτίστηκε -δια πυρρός και σιδήρου- στην ελληνική ναυτοσύνη με κοφτερή κρίση και ανοιχτούς ορίζοντες με το καλύτερο που μπορούσε να δώσει στον εαυτό του, δηλαδή μία θέση στην Αριστερά, όπου και θα λειτουργούσε ο ίδιος πιο αποτελεσματικά σαν άνθρωπος και καλλιτέχνης.
Λόγω των ταξιδιών, η ενασχόληση με την τέχνη γίνεται περιστασιακά. Στη συνέχεια και μέχρι τη συνταξιοδότησή του ο Θανάσης απασχολείται ως μεταλλεργάτης στη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη Περάματος όντας ενεργός στο Συνδικάτο για δίκαιη διεκδίκηση κάθε εργασιακού δικαιώματος κοντολογίς για τρεις δεκαετίες. Η καθημερινότητα στη ζώνη αποτελείται από εναλλαγές λύπης και χαράς, θανάτου και ζωής, εργατικών ατυχημάτων και ευτυχημάτων συναδελφικών. Ο επιούσιος μόχθος σφυρηλατείται στον διαρκή αγώνα για κοινωνική αλλαγή. Οι αναμνήσεις από τη ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη και η μνημειώδης δύναμη του μεταλλεργάτη απεικονίζονται απαράμιλλα στον εκπληκτικό πίνακα του εναέριου εργάτη κεκαλυμμένου με προστατευτική φόρμα. Σε τουλάχιστον τρεις πίνακες του παρατηρείται μία γραμμή ορίζοντα της ναυπηγοεπισκευαστικής ζώνης, που αποτελεί σημείο ρέμβης του καλλιτέχνη, αλλά και πανοραμικής επισκόπησης του εργατικού κινήματος.
Δε βιοπορίζεται ποτέ επαγγελματικά από τη ζωγραφική λόγω των πεποιθήσεων του-τύπου απάνεμο καρτίνι- περί καθαρής και ευαγούς τέχνης που δεν υποκύπτει στις πιέσεις που επιτάσσουν τα καπιταλιστικά γρανάζια.
Ο πίνακας «Φωτιά στο Λιμάνι»
ΠΙΝΑΚΑΣ «ΦΩΤΙΑ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ»
Η «Φωτιά στο Λιμάνι» είναι ένα εμβληματικό έργο του ζωγράφου Θανάση Σκυλογιάννη. Εκεί, που υποτίθεται υπάρχει ξηρά, εντοπίζονται τα χίλια χρώματα της πυράς, της φλεγόμενης γης των ανθρώπων. Το καράβι με τις καθετότητες παραπέμπει στον σωτήριο σταυρό, πλην όμως ο Σκυλογιάννης όντας αγνωστικιστής, μα περισσότερο ανθρωπιστής, θεωρεί πως σωτηρία για εκείνον είναι η κομμούνα στο κατάρτι, όπου ο ένας βοηθά τον άλλο για να ταξιδέψει το καράβι της κοινωνίας. Λόγω ναυτοσύνης, το μαύρο ιστιοφόρο συμβολίζει τον σωτήριο πόρο ελευθερίας και εξερεύνησης στο εβένινο χρώμα της σκληρής επιβίωσης, που επισκιάζει τον σύγχρονο άνθρωπο. Είναι το καράβι, με τον Οδυσσέα να περνάει από τις πιο επικίνδυνες ναυτικές οδούς, τη Χώρα των Λωτοφάγων, τις Συμπληγάδες Πέτρες, τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, αλλά εκείνος θα υψώνεται δεμένος με τα μάτια εικαστικού ορθάνοιχτα και τα αυτιά βουλωμένα από τις δυστοπικές σειρήνες της εποχής. Θα εκθλίβει με τον χρωστήρα του ανενόχλητος το ευοίωνο νέκταρ των Θεών και το έλαιο της αθανασίας. Η ευθεία που χωρίζει γη από θάλασσα ή θάλασσα από ουρανό είναι ελαφρώς διακεκομμένη υποδηλώνοντας ότι χρονικές στιγμές μπορεί να αποτελούν ορόσημα αλλαγής και ο Σκυλογιάννης όντας αριστερός τω φρόνημα, επιλέγει την κοινωνική αλλαγή στο τώρα και το αύριο, παρά μια υπόσχεση στατικής μεταθανάτιας παραδείσου. Τέλος, ο πίνακας υπονοεί ότι για όλα ευθύνεται ο άνθρωπος. Απουσία ανθρώπου, όλα αφορούν τον άνθρωπο. Απουσία επανάστασης, όλα είναι επανάσταση. Είτε οι άνθρωποι αποφασίζουν συλλογικά ή ατομικά για επαναστατική αλλαγή κόντρα στην κοινωνική αδικία και την ανισότητα, η επανάσταση θα βρει τρόπο να τους βρει, στη φωτιά στο λιμάνι. Μια μέρα ξαφνικά, το ανθρώπινο σκαρί της ψυχής θα αξιολογήσει άπαντες στο γύμνασμα νου, καρδιάς και συνείδησης. Αν τους βρει πλεονάζοντες στο βάρος, θα πεταχτούν στο κύμα σαν σαβούρα και θα χαθούν στον καπνό. Αν τους βρει γυμνασμένους «σαν έτοιμους από καιρό, σαν θαρραλέους» (Καβάφης, 2024) τότε ο άνθρωπος στο νερό θα σωθεί ιδίαις δυνάμεις. Γιατί άνθρωπος το σκαρί, μα και άνθρωπος η λύση όλων των προβλημάτων.
Απωθούμαι από της αισθητικής τη χρεοκοπία κι η ζωή εντός του λόγου κλυδωνίζεται στου μαΐστρου τον αφρό μαίανδροι σκέψεις σκιερές ευωδίες θαλασσινές περνούν και χάνονται τόσο πρασινογάλαζα κι αληθινά σκαρτσιμάς και πάτελα μούρμουρας γαλάρι λαμπάρδα σπαθόψαρο σαμπιέρος σμέρνα και παστανάκα
στο εσώτατο βάθος η ανυπαρξία συνορεύει με φίλια φυτά ασπάλαθρας ασπέρδουκλας πολυτρίχι αρνάς ελιά αμπέλι κυπαρίσσι πρικαλίδα αρμπαλουΐζα παυλοσουκιά κρούζα βαβομηλιά μοσκιά
ό λ α κ α θ ‘ ο δ ό ν ανακαλύπτουν το βασίλειο της υποκρισίας το παιχνίδι των πολλαπλών κειμένων ωσάν λίπασμα και το στοίχημα ανάγνωσης-γραφής
το ισχνό ρίγος στη φωνή οι διογκωμένες κόρες η πλάκα στα δόντια το τρεμουλιαστό χαμόγελο οι μαύροι κύκλοι το δάχτυλο που πιέζει τον κρόταφο τα φαγωμένα νύχια η ακατάσχετη πολυλογία το τίναγμα του ποδιού οι γυρτοί ώμοι το κοιλιακό λίπος τα ψίχουλα στο ύψος του στήθους το καμπανάκι στη λέξη παιδί η άγκυρα της κοινοτυπίας η παύση ως αιώρηση ο τρόμος που αχνοφέγγει το κούρδισμα του παραμικρού ερεθίσματος η επιβολή της τρέλας η άγνοια επί της σφαγής η καταραμένη θάλασσα αυτή η καταραμένη θάλασσα καταμεσής Αυγούστου
Με βλέμματα διαπεραστικά μαλλιά επίμονα ξανθά και λίγο κίτρινο που μετριάζει την αποτυπωμένη ένταση της δράσης,. αντίσταση που αποκλίνει από την αρρυθμία των παλμών Η εναλλαγή των χρωμάτων Η μετάπλαση των νεφών. Όπως οι δαντελένιοι σκελετοί των φύλλων συστρέφονται οι τάσεις να μην ξανακομματιαστεί κάθε λεπτό πριν οι τρυφερότητες αγγίξουν Τα λουλούδια της στέρησης κάτι μωβ κρινάκια, άνθη, κύκνοι κι αλογάκια προϋπήρχαν σ’ ένα άλλο όνειρο
*
Χρώματα ψυχής
Καθώς το πρώτο σύννεφο εκπέμπει αέρα μετάβασης σ’ ένα μπλε εντεινόμενο με ρούχα-πέταλα προσαρμοσμένα χρώματα ψυχής όπως τ’ αγάλματα κυκλώνουν τη συνοπτική τους ιστορία με τρεις λέξεις, δύο μορφασμούς πέντε μιμητικές κινήσεις σαν αποτέλεσμα σταθερότητας σε στάθμη αιμάτινη.
*Από τη συλλογή “Η Διέλευση”, Εκδόσεις Εριφύλη, Αθήνα 2001.
Καλωσορίζουν οι πολίτες την άνοιξη Του μυαλού η θύελλα μαίνεται Το χάος στις πλατείες αντηχεί στα τοιχώματα Εισιτήριο χωρίς επιστροφή για κάποιο
μακρινό σύστημα
Με θέα την μελανή του οπή, όπιο η χαρά, λαμβάνοντάς το καθημερινά Συζήτηση, συζήτηση, συζητούν για την επικαιρότητα γιατί δε με χωρά, δεν ταξιδεύουν οι φράσεις; Σταμάτησε ο χρόνος Εγκλωβισμός στον Οκτώβρη Ίσως η τράτα, χωριανοί, να μ’ απελευθερώσει
*
ΔΙΚΗ
Προς εσένα απευθύνομαι, παρατηρητή που βιώνεις την ζωή στο ρόλο του δικού σου πρωταγωνιστή Τον πόνο υποτιμώ Την χαρά κοροϊδεύω Τον φόβο αγνοώ Δίκη, απαιτώ Δικαστή με, δεν είμαι άνθρωπος
Θ*
ΒΑΡΥΤΙΚΗ ΥΠΕΡΟΨΙΑ
Εγωκεντρικό το μοντέλο, δεν με αγγίζει το βάρος, δεν υποχωρώ, περίτεχνα η ανθρωπότητα περιστρέφεται αιώνες με κέντρο εμένα και επιτέλους σας συγχωρώ
*Από τη συλλογή “Εγκυκλοπαίδεια διαστημικού προσανατολισμού”, εκδόσεις Θράκα, 2023.
Κανείς δεν ξέρει πια τι είναι η αγάπη. Κανείς δεν ξέρει στον Θεό τι συνέβη Μετά τα μεσάνυχτα οι λεσβίες και οι αδελφές Σαρώνουν τους κακόφημους δρόμους, Όπως οι σπειροχαίτες έναν εκφυλισμένο εγκέφαλο. Οι απατεώνες έχουν ξεκουμπιστεί από την πόλη. Αναπολώ τις ώρες που πέρασα Μιλώντας μαζί σου για τις ηλιθιότητες Του κόσμου που καταρρέει και τις βαρβαρότητες Της φυλής μου και της δικής σου, Ενώ οι άρρωστοι, οι διεστραμμένοι, οι παραμορφωμένοι, Ήρθαν και πήγαν, και τους έφτιαξες, Και τους παραμύθιασες και τους συγκλόνισες, Και τους ξαπόστειλες με μια μικρή γεύση Ηλεκτρικής ζωής από τις άκρες των δακτύλων σου. Ποιος θα μπορούσε ποτέ να ξεχάσει το προσηνές κορμί σου, Ή την αίσθησή σου τη γαλήνια; Ή τον χαμογελαστό σου έρωτα; Υποθέτω ότι το άγγιγμά σου κράτησε πολλούς άντρες Όσο ήταν δυνατόν στα λογικά τους. Κάθε ώρα αυτό το άγγιγμα όλο και λιγοστεύει στον κόσμο.
κάθε ον προέρχεται από το ωραίο και το αγαθό υπάρχει μέσα στο ωραίο και αγαθό και επιστρέφει στο ωραίο και αγαθό. ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ, Περί θείων ονομάτων
Κάποτε θα γυρίσουμε στο ποίημα ως ελιγμό ευκαιριακό ή ως σιγαστήρα σε σκέψεις όπως φερ’ ειπείν: αν η μεγαλόδωρη αντλία της καρδιάς αυτομολήσει και σιγήσει τη φιλότιμή της άρδευση αν κάτι αλλάξει αδόκητα στο pH των κυττάρων ή αν χρόνια ναρκωμένοι πολύποδες αφυπνιστούν επισπεύδοντας το στοίβαγμα
Κάποτε θα γυρίσουμε στο ποίημα ως (επ)ανάσταση: κάτω απ’ το δέρμα μας θα πάλλεται αξεδίψαστα ο σφυγμός πασχίζων του ουρανού το λάπις λάζουλι στις φλέβες μας θα ξενυχτάν οι φούγκες των φιλιών εξόδιες γδέρνοντας πληγές στην εγγενή μας πλήξη· μες στα βραχώδη στενορύμια της ψυχής τα λόγια μας ίδια αρτεσιανά θ’ αφρίζουν κάλυκες που θα μας δικαιώνουν θύρσους πολύχρωμους προτάσσοντας σε κάθε σκοτασμό εωσότου πίσω στο στερέωμα να εκβάλουμε: ένα ακόμα αποσιωπητικό στις φρυκτωρίες των άστρων
Κάποτε θα γυρίσουμε στο ποίημα ως ενδεχόμενο: δίχως κανένα χώρο ή χρόνο να μας υποτάσσει μ’ εξάντα κι αστρολάβο αχρηστευμένα θ’ αποκαθάρουμε με φως τα τραύματά μας τους φόρους-όρους του κορμιού, τις εντροπίες –τα σύνορα που μας χαρτογραφούν· με τις ουλές της Πίστης για παράσημα θ’ αναδυθούμε υπέροχοι πάνω απ’ τ’ Αναγκασμένο
Κάποτε θα γυρίσουμε στο ποίημα ως πλησμονή: ντυμμένοι μια χρυσόσκονη παρμένη απ’ τα μικράτα μας σοφά αφελείς, ολάνοιχτοι προς τη συναρπαγή θ’ ανακαταλαμβάνουμε μια θέση στην αθωότητα – τα μάτια μας θ’ αποκαθίστανται στο πρώτο άνοιγμά τους· ρούχο φθαρμένο θα μαντάρουμε την ομορφιά καίτοι αναπάντητοι από τ’ άφθαστα υπερώα θα βρίσκουμε έναν ώμο προσηνή ένα άγγιγμα στην αχανή σιωπή τον χρόνο μας μαθαίνοντας ν’ αθροίζουμε στις συναθροίσεις των χεριών μας
Κάποτε θα γυρίσουμε στο ποίημα ως πνοή καινή επάνω στο κενό μας στις πιο ευάλωτες στιγμές, μωλωπισμένοι κι αυτό θα μας καθίσει σαν παιδιά στα γόνατά του που ξέχασαν την αλφάβητο και με ηχείο τα σκαμμένα μας κορμιά χορδές τα αιμόφυρτα μαλλιά μας θ’ αρπίσει την αρχέγονη άλγεβρά του: πως το μηδέν —αν ξέρεις πώς να το ζουλάς— μπορεί πανεύκολα να ιδωθεί και ως άπειρο ή πως με δάχτυλα πλεγμένα Εγώ κι Εσύ είμαστε ανεπανάληπτα στη Γη συνώνυμ@ του θαύματος.
Κανένα δάκρυ δεν αντισταθμίζεται
*ΑΣπό τη συλλογή “Ακούγοντας δάση”, εκδόσεις Βίργκω, 2024.