Νίκος Καρούζος, Βραδινός Ιούνιος

Ένας θάνατος είν’ ο θάνατος.
Άλλος θάνατος είν’ η άκρης της ύλης.
Κι άλλος θάνατος, ο λευκότερος
Είν’ η άνοιξη της μη-ύλης.
Όποιος ακούει τον πρώτο θάνατο
πεθαίνει στ΄αλήθεια.
Οποιος αγίζει το δέυτερο θάνατο
ζει.
Μα εκείνος που φτάνει στον τρίτο θάνατο
μοιάζει να ‘χει νικήσει
άνοιξη, όχι το έαρ, αλλά
το ν’ ανοίγεις: το δρόμο
της μη-ύλης.

Ιούνιος ‘75

Αργυρώ Αξιώτη, Τα ρούχα του πατέρα 


Φωτογραφία: Δήμητρα Καραδήμα

Κι ύστερα έβγαζε
τα πουκάμισα
τα άφηνε πρόχειρα πάνω σε καρέκλες
άλλοτε πάλι
τα τοποθετούσε προσεχτικά σε κρεμάστρες
κι έμπαινε
σε σώμα αγαπημένο
σε λουτρό μυστικό
σε θάλασσα σιωπής.
Μετά τα σαράντα
χαρίσαμε τα ρούχα του στο γηροκομείο
όλα εκτός
από εκείνο το πουκάμισο
το κυριακάτικο το χιλιοφορεμένο
που το υψώσαμε
στο ανατολικό παράθυρο
παντιέρα.

Μοχαμμάντ Χεμματί, Η κούνια 

Άσε τους να περιγελούν
τον ποιητή
που μες στη βαρυχειμωνιά
έγραψε ένα ποίημα υμνητικό για σένα,
ωραίο φθινόπωρο.

Μ’ αυτή τη σκέψη ξύπνησα σήμερα το πρωί, που ο μήνας έχει επτά, και όλοι μιλούν για βαρυχειμωνιά, ξεχνώντας πως έχουμε φθινόπωρο ακόμα. Ο κόσμος ξεχνάει, ξεχνάει εύκολα. Στον κόσμο αρέσουν τα δίπολα, άσπρο-μαύρο, καλό-κακό, χειμώνας-καλοκαίρι, εμείς-εκείνοι. Σαν να τον τρομάζει η ελευθερία των επιλογών, προτιμάει τα διλήμματα. Είναι μία από τις δουλειές του ποιητή κι αυτή, να θυμίζει το γκρίζο, να μιλάει για το λευκό στο μαύρο, για τον χειμώνα μες στην καρδιά του καλοκαιριού. Είναι μία από τις δουλειές του ποιητή ν’ αποφεύγει τις κενές νοήματος φράσεις, να παίρνει τη λέξη φθινόπωρο και να την κάνει ωραία, να τη διακρίνει μέσα στη βαρυχειμωνιά, να μην παρασύρεται από τον κρύο αέρα. Σήμερα το πρωί ξύπνησα μ’ αυτή τη σκέψη, λοιπόν, κι ενώ ήθελα, όσο στο σπίτι θα είχε ησυχία ακόμα, να γράψω λίγα λόγια για την ποιητική συλλογή του Ιρανού Μοχαμμάντ Χεμματί, έμεινα να κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο τα δέντρα που άρχισαν να χάνουν τα φύλλα τους σιγά σιγά, μια σφήγκα που δεν ήξερε τι να κάνει, τη γάτα που με κοιτάζει κι εκείνη ανεβασμένη στο πεζούλι.

Τι φρικτό που είναι
να ζεις σ’ έναν κόσμο
που τα παιδιά του
πριν μάθουν να συλλαβίζουν τ’ όνομα της χώρας τους
γίνονται ποιητές.

Όταν άκουσα την ιστορία πίσω από την έκδοση της συλλογής αυτής, συγκινήθηκα. Ένιωσα πως ήταν λογοτεχνία η ίδια η διαδικασία της μετάφρασης. Όταν συναντήθηκαν ο Μοχαμμάντ Χεμματί με τον Αλέξανδρο Κυπριώτη, ο Μοχαμμάντ με τον Αλέξανδρο καλύτερα, όπως θα λέγαμε σε μια ιστορία, μια αμοιβαία συμπάθεια γεννήθηκε, μεταφραστές στο επάγγελμα και οι δύο, πέρασαν ώρες πολλές συζητώντας για βιβλία που αγάπησαν, για μεταφράσεις που κατέστρεψαν λέξεις δυνατές, για τη μετάφραση ως λειψή πράξη δημιουργίας, για την ανάγκη της προσωπικής έκφρασης. Κάποιοι μεταφραστές καλύπτουν το κενό τους αυτό παραβιάζοντας κείμενα άλλων, προσθέτοντας λέξεις και ποιητικότητα, επεξηγώντας στον χαζό αναγνώστη. Τότε, σαν δοκιμή περισσότερο, δοκίμασε να μεταφράσει ο καθένας ποιήματα δικά του στον άλλον, στα γερμανικά, για να γνωριστούν καλύτερα, κάπως δειλά. Να μεταφράζεις τον ίδιο σου τον εαυτό, πόσο περίεργο έμοιαζε, και όμως ήταν μονόδρομος, ο καθένας τους, βλέπετε, λαχταρούσε να νιώσει τα ποιήματα του άλλου, τα ποιήματα που τόσο όμορφα ακούγονταν στη μητρική τους γλώσσα.

Μόλις είπαμε να βρεθούμε
έγινε επανάσταση και
τα ονόματα των δρόμων τα αλλάξανε
για να μη βρίσκουμε εγώ κι εσύ ο ένας τον άλλον.

Ο Μοχαμμάντ γράφει πολλά χρόνια ποίηση. Δεν έχει δοκιμάσει να εκδώσει ποτέ στο Ιράν. Δεν θα ήθελε να υποβάλει τα ποιήματά του στη διαδικασία της λογοκρισίας, όχι γιατί φοβάται μήπως κοπούν ή απορριφθούν αλλά γιατί δεν θέλει να τα βάλλει σε αυτή τη διαδικασία. Και ας λέει πως η λογοκρισία χρόνων ευθύνεται που οι Ιρανοί ποιητές είναι τόσο καλοί, γιατί έπρεπε πάντα να χρησιμοποιούν το μυαλό και την καρδιά, για να ξεπεράσουν τα βράχια της λογοκρισίας, να πούνε αυτά που νιώθουν να πουν μ’ έναν τρόπο πλάγιο, λοξό, να κάνουν τη μεταφορά την καλύτερή τους φίλη, ο Μοχαμμάντ το λέει αυτό γελώντας πικρά, για να μην κλάψει. Η πρώτη φορά που ο Μοχαμμάντ εξέδωσε ποιήματά του ήταν σε χώρες ξένες, σε χώρες μακρινές από τη δική του, σε ένα περιοδικό γερμανικό, και τώρα εδώ. Γιατί πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα και με μισήσαν περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού*. Ο Αλέξανδρος άρχισε να μεταφράζει τα ποιήματα στα ελληνικά για να τα διαβάσει ο ίδιος, πρώτα και κύρια, η ιδέα μιας πιθανής έκδοσης ήταν ακόμα μακρινή. Η ποίηση δεν μεταφράζεται με λεξικά, δεν μεταφράζεται μόνο με αυτά, η προσήλωση στην τεχνική δεν αρκεί, γι’ αυτό και ένας υπολογιστής δεν μπορεί να μεταφράσει. Ο Μοχαμμάντ χρησιμοποίησε διάφορους τρόπους για να εξηγήσει στον Αλέξανδρο αν επρόκειτο για εκείνη ή την άλλη λέξη, φωτογραφίες, παροιμίες, ιστορίες του τόπου του, παντομίμα, συζητήσεις επί συζητήσεων. Η διαδικασία αυτή όμως είναι αμφίδρομη, δεν αποκωδικοποιούσε μόνο ο Αλέξανδρος τις λέξεις, αποκωδικοποιούσε και ο Μοχαμμάντ τα δικά του ποιήματα, επιχειρώντας να διακρίνει τι ακριβώς λέει ο ποιητής, κάτι όχι πάντα ξεκάθαρο όταν πρόκειται για μια ποιητική εικόνα, για μια σύνθεση. Η λογική εξήγηση βαθαίνει τις ρίζες της ποίησης.

Μια κούνια ήθελα να σκαρώσω
για τις λέξεις που ορφάνεψαν.
Πού να ‘ξερα πως
μόλις οι λέξεις ησυχάσουν
τον άνθρωπο τον πιάνει ανησυχία.

Ο ποιητής θυμάται πότε έγραψε το ποίημα αυτό και πότε τ’ άλλο, με ποια κοπέλα ήταν ερωτευμένος και πώς ήταν η οικονομία της χώρας του, θυμάται ξανά το ποίημα που έγραψε την πρώτη φορά που ταξίδεψε στο εξωτερικό και είδε χαρούμενα πρόσωπα στον υπόγειο. Ο ποιητής ξαναζεί εκείνη τη στιγμή, δυσκολεύεται να εξηγήσει, ζορίζεται συναισθηματικά, θυμάται. Ο μεταφραστής ακούει, ζει τα ποιήματα μέσα από τις περιγραφές, επιχειρεί να διακρίνει τον απόηχο των λέξεων, να καταλάβει, συγκινείται, η ιστορία της γραφής ενός ποιήματος είναι η ίδια ένα ποίημα. Ρωτάει διαρκώς, επιχειρεί να φέρει παραδείγματα, να φέρει την εκεί πραγματικότητα λίγο πιο κοντά στην εδώ, με όχημα μια γλώσσα παρένθετη, τη γερμανική, μια γλώσσα και για τους δύο ουδέτερη, ένα έδαφος λογικής, εκεί που κυριαρχεί η ακρίβεια. Ο Αλέξανδρος γυρίζει στο δωμάτιο του, διαβάζει τα ποιήματα ξανά και ξανά, αλλάζει εκείνη ή την άλλη λέξη, ένα κόμμα κάπου περισσεύει. Σε κάθε ανάγνωση νιώθει την αμφιβολία να διαλύεται, νιώθει αυτή την εγγύτητα της ποίησης. Είναι στο δωμάτιο μόνος, πρέπει να αναμετρηθεί με τη δική του γλώσσα, να πάρει επιλογές, οι γαμημένες οι επιλογές, πάντα αυτές, μία ή μια, ήρθανε ή ήρθαν, θυμάται τον Σλάχτερ, τον μεταφραστή ήρωα ενός διηγήματος που έγραψε παλιά, ένα βράδυ ζεστό, που όλοι έλειπαν διακοπές.

Κάθε φορά που φεύγω
παίρνω ένα κομμάτι σου μαζί μου
ένα χρώμα
μια μυρωδιά
κάτι
σε μια γωνιά της βαλίτσας μου
μέσα σ’ ένα βιβλίο
στην τσέπη του παντελονιού μου.
Κάθε φορά στο αεροδρόμιο
στριγκλίζει το μηχάνημα
και η ασφάλεια του αεροδρομίου με περικυκλώνει
και όσο και να με ψάχνουν δεν βρίσκουν τίποτα
και τελικά με ακολουθούν με βλέμματα καχύποπτα.
Κάθε φορά που φτάνω
καταλαβαίνω ότι μου λείπει ένα κομμάτι μου
ίσως να το πήρες εσύ
ενώ κοιμόμουν
και κάπου μες στα μακριά σου τα μαλλιά
κάτω απ’ το μαξιλάρι σου
μες στο χώμα σε κάποια από τις γλάστρες του σπιτιού μας
ή ανάμεσα στα χείλη σου
όταν τα φίλησα
να το έκρυψες.

Και όταν το ποίημα είναι έτοιμο, μεταφρασμένο, επιμελημένο, διορθωμένο, ο μεταφραστής λέει στον ποιητή να του διαβάσει για να κάνουν αντιπαραβολή, και ο ποιητής διαβάζει στη γλώσσα του, και ο μεταφραστής αντιπαραβάλλει στη δική του, και κάπως έτσι τα σύνορα καταργούνται, και κάπως έτσι μεταφράζεται η ποίηση και ζει σε χώρες μακρινές.

Τα κεφάλια τα κόψανε
είναι αιώνες τώρα
που σκεφτόμαστε με τα πόδια μας
κι οι δρόμοι
μας ξέρουν καλύτερα απ’ τις μανάδες μας.

Περισσότερα για το εγχείρημα 35 ώρες, τον χρόνο που χρειάζεται ένα ταχυδρομικό περιστέρι να διανύσει την απόσταση Τεχεράνη-Αθήνα, μπορείτε να βρείτε εδώ. Κι εδώ ακούτε το ομώνυμο ποίημα της συλλογής, στο πρωτότυπο και μεταφρασμένο σε σαράντα γλώσσες.

*Ο στίχος είναι από το τραγούδι “Πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα”.

Μετάφραση: Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Σκαρίφημα

Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Το τελευταίο ποίημα του βιβλίου

θα ήταν για σένα. Ένα αντίο
ή, πιθανώς, ένα τα ξαναλέμε.
Πριν από αυτό, θα υπήρχαν ποιήματα
γραμμένα τρυφερά και βάναυσα
για άλλους· για εκείνη, βασικά,
που πήρε τη θέση σου. Ξανακοιτάζοντάς το
καταλαβαίνεις πως αυτό
που έσκασε καυτό κι υγρό
στο στήθος σου, αυτή η ένδοξη χαρά
δεν είναι θεία δίκη.
Είναι που βλέπεις ξαφνικά
τον άνθρωπο απ’ την αρχή
που τον ξαναγαπάς μαζί
μ’ όλες τις κόγχες που έπλασε
για να χωρέσει εντός του
ανθρώπους άλλους·
και τώρα ανοίγεται μπροστά σου
σα νέα γη,
άγνωστη
μα δικιά σου.

*Από τη συλλογή «Ημέρες καλοσύνης», εκδόσεις Πόλις

Λένα Καλλέργη, Ο καύσωνας

Επειδή ήρθε στο σπίτι μου
στο μικρό μου δωμάτιο
δυο δρόμους πάνω απ’ τη θάλασσα
με τα γέλια των κοριτσιών
και τις μυρωδιές απ’ το τηγάνισμα
τον παρηγόρησα.

Στις τέσσερις το απόγευμα
την ώρα της ενάργειας
όταν σώμα και νους εμπιστεύονται
κορυφώθηκε η φλόγα του.

Άφησε ίχνη σε κορμιά και πατώματα.
Τον αγκάλιασα.
Του μίλησα για εύκρατες νύχτες
νοτισμένα πρωινά.

Νόμισα πως θα ωρίμαζε
θα γινόταν μια ζέστη απαλή.
Όμως πύρωνε κι έσβηνε.
Πώς να μείνει κοντά μου
να προδώσει τη φύση του.

Τον κατέστρεψα.
Μες στις γρίλιες τον κράτησα.
Τον δρόσιζα
μέχρι αργά τα μεσάνυχτα.

*Από τη συλλογή «Ανήμερο», εκδόσεις Ίκαρος.

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Πρωινό λατομείο

Τοπίο λατομείου το πρωινό τυρί
και από δίπλα ένα ακόμα αλφαβητάρι.
Διαβάζω για δύναμη.
Ο χρόνος είναι θάλασσα
κυκλωμένη από βουνά.
Όταν τα βουνά καταποντιστούν,
θα απλώσει κι άλλο,
και τότε θα ‘ναι ο θάνατος.
Όμως, έχουμε ακόμα χρόνο,
έχουμε ακόμα βουνά.

(Έχουμε ακόμα θάλασσα)

*Από τη συλλογή «Λουτήρες», Εκδόσεις Έναστρον.

Γλυκερία Μπασδέκη, Μ’ αρέσει που συζητάμε πολιτισμένα

θα σε σκοτώσει
το τσιγάρο (είπες)

το τραμ Πατήσια – Λάρισα
το νι πριν τα φωνήεντα
το ασετόν, οι λάμπες αλογόνου,
ένας φαντάρος Κώστας
απ’ τον Έβρο (είπα)

θα με σκοτώσει επίσης

*Από τη συλλογή «Σύρε καλέ την άλυσον», εκδόσεις bibliotheque, 2014.

Gherasim Luca, Να αποκτάς σώμα


Man Ray, Rayograph kiss

Εγώ να σε χλωρίδα
εσύ να με πανίδα

.

Εγώ να σε δέρμα
εγώ να σε πόρτα
εγώ να σε παράθυρο
εσύ να με κόκαλο
εσύ να με ωκεανό
εσύ να με τόλμη
εσύ να με μετεωρίτη

.

Εγώ να σε χρυσό κλειδί
εγώ να σε εκπληκτική
εσύ να με παροξυσμό
Εσύ να με παροξυσμό
και να με παράδοξο
εγώ να σε κλειδοκύμβαλο
εσύ να με σιωπηλά
εσύ να με καθρέφτης
εγώ να σε ρολόι

.

Εσύ να με αντικατοπτρισμό
εσύ να με όαση
εσύ να με πουλί
εσύ να με έντομο
εσύ να με καταρράκτη

.

Εγώ να σε σελήνη
εσύ να με σύννεφο
εσύ να με πλημμυρίδα

Εγώ να σε διάφανη
εσύ να με ημίφως
εσύ να με ημιδιάφανο
εσύ να με άδειο πύργο
και να με λαβύρινθο
Εσύ να με παράλλαξη
και να με παραβολή
εσύ να με όρθιο
και πλαγιασμένο
εσύ να με πλάγιο
Εγώ να σε ισημερία
εγώ να σε ποιητή
εσύ να με χορό
εγώ να σε ιδιαίτερη
εσύ να με κάθετο
και πατάρι

.

Εσύ να με ορατό
εσύ να με σιλουέτα
εσύ να με άπειρα
εσύ να με αδιαίρετο
εσύ να με ειρωνεία
Εσύ να με εύθραυστο
εγώ να σε φλογερή
εγώ να σε φωνητικά
εσύ να με ιερογλυφικό

.

Εσύ να με διάστημα
εσύ να με καταρράχτη
εγώ να σε καταρράχτη
με τη σειρά μου αλλά εσύ

.

εσύ να με ρευστό
εσύ να με πεφταστέρι
εσύ να με ηφαιστειακό
εμείς να μας συντρίψιμοι

.

Εμείς να μας σκανδαλωδώς
μέρα και νύχτα
εμείς να μας ακόμα και σήμερα
εσύ να με εφαπτόμενο
εγώ να σε ομόκεντρη
Εσύ να με διαλυτό
εσύ να με αδιάλυτο
εσύ να με ασφυκτιώντας
και να με ελευθερώτρα
εσύ να με συντριπτική

.

Εσύ να με ίλιγγο
εσύ να με έκσταση
εσύ να με παθητικά
εσύ να με απόλυτα
εγώ να σε απούσα
εσύ να με παράλογο
Εγώ να σε ρουθούνι
εγώ να σε κόμη
εσύ να με στοιχειώνεις
εγώ να σε στήθος
εγώ προτομή το στήθος σου μετά να σε πρόσωπο
εγώ να σε μπλούζα
εσύ να με οσμή εσύ να με ίλιγγο
εσύ γλιστράς
εγώ να σε μπούτι εγώ να σε χαϊδεύω
εγώ να σε ριγώ
εσύ να με δρασκελίζεις
εσύ να με ανυπόφορο
εγώ να σε αμαζόνα
εγώ να σε λαιμό εγώ να σε κοιλιά
εγώ να σε φούστα
εγώ να σε ζαρτιέρα εγώ να σε κάλτσα εγώ να σε Μπαχ
ναι εγώ να σε Μπαχ για κλειδοκύμβαλο βυζί και φλάουτο
εγώ να σε τρέμουσα
εσύ να με γοητεύεις εσύ να μ’ απορροφάς
εγώ να σε διεκδικώ
εγώ να σε διακινδυνεύω εγώ να σε σκαρφαλώνω
εσύ να με αγγίζεις
εγώ να σε κολυμπώ
αλλά εσύ εσύ να με στροβιλίζεις
εσύ να με ελαφροαγγίζεις εσύ να με περιζώνεις
εσύ να με σάρκα πετσί δέρμα και δάγκωμα
εσύ να με μαύρο σλιπ
εσύ να με κόκκινες χορεύτριες
κι όταν εσύ δεν ψηλό τακούνι τις αισθήσεις μου
εσύ οι κροκόδειλοι
εσύ οι φώκιες εσύ τις μαγεύεις
εσύ να με σκεπάζεις
εγώ να σε ανακαλύπτω εγώ να σε επινοώ
κάποτε εσύ να παραδίνεσαι
εσύ να με υγρά χείλη
εγώ να σε απελευθερώνω εγώ να σε παραληρώ
εσύ να με παραληρείς και να με παθιάζεις
εγώ να σε ώμο εγώ να σε σπόνδυλο εγώ να σε αστράγαλο
εγώ να σε βλεφαρίδες και κόρες του ματιού
και αν εγώ δεν ωμοπλάτη πριν από τους πνεύμονές μου
ακόμα κι από απόσταση εσύ να με μασχάλες
εγώ να σε ανασαίνω
μέρα και νύχτα να σε ανασαίνω
εγώ να σε στόμα
εγώ να σε ουρανίσκο εγώ να σε δόντια εγώ να σε γρατζουνίζω
εγώ να σε αιδοίο εγώ να σε βλέφαρα
εγώ να σε ανάσα
εγώ να σε μηρό
εγώ να σε αίμα εγώ να σε λαιμό
εγώ να σε γάμπες εγώ να σε βεβαιότητα
εγώ να σε μάγουλα εγώ να σε φλέβες
εγώ να σε χέρια
εγώ να σε ιδρώτα
εγώ να σε γλώσσα
εγώ να σε αυχένα
εγώ να σε ταξιδεύω
εγώ να σε σκιά εγώ να σε σώμα και να σε φάντασμα
εγώ να σε αμφιβληστροειδή μες στην ανάσα μου
εσύ να με ίρις

.

εγώ να σου γράφω
εσύ να με σκέφτεσαι

*Μετάφραση: Αντρέας Παγουλάτος (για το περιοδικό “Νέα Συντέλεια”).
#Σχετικός σύνδεσμος: https://bookstandfiles.wordpress.com/2013/07/30/gherasim-luca-%ce%bd%ce%b1-%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%ba%cf%84%ce%b1%cf%83-%cf%83%cf%89%ce%bc%ce%b1/ 

ΜΚΧ, Βουκαμβίλια ποπ

Απομαγνητοφώνηση μιας παρουσίασης εμπλουτισμένη με όσα το άγχος στέρησε σε πρώτο χρόνο.

Αν αυτή ήταν μια τυπική παρουσίαση τότε θα ξεκινούσα με την αφηγηματικότητα της ποίησης της ΜΚΧ, για τις ιστορίες και τα στιγμιότυπα που απομονώνει από τον ζόφο και τη μαγεία της καθημερινότητας. Το κάθε ποίημα, τι και αν συνήθως άτιτλο, γίνεται το κάδρο μέσα στο οποίο μια μικρή πλοκή λαμβάνει χώρα, μια ιστορία από το λεωφορείο, τον δρόμο αργά τη νύχτα, το σχόλασμα από τη δουλειά, τις φίλες και τους συντρόφους, το mansplaining στη λαϊκή, την οπλισμένη με κλειδιά γροθιά, το μάλλον άχρηστο τηλέφωνο ανά χείρας. Οι εικόνες που γεννά δεν είναι αφηρημένες, δεν είναι ασύνδετες μεταξύ τους, δεν γίνονται εν απουσία του ποιητικού υποκειμένου θυσία σε μια απόμακρη και ιδιότροπη μούσα.

Αν αυτή ήταν μια τυπική παρουσίαση τότε θα σας μιλούσα επίσης για την πολιτική διάσταση της ποίησης αυτής, που ανήκει στο σώμα της κουήρ, φεμινιστικής και ταξικής λογοτεχνίας. Θα έλεγα επίσης για την επιδέξια ακροβασία στο όριο της στρατευμένης λογοτεχνίας, σπεύδοντας, με κάποιο άγχος, να υπεραμυνθώ της λογοτεχνικής αξίας των ποιημάτων, την απουσία της συνήθως ξύλινης γλώσσας και των αφόρητων κλισέ, θα αναφερόμουν στον εσωτερικό ρυθμό του κάθε ποιήματος και στον συνολικό συντονισμό της συλλογής. Θα έκανα ειδική αναφορά στις λέξεις που η ΜΚΧ χρησιμοποιεί για να συνθέσει τα ποιήματά της. Λέξεις καθημερινές, φρέσκες, ζωντανές. Λέξεις από το εδώ και το τώρα της γλώσσας, μακριά από τα προπύργια του αναχωρητισμού σε μια χωροχρονική συντεταγμένη κατά την οποία, όσο ποτέ άλλοτε, η ποίηση μπερδεύεται με την ποιητικότητα και η επιτήδευση με το βάρος.

Αν αυτή ήταν μια τυπική παρουσίαση θα έψαχνα στη φαρέτρα των ταπεινών περί ποίησης γνώσεών μου να εντοπίσω σχήματα λόγου και διακειμενικές αναφορές, θα τόνιζα με περισπούδαστο ύφος την ηθελημένη απουσία ρίμας και τον χαρακτήρα πεζοποιήματος, την έντονη προφορικότητα και τους κοφτούς στίχους. Θα έκλεινα ίσως με θετικές παρατηρήσεις γύρω από την καλαίσθητη έκδοση, το όμορφο εξώφυλλο και διάφορα άλλα κενά νοήματος αντίστοιχα σχόλια, μην ξεχνώντας να επισημάνω την αγωνία για το επόμενο βήμα, για το πάντοτε δύσκολο δεύτερο βήμα, φροντίζοντας ταυτόχρονα, ως λάτρης του πεζού λόγου, να προτρέψω τη ΜΚΧ να δοκιμάσει τις δυνάμεις της στη μικρή φόρμα.

Όμως αυτή δεν είναι μια τυπική παρουσίαση όπως θα έχετε σίγουρα καταλάβει. Και δεν είναι μια τυπική παρουσίαση γιατί το υποκείμενο της ανάγνωσης φέρει προνόμια που το εξαιρούν από το κοινό στο οποίο αυτή η ποίηση πρώτιστα και κύρια απευθύνεται. Τα προνόμια αυτά, άλλωστε, με κράτησαν μακριά από την πρώτη παρουσίαση της συλλογής. Τα προνόμια αυτά ωστόσο με φέρνουν σε αυτή τη δεύτερη παρουσίαση με την ευκαιρία της δεύτερης έκδοσης της συλλογής. Τι μεσολάβησε αυτό το διάστημα, θα αναρωτηθείτε και θα έχετε δίκιο. Ας είμαι ειλικρινής. Ήθελα να έχω συμμετάσχει, αυτό σκεφτόμουν οδηγώντας σπίτι μετά την πρώτη παρουσίαση, ήθελα να είμαι στο πάλκο, εγώ που θεωρώ εαυτόν αγοραφοβικό, ήθελα να έχω πάρει λίγη από τη σκληρή ομορφιά της Ποπ βουκαμβίλιας, να αποτελέσω πιο ενεργό μέρος της γιορτής εκείνης που στήθηκε με μεράκι στα γρασίδια ενός πάρκου. Το είχα κιόλας μετανιώσει. Όχι, όμως, για τους πραγματικούς λόγους.

Ήταν τα προνόμιά μου που ένιωθα πως με κρατούσαν μακριά. Σαφέστατα μπορούσα να αντιληφθώ και να απολαύσω τις αρετές της ποίησης της ΜΚΧ, εκ του μακρόθεν ωστόσο και όχι με έναν τρόπο βιωματικό, χωρίς να νιώθω το συναίσθημα, συχνά ψευδές μα τόσο αναγκαίο στην ανάγνωση, πως οι στίχοι με περιλαμβάνουν στην από δω και όχι στην αποκεί πλευρά των προσώπων και της καθημερινότητας. Διάβαζα κάπου πρόσφατα πως μπορεί κανείς να αντιληφθεί πραγματικά τα προνομία του μόνο όταν συναντήσει κάποιον που με λιγότερα προνόμια κατάφερε να πετύχει περισσότερα, και νομίζω πως αυτή η διατύπωση αναφέρεται ακριβώς στον τρόπο με τον οποίο στέκομαι απέναντι στα προνόμιά μου. Και αυτά τα προνόμια με έφεραν σήμερα να μιλήσω για τη συλλογή αυτή. Μοιάζει οξύμωρο, το ξέρω.

Διατηρώ λοιπόν το προνόμιο της εκ του ασφαλούς πρόσληψης. Τη δυνατότητα να μιλάω για σχήματα λόγου και ομορφιά, λυρισμό και συγχρονία, επιδεικνύοντας την αναγνωστική μου επάρκεια αλλά και την ποικιλομορφία των αναγνωσμάτων μου. Την απόσταση εκείνη που θα με κάνει καλύτερο άνθρωπο επιτρέποντας μου να λυπάμαι την κακή τύχη του να είσαι γυναίκα, απλώνοντας εμπρός μου ένα πεδίο δόξης λαμπρό ώστε να ξετυλίξω τη γαματοσύνη του εαυτού, τη μεγαθυμία μου αλλά ταυτόχρονα να κρατώ και τις επιφυλάξεις μου, να μπορώ να σκέφτομαι πως υπάρχει το στοιχείο της υπερβολής αλλά και της εκμετάλλευσης της γυναικείας ιδιότητας, να ενοχλούμαι που η ποίηση της ΜΚΧ διεκδικεί και δεν αρκείται στη μοιρολατρεία που συχνά διακρίνει την κουήρ ή φεμινιστική γραφή, νιώθοντας άβολα, ίσως και θυμωμένα, που δεν ζητά απλώς και μόνο την παρηγοριά στην οποία με χαρά και έμφαση θα προσερχόμουν να δώσω, συνοδεύοντας τα λόγια με ένα γλυκό ταπ ταπ στην πλάτη.

Ας προσθέσουμε και αυτό γυρίζοντας στον πολιτικό χαρακτήρα της ποίησης της ΜΚΧ, τη διεύρυνση του τρόπου με τον οποίο αντανακλαστικά σκεφτόμαστε απέναντι στη βιωματική λογοτεχνία των λιγότερο προνομιούχων κοινωνικών ομάδων, σε μια εποχή που κάποιοι ισχυρίζονται πως οι από κάτω έχουν καταλάβει τη λογοτεχνική αρένα στερώντας από εμάς τους λευκούς, στρέητ, χριστιανούς, δυτικούς άντρες την πρόσβαση που τόσους αιώνες απολαμβάναμε, έχοντας ντύσει τον κόσμο με τις δικές μας λέξεις, έχοντας εγκαθιδρύσει τον δικό μας κανόνα. Για μένα, η λογοτεχνία όπως αυτή που η ΜΚΧ παράγει, λειτουργεί διασταλτικά, οξύνοντας το βλέμμα μου καθώς σε κάθε ένσταση περί υπερβολικού μια φωνή μέσα μου αντηχεί: σκάσε τώρα και διάβαζε· ενώ, ταυτόχρονα, με κάνει να χαμηλώσω το βλέμμα. Δεν μπορώ και δεν θα μπορέσω ποτέ να νιώσω πώς είναι να είσαι γυναίκα σε ένα λεωφορείο ή αργά το βράδυ κατεβαίνοντας τη Συγγρού. Και αν ισχυριστώ κάτι τέτοιο θα είναι ψέμα, αν πω: ξέρω πώς νιώθεις.

Και είναι μια μάχη συνεχής, μια μάχη αποτελούμενη από διαρκείς και επαναλαμβανόμενες ήττες, ένα εκκωφαντικό τσαλάκωμα της γαματοσύνης, της μη εξαίρεσης του εαυτού από τον κανόνα του συνόλου που ανήκει. Γιατί ακόμα και τώρα που διαλαλώ τη συνείδηση με την οποία προσέρχομαι για να μιλήσω για την ποίηση της ΜΚΧ χρειάστηκε η παρέμβαση της Ε. για να μου υποδείξει πως μιλώντας για προνόμια ίσως να έπρεπε να διαλέξω το ποίημα της σελίδας εβδομήντα και όχι εκείνο της σελίδας δεκαοχτώ που αρχικά είχα επιλέξει. Θα σας διαβάσω και τα δύο για να καταλάβετε πόσο ακόμα δρόμο έχω να διανύσω:

(σελ. 18)

τα ρούχα των κοριτσιών
δεν έχουν τσέπες

*

οι τσέπες
στα αντρικά πουκάμισα
έχουν το κατάλληλο μέγεθος
για τις σερβιέτες

*

κυκλοφορώ
στο χωριό
με τις σερβιέτες
στην τσέπη
του αντρικού μου πουκαμίσου
και νιώθω
-ρε μάνα-
πως δεν πήγε χαμένη
η κουβέντα
την κυριακή εκείνη
που πρώτη φορά
έχανα μπάνιο στη θάλασσα
για το αίμα, την ντροπή
τους λεκέδες και τον πόνο

*

οι σερβιέτες
στην τσέπη
του αντρικού μου πουκαμίσου
τα βλέμματα
χαμηλώνουν
στο ύψος
του στήθους
λες και μεγάλωσε
δυο νούμερα
το σουτιέν
και περήφανη νιώθω
που γυναίκα
δεν έγινα
και κορίτσι
έμεινα για πάντα

(σελ. 70)

οι σύντροφοί μας
θυμώνουν
όταν τους λέμε ότι προτιμάμε
έναν νεκρό άντρα
από έναν παραβιαστικό
και λένε
καλό είναι να αποφεύγονται
οι γενικεύσεις
δεν είναι το ίδιο με τα αφεντικά
όμως
το ξέρουμε όλες
για τα αφεντικά
επιτρέπονται οι γενικεύσεις
τους εξηγούμε
πως όταν είσαι η μοναδική
ανάμεσα σε άντρες
στον νυχτερινό λεωφορείο
είναι σαν να φοράς χειροπέδες
μέσα στο τμήμα
την ώρα που οι μπάτσοι
παίζουν
με τα teaser τους
προσπαθούν λίγο να καταλάβουν
αλλά δυσκολεύονται
γιατί ο φόβος τους
είναι κατάσταση εξαίρεσης
σε αντίθεση
με το καθημερινό λεωφορείο
οι σύντροφοί μας
θέλουν
να χτίζουμε μια κοινή καθημερινότητα
ο αγαπημένος μου λέει
όποτε συμβαίνει αυτό στο λεωφορείο
ή κάποια άλλη παραβίαση
θέλω να μου τηλεφωνείς
χρησιμοποιεί
το ρήμα συμπεριλαμβάνω
είναι καλός στα λογοπαίγνια
η παραβίαση
δεν με περιλαμβάνει
ενώ η λέξη συμπερίληψη
είναι μια
θετική λέξη
για όλες μας
ο αγαπημένος μου
είναι σύμμαχος
όλων μας
γι’ αυτό τα βράδια
του διαβάζω
τις καταγγελίες
παραβίασης
μόνο καμιά φορά
ρωτάει
πώς ξέρουμε ότι όλες
λένε την αλήθεια
έχουν το ίδιο βλέμμα
μ’ εμένα
τη μέρα που την επόμενή της
μου έκανες δώρο τον σουγιά
απαντώ
και εκείνος
με αγκαλιάζει
προσπαθώντας να δημιουργήσει
αυτό
που ονομάζεται
ασφαλής χώρος
αλλά
είναι αδύνατο

Μακάρι ο στίχος εκείνος που λέει «πώς ξέρουμε ότι όλες/ λένε την αλήθεια» να μείνει να αντηχεί μέσα μου.

Εκδόσεις Τεφλόν

*Από εδώ: https://no14me.blogspot.com/search/label/%CE%A0%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7

Mario Wirz (1956-2013), Meine Engel brauchen keine Flügel / Οι δικοί μου οι άγγελοι δεν χρειάζονται φτερά

Meine Engel brauchen keine Flügel,
um mich zu erstaunen,
keinen Glanz,
der mich erschreckt,
behutsam stellen sie mich auf die Füße,
halten mich,
bei meinen ersten Schritten in das Tageslicht,
meine Engel sind weiblich oder männlich,
sie brauchen keine Harfen,
um mich zu wecken,
keine Vollkommenheit,
die mich verwirrt,
manchmal pfeifen sie kess
oder trällern die neuesten Schlager,
sie necken übermütig meine Gespenster,
scherzen mit meinem Schatten,
meine Engel verwandeln mein dunkles Schweigen
in ein Lachen,
füttern mich mit Hoffnung,
ihre Hände trösten den geschundenen Körper,
zähnen seinen Schmerz,
meine Engel verteidigen mich,
halten Wache,
auch in dieser Nacht…

Οι δικοί μου οι άγγελοι δεν χρειάζονται φτερά,
για να με θαμπώνουν,
ούτε λάμψη
που να με τρομάζει,
προσεχτικά με βάζουν να σταθώ στα πόδια μου,
με κρατάνε,
στα πρώτα μου τα βήματα στο φως της μέρας,
οι δικοί μου οι άγγελοι είναι θηλυκοί ή αρσενικοί,
δεν χρειάζονται άρπες,
για να με ξυπνάνε,
ούτε τελειότητα,
που να με μπερδεύει,
καμμιά φορά σφυρίζουνε αλήτικα
ή τραγουδάνε τις τελευταίες επιτυχίες,
πειράζουνε ανέμελα τα φαντάσματά μου,
κάνουν αστεία με τη σκιά μου,
οι δικοί μου οι άγγελοι μεταμορφώνουνε τη σκοτεινή σιωπή μου
σε γέλιο,
με ταΐζουνε ελπίδα,
τα χέρια τους παρηγορούν το βασανισμένο σώμα,
δαμάζουνε τον πόνο του,
οι δικοί μου οι άγγελοι με προστατεύουνε,
φυλάνε σκοπιά,
κι αυτή τη νύχτα…

*Μετάφραση από τα γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης.