Matt Hetherington, Δύο ποιήματα

Eye_to_Eye

Αυτό

είναι αυτό που δεν μπορώ να πω
αυτό που θέλω να πω

και αυτό που λέω
δεν είναι αυτό που θέλω να πω

αλλά αυτό που μπορώ να πω
είναι ότι δεν θέλω να το πω

και ό,τι δεν θέλω να πω
είναι αυτό που δεν μπορώ να το πω

*Από τη συλλογή Surface (Precious Press, Μελβούρνη 2004), σελ. 49.

Είναι

πίσω από τον νεκρό είναι το πτώμα
πίσω από το πτώμα είναι η φωνή
πίσω από τη φωνή είναι η βία
πίσω από τη βία είναι το μάτι

πίσω από το μάτι είναι η πείνα
πίσω από την πείνα είναι το αίμα
πίσω από το αίμα είναι το φεγγάρι
πίσω από το φεγγάρι είναι ο τοίχος
πίσω από τον τοίχο είναι το μπροστινό του τοίχου

πίσω από το φόβο είναι ο ήλιος
πίσω από τον ήλιο είναι ο καθρέφτης
πίσω από τον καθρέφτη είναι το κλουβί
πίσω από το κλουβί είναι η καρδιά

πίσω από την καρδιά είναι ο ωκεανός
πίσω από τον ωκεανό είναι η λέξη
πίσω από τη λέξη είναι η ειρήνη
πίσω από την ειρήνη είναι το φως
πίσω από το φως είναι το φως

*Από τη συλλογή Surface (Precious Press, Μελβούρνη 2004), σελ. 58.

*Ο Matt Hetherington ζει και δημιουργεί στη Μελβούρνη. Είναι ποιητής, συγγραφέας, δάσκαλος και μουσικός. Τα τελευταία 20 σχεδόν χρόνια έχει συμμετάσχει σε πάμπολλες ποιητικές και άλλες εκδηλώσεις. Έχει κυκλοφορήσει τις ποιητικές συλλογές Love and Fear: A Poetry Anthology (Ed.) (La Trobe University, 2003), Surface (Precious Press, 2004), I Think We Have (Small Change Press, 2007), angles of a broken hill (Ed.) (Broken Hill Regional Writers’ Centre, 2008) και Eye To Eye (De-Repression Press, 2012). Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί ευρέως στην Αυστραλία, τις ΗΠΑ και ευρωπαϊκές χώρες, ενώ έχουν μεταφραστεί στα ρωσικά, ολλανδικά, τουρκικά, γερμανικά, αραβικά και τώρα στα ελληνικά.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης κοσμεί το εξώφυλλο της πρόσφατης ποιητικής συλλογής του Matt Hetherington, Eye To Eye και είναι του Paul Buckley.

***Ελληνική μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Της αγάπης

549478_408751302470969_100000083072144_1548857_1865718847_n

Περάσαμε έρωτες πολλούς.
Ανταμώσαμε σατύρους αγκιστρωμένους
σε σώματα που΄ξεραν μόνο να ξεχνούν.
Ψυχές δεν γνώρισα πολλές να μου ανοιχθούν σε πλάτος και σε βάθος
Της δικής σου τις διαστάσεις δε λησμόνησα.

Περάσαμε έρωτες πολλούς-
Κρυφά και φανερά-
Μας στιγμάτησαν για να μας αφήσουν μετά
εκεί απ΄όπου ξεκινήσαμε,
Στην πρώτη νιότη.

Μαζί.

Μαζί βαδίζουμε σιωπηλά ακούγοντας τους κραδασμούς
του ανέμου της ζωής,
Τις ελευθερίες μας μοιράσαμε σωστά.Με οικονομία.
Και ο χρόνος μάς σεβάστηκε.

Άννα Νιαράκη, Δύο ποιήματα

a-1-blog-dancing

καθʼοδόν
(Τετράδιο Πειραμάτων/ εκδόσεις Χαραμάδα 2010)

Όταν οι λέξεις σιγήσουν
θα πει πως το σώμα σου,
εύγλωττα παραδόθηκε.
Θα πει πως κάποιος
χαμήλωσε την ένταση
και μόνο η σκόνη ακούγεται,
καθώς ακουμπά
αιωρούμενη το μέτωπο.

Όταν οι λέξεις σιγήσουν,
οι νότες θα λάβουν σκυτάλη
κι όλα τα χρώματα θα βάψουν το σκηνικό.
Θα έχουν ξεχυθεί αρώματα και μνήμες
κι εγώ μόνο θα σε κοιτάζω,
αποτυπώνοντας το περίγραμμά σου
με μολύβι στο χαρτί.

Κάθε πετάρισμα βλεφάρου, κλακέτα,
στοπ καρέ της μορφής σου,
που θα μονταριστεί αργότερα
και θα παίζει διαρκώς
κατά την απουσία σου.

Όταν και οι ήχοι σιωπήσουν,
θα έχω σίγουρα καταστραφεί ή
θα είμαι καθ΄οδόν.

Σε σένα
(Τετράδιο Πειραμάτων/ εκδόσεις Χαραμάδα 2010)

Σε σένα απευθύνεται αυτό το ποίημα.
Όπως και τόσα άλλα.
Σε σένα που ορνιθοσκαλίζεις ιερογλυφικά
κάτω από το φεγγάρι μιας ερήμου.
Ή μιας πόλης έρημης, λερώνοντας τους
βρώμικους τοίχους της με κόκκινη μπογιά.
Που περιφέρεσαι χαράματα
μισομεθυσμένος, ημίτρελλος
σε σοκάκια, πλατείες και άδειες
λεωφόρους,
ακίνητος.
Σε σένα που στέκεις παράμερα
της σιωπής, κομπιάζοντας μπροστά
στη φωτιά και τη σαστισμένη οργή της.
Που φυτεύεις υάκινθους σε μια ξερή
βουνοπλαγιά πεθαμένων λέξεων και
περιμένεις την άνοιξη.
Φορέας ανισόρροπων παλμών,
καλοφτιαγμένος
στέρεος και βαρύς
μες στη διαύγεια της θλίψης σου.
Χαμένος.
Ανακαλύπτεις όσα
θα χάσεις ξανά και ξανά.
Τινάζεις από το μαύρο
τις χρωματιστές επωμίδες
και τραβάς την πορεία σου.
Απίθανη ελπίδα της εμμονής μου.
Σε σένα,
που δεν ξέρω
ποιος είσαι,
ξέρω μόνο ότι
έρχεσαι…

*Αναδημοσιεύονται από τσ http://www.poiein.gr και http://poihshkaipoihtes.blogspot.com

Τζούλια Φορτούνη, υστερόγραφο

9200_4993746571189_2684387_n

ποτέ δεν προλάβαινα
τα ληξιπρόθεσμα χρέη
τα dead lines
τις ημερομηνίες
όμως πήγαινα πάντα νωρίτερα
στα ραντεβού μου
και περίμενα
σαν να σκηνοθετούσα μια άφιξη
ή έναν πρόωρο αποχωρισμό

πάντα υπήρξα βιαστική
και ανυπόμονη
στο επάγγελμα
στον έρωτα

δεν ήμουν έτοιμη
ποτέ δεν θα είμαι

* Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το προσωπικό ιστολόγιο της Τζούλιας Φορτούνη στο http://purplestigmes.blogspot.gr/

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Βασίλης Κυριάκης «Πεζοστράτης»

prosklisi_facebook

Η έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής ενός ποιητή, είναι η πρώτη του απόπειρα να κοινοποιήσει τις σκέψεις του, που η εσωτερική τάση του για δημιουργία, τον έσπρωχνε να τις γράφει στο χαρτί, να τους δίνει σχήμα και μορφή, αντιμετωπίζοντας για πρώτη φορά την αυστηρή ματιά της κριτικής. Γιατί, ένα βιβλίο, από τη στιγμή της έκδοσής του και μετά κρίνεται, όχι μόνο από ορισμένους φιλολογίζοντες κριτικούς, αλλά και από τον απλό αναγνώστη.

Έχουμε, λοιπόν, την τύχη να έχουμε στα χέρια μας το πρώτο βιβλίου του Βασίλη Κυριάκη: «Πεζοστράτης». Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή, που περιλαμβάνει ποιήματα, που περιγράφουν την σύγχρονη κοινωνία, μέσα από βιώματα, που έχει ο ίδιος, με έναν υφέρποντα σουρεαλισμό, οδηγώντας τον αναγνώστη σε προβληματισμούς για το σε ποια κοινωνία ζούμε και για το αν θα πρέπει να την αλλάξουμε. «Η μόνη διαφυγή είναι η πραγματικότητα», γράφει ως προμετωπίδα στο βιβλίο του. Άρα δεν αποπροσανατολιζόμαστε, αλλά κοιτάζουμε συνέχεια μπροστά, προσπαθώντας για ένα καλύτερο αύριο. Για να κατανοήσουμε, όμως, καλύτερα την περιγραφή της σύγχρονης κοινωνίας μέσα από τις όμορφες εικόνες, που μας δίνει ο ποιητής, παραθέτουμε ένα ποίημα: «Βλέπω τις μπόρες και τις αυλές / οι σταγόνες πρισματικές πέφτουν σαν καρφίτσες / στο αίτιο / ματώνοντας τη συνείδησή μου. / Ο περίγυρος περνά από μέσα μου προς εκεί. / Οι λανθάνουσες φράσεις αλλάζουν την ορμή του. / Στον παφλασμό του ένα δάκρυ σκάει με φλόγα / και καλπάζω με δακρυσμένα μάτια στις καρτ – ποστάλ / του κόσμου που χαράζουν οι τρομπέτες και οι γροθιές. / Διαβάζω την ιστορία των ανθρώπων στα πεσμένα φύλλα / των διαφημιστικών.»

Σε αρκετά ποιήματα, της ποιητικής συλλογής «Πεζοστράτης» ο Βασίλης Κυριάκης, μας δίνει ορισμένες συμβολικές εικόνες, που απογειώνουν το ποίημα: «Είμαι ερωτηματικός / ή / προσπαθώ να μοιάσω / στο μεγαλείο του / αφηρημένου». Και αλλού: «Ναι τα ποιήματα είναι χτυπήματα στο μάρμαρο / γλυπτά μουσικής απονεύρωσης / ζητήματα επανεξέτασης.»

Εκεί, όμως, που ο Βασίλης Κυριάκης μας δίνει τον καλύτερο εαυτό του είναι στο ποίημα «Πρέβεζα». Μια Πρέβεζα, που σε αντίθεση με την πεσιμιστική διάθεση του Καρυωτάκη, εδώ παίρνει μια νοσταλγική μορφή, καθώς τυγχάνει η γενέτειρα του ποιητή. Η απομάκρυνση από την Πρέβεζα, ισοδυναμεί με την είσοδο στη σκληρή πραγματικότητα της ενηλικίωσης και τη δολοφονία των παιδικών ονείρων. Κάπου εκεί μπορεί να χάσουμε τον εαυτό μας: «Σύννεφα λουλούδια / η ομορφιά του θαλασσοδαρμένου καμένου. / Μυρίζει άνοιξη η πόλη / και το μισό μου κομμάτι παιδικό / το άλλο άγνωστο.»

Στα ποιήματα της συγκεκριμένης ποιητικής συλλογής του Βασίλη Κυριάκη, αναφέρεται πολλές φορές η λέξη εξέγερση, όχι, όμως σαν μια αφηρημένη έννοια, αλλά σαν μια ιδέα χειροπιαστή, καθώς η ποίηση είναι μια εξέγερση λέξεων, που φεύγουν από την αυστηρή γραμματική και συντακτική τους εμφάνιση του πεζού κειμένου και σχηματίζουν το ποίημα: «Κι εσύ, καρδιά μου / βαδίζεις με τα άγρια πιάνα στη γη του αχαλίνωτου κέρδους / εξέγερση οι ανάγκες που έρχονται». Και αλλού: «Όχι ο βοριάς δεν σβήνει τις φωτιές / μήτε της άνοιξης τ’ αγέρι / στο κέντρο η φωτιά / στην εξέγερση των δρόμων του φωτός.»

Κάπου εδώ, όμως, φτάνουμε στο τέλος αυτής τη παρουσίασης. Θα κλείσουμε το όμορφο αυτό ταξίδι, στην ποιητική συλλογή «Πεζοστράτης» του Βασίλη Κυριάκη, με τη φράση, που ο ίδιος χρησιμοποιεί, ως επίλογο του βιβλίου του: «Η αισιοδοξία δεν είναι συναίσθημα – τρόπαιο αλλά κάθε μέρα λύση».

*Επειδή οι διαθέσιμες φωτογραφίες του εξωφύλλου της συλλογής δεν ήταν καλές δημοσιεύεται εν είδει φωτογραφίας η πρόσκληση για την παρουσίαση (Το Κόσκινο)

Δημήτρης Τρωαδίτης, Ξεμάκρυνε η φύση

295479_267652826668269_1679908662_n

Ξεμάκρυνε η φύση αρκετά
σταμάτησε να ρέει στη ματιά μας
απέδρασε από τις αρτηρίες μας
μετοίκησε σε άλλα καταγώγια
έγινε στρώμα καπνού

έχει όμως προοπτική αναγέννησης
από τις στάχτες της
μ’ εμπορικές ρήτρες
ν’ αναρτηθούν δάση σε απομίμηση

σαν να προσπαθεί να αποσπάσει
την προσοχή αχρηστευμένων βλεμμάτων
με κουδουνίστρες
και άλλα ευτελή παιχνιδάκια

Άννα Ιωαννίδη, Ο λυγμός της θάλασσας

ΘΑΛΑΣΣΑ+1

Θαλασσοπούλια νεκρά σκέπασαν την ακτή.
Δύσοσμο το θαλασσινό αγέρι.
Κύματα από πλαστικό.
Μία εικόνα χωρίς λόγια ο βυθός,
μία υδάτινη χωματερή,
τάφος ψαριών.
Πέλαγος τοξικό!

Μαύρες κηλίδες κάλυψαν την ακτή.
Χαμένες οι παιδικές αναμνήσεις.
Σβησμένες οι πατημασιές στην αμμουδιά.
Σάπια φύκια έκρυψαν τα βότσαλα.
Πέλαγος τοξικό!

Εκεί στο τοπίο της μαζικής συνενοχής
μία εικόνα μήνυμα καταστροφής
για την ζωή που χάνεται κι αργοπεθαίνει.
Πέλαγος τοξικό!
Για πόσο ακόμη η ελπίδα
θα υπερασπίζεται τ’ όνειρο του παιδιού,
το τραγούδι του δελφινιού;

* Έπαινος στον Ε΄ Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης στη μνήμη Στέλιου Γεράνη της Εταιρίας Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά.

**Ο πίνακας της ανάρτησης είναι του Χρήστου Σιψή και πάρθηκε από το http://sipsischristos.blogspot.com

Γιώργος Μπλάνας, Στασιωτικό Πεντηκοστό Δεύτερο

396757_3882326738308_896719235_n

Πώς έγινε και σύρθηκα ως τα πενήντα τρία
με τα οράματα πρησμένα
στα γόνατα και την ψυχή φθαρμένη στον γιακά,
ασύστατοι, εγώ που ονειρευόμουν
πάντα το ίδιο ποτάμι;
Το ίδιο ποτάμι!
Είχε ασημένια τα νερά
και τα καλάμια πορφυρά
κι εκεί στην όχθη-όχθη
καθόταν στην καρέκλα της
μια εργατική γερόντισσα
κι έπλεκε κι έλεγε σ’ έναν βαρκάρη: «Αυτές
είναι ψυχές! Ατσάλινες! Σου κάνουν κάτι μοίρες
αθάνατες! Όχι αυτές
που κουβαλάς. Κρίμα στ’ ασήμι!»
Πού πήγε το ποτάμι μου, αχρείοι; Έτσι, λοιπόν,
θα τριγυρίζω δίχως λόγο
– που είναι, όπως γνωρίζουμε, η ψίχα της ψυχής –
ανάμεσα σε πράγματα φτηνά και βιαστικά,
σαν ολοφάνερη αλήθεια; Κι ο αέρας,
η θάλασσα, τα δέντρα, οι ακτές
που ησυχάζουν, σαν λευκά
νεροπούλια στην σκιά
των βράχων; Ο γιγάντιος εκείνος λιθοξόος
που καυγαδίζει με τη νύχτα
πίσω απ’ τις ράχες των βουνών;
Ήτανε ψέματα όλα αυτά;
Ψέματα, το ποτάμι των πορφυρών ψυχών;
Φαντασιώσεις ενός δύσκολου αγοριού
που δεν μπορούσε ν’ ανεχθεί
τα βιαστικά και τα φτηνά
του κόσμου; Ό,τι κι αν ήταν,
τα θέλω πίσω. Τώρα!
Δεν γίνεται αυτό που μου ζητά σύνεσή σας.
Εγώ ερωτεύτηκα την τσούλα τη ζωή
και θα γλεντάω την πρόστυχη αγκαλιά της,
μέχρι θανάτου. Πώς, αλλιώς;
Γίνεται να πηγαίνω,
ασύστατοι, συνέχεια εκεί απ’ όπου επιστρέφω
όλο μεταβολές και ματαιώσεις κι αποφάσεις
κι ελπίδες και ακυρώσεις
κι έναν υπάλληλο φόβο
ν’ αρχίσω απ’ όπου τέλειωσα τόσες φορές;
Καλύτερα να συντριβούν τ’ αστέρια όλα
στη ράχη μου· καλύτερα ν’ αρπάξουν
φωτιά οι θάμνοι και τα δέντρα, να χωθούν
βαθιά στη δίψα οι πηγές, να λάμψει
στα μάτια μου η αρετή του έμφυτου τέλους:
μια χούφτα θάρρος σκοτεινό
ανάμεσα στα πόδια της σιωπής,
παρά αυτή η ευτελής
συνήθεια να βάζετε τα πράγματα στη θέση τους.
Ποια θέση;
Σκεφτήκατε πως όλα αυτά
που αγνοεί η σκέψη σας τα ξέρει η άγνοιά μου;
Πώς είναι βέβαιοι πού βρίσκεται η θέση μου,
πάντα έκθετοι στα πάντα,
κι όμως τίποτα πάντα·
ούτε ερπετά ούτε πουλιά, ούτε ζώα;
Φόβος και μίσος δίποδο, που θα τελειώσει δυστυχώς
έρποντας για να βρει, ασύστατοι, τη θέση του.
Ποια θέση;
Μοσχοβολάει η τρώγλη των κερδώων ηδονών σας
λυτά μαλλιά, χείλη απαλά
και κοριτσίστικο λαιμό το δειλινό;
Σας ξαγρυπνά ένας δαίμονας σκληρός,
σαν άνθρωπος που κόβει κομμάτια έναν άνθρωπο
μέσα του με στοργή: ‘μια μάσκα πέτρινη -γελάει
ή κλαίει, ποιος ξέρει- αρπάζει
μαλλιά και χείλη και λαιμό,
κόβει, σκορπίζει, αφήνει
μια λαχτάρα κοφτερή
που ανοίγει κάθε τόσο σαν πληγή;

Πληγή, πληγή αφόρητα γλυκιά
η θέση μου η θέση μου στον κόσμο σας,
κι ο κόσμος σας ψοφίμι.

Άννα Αχμάτοβα, Εισαγωγή

556693_3942056351511_2077974020_n

Ήταν μια εποχή που μόνο οι νεκροί
χαμογελούσαν, ευτυχισμένοι στην ησυχία τους.
Το Λένινγκράντ κρέμονταν σαν ένα άχρηστο
κόσμημα στην πλευρά των φυλακών
Μια εποχή όταν τρελαμένοι απ’ τα βασανιστήρια
οι κατάδικοι σε φάλαγγες περπατούσαν
και τα σφυρίγματα των μηχανών
το σύντομο τραγούδι του αποχωρισμού έλεγαν
Αστέρια θανάτου πάνω μας στέκονταν
κι η αθώα Ρωσία κουλουριάζονταν
κάτω από τις ματωμένες μπότες
κάτω από τους τροχούς της κλούβας.

1 Απριλίου 1957
Λένινγκραντ

*Μετάφραση Μαρία Καρδάτου
**Αναδημοσίευση από το http://poihshkaipoihtes.blogspot.com

Nanni Balestrini, Κάπως έτσι

balestrini

Αυτοί είναι οι κόμποι, αυτές οι ουλές,
τα ρούχα που φόρεσες, η απρόσμενη εποχή
στην άσφαλτο όπου θα ζούμε ακόμα, αυτό το σύννεφο
που μοιάζει πολύ με την τσαγιέρα που ήδη

κρύωσε, με το πρόσωπο ενός αρρώστου,

γαλάζιο όπως το εστιατόριο, η απόσταση,

αν και είναι εννιά η ώρα, οι προετοιμασίες

σχεδόν τελείωσαν, απεσταγμένες παπαρούνες,

πιστεύοντας στα μάτια μου, γέρνοντας από τη σκεπή

πάνω από τις κορυφές κλαδεμένων πεύκων, μα

εξαπατάς τον τίτλο, εγγύηση στους περαστικούς,

που σχεδόν όλοι έχουν φύγει, μαζεύουν

απαραίτητα και η βάρκα που ποτέ δεν

βρίσκεις, αλλά απαραίτητη επειδή διασχίζουμε

παρόλο που εμείς δεν κοιτάζουμε και όπου

δούμε μολονότι δεν υπάρχει γιατρειά και περνάνε

ακόμα αβέβαιοι οι τόποι όπου

σύνορα ευκρινώς σημαδεμένα μας αποκαλύπτονται…

Τότε ακόμη κι ο ουρανός θα πρέπει ν’ αλλάξει. Όπως θα μπορούσα

να αλλάξω ξαφνικά θέμα και λίγοι

να το προσέξουν, ο γδούπος που ψάχνει ακόμα

κουφός τις απογευματινές ώρες, και βαθύς

και οι πέτρες που έχεις κάτω από την πλάτη ή η διαφυγή

διαβρωτικών ουσιών από γκρεμισμένες κατασκευές ‒

παρόλ’ αυτά, τίποτα καινούριο, ελαφρόπετρα

στους αγκώνες, αν υπάρχει θέση για έναν μόνο από μας

και βγαίνοντας μόλις από το σπίτι συναντά τυχαία,

εσύ συναντάς, να ’ξερες μόνο πόσο καιρό σε περιμένω.

*Μετάφραση από τα ιταλικά σταύρος μπουκουβαλέας, kyoko kishida.

**Ποίημα και φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://teflon.wordpress.com