Ο Καβάφης, στο σχολείο και στην ποίηση

cavafis1

Της Ευτυχίας Παναγιώτου

Όταν πρωτοάρχισα να καταστρώνω ποιήματα –γιατί και πώς και κάτω από ποιες συνθήκες κανείς δεν γνωρίζει, κι αυτό είναι το ωραίο–, ο καβαφικός Θεόκριτος ενσάρκωνε τον πόθο μου να συναντήσω τον ιδανικό δάσκαλο. Ήθελα κάποιον να μου πει αν λοξοδρόμησα, αν έπρεπε να συνεχίσω στην ίδια τροχιά ή να του στρίψω.

«… Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
να ’σαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφτασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμα το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου να ’σαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι …»

Αυτά μου είπε. Τόσα πρέπει μόνο σε ένα καβαφικό —κυρίως ψευδοϊστορικό— ποίημα χωράνε και πουθενά αλλού. Γι’ αυτό μάλλον τον αγαπούσαμε τον Καβάφη στο σχολείο και τον ακούγαμε, παρότι ήταν κι εκείνος δάσκαλος που μιλούσε για τα πολύ παλιά, για όσα συνέβησαν προτού κανείς διανοηθεί την εποχή που γεννηθήκαμε. Τότε, ό,τι ερχόταν απ’ το παρελθόν μάς ήταν ξένο, άψυχο, τρομακτικό κι όσοι μάς το επέβαλλαν φαίνονταν κενολόγοι, άκαρδοι και δαίμονες. Τα πρέπει μύριζαν διδακτισμό· δεν θέλαμε να σκύψουμε. Θυμάμαι έναν ξερακιανό στο έδρανο που αγόρευε κι εμάς που γράφαμε κρυφά σε ραβασάκια στίχους για «το μεγάλο Ναι» και «το μεγάλο το Όχι» (που πλέον έγιναν κοινό τραγούδι) και γι’ άλλα διάφορα, για ταξίδια και «Ιθάκες», για την έκθεση στην «καθημερινήν ανοησία» και τις συναναστροφές. Ήταν τα λόγια του γέρου σοφού από τα βάθη. Ήταν τα λόγια του όπως τα νιώσαμε στην εφηβεία. Τώρα στη μνήμη άλλος ένας καθηγητής ξεπηδά, που αποστρεφόταν σφόδρα τον Καβάφη αλλά επέμενε να τον διαβάζουμε: επιλεκτικά. Σπέρνοντας ανέμους, θέριζε όμως και θύελλες, γιατί κάποιοι καταλάβαιναν. Μέχρι και τα παιδιά που τόσο «φανατικά για γράμματα» δεν ήταν, ούτε πρόωρα ωριμασμένα και λυπημένα, έβρισκαν φιλόξενους τους στίχους του, συναντούσαν εκεί τη χαμένη τιμή της Νεότητας. Μια εύθραυστη, καταπώς την αντιλαμβάνομαι τώρα, υπερηφάνεια. Αλλιώτικη από τις άλλες τις εθνικές.

Continue reading

Ζωρζ Μπαταίγ, Δύο ποιήματα

6mage0000961A

ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΟΥΝ Ν’ΑΓΓΙΞΩ
(JE REVAIS DE TOUCHER)

Ονειρευόμουν ν’ αγγίξω τη θλίψη του κόσμου
σ’ ενός παράδοξου τέλματος το χείλος 
που ξέφυγε απ’ την πλάνη
Ονειρευόμουν έναν υγρό τάφο όπου θα ξανάβρισκα 
τα χαμένα μονοπάτια του στόματός σου

Ένιωσα μες τα χέρια μου ένα ακάθαρτο ζώο
που δραπέτευε μες στη νύχτα ενός τρομακτικού δάσους
και είδα ποιο ήταν το κακό που σε σκότωσε
αυτό που αποκαλώ,γελώντας, η θλίψη του κόσμου

Ένα βίαιο φως, μια λάμψη ενός κεραυνού
Ένα γέλιο που απελευθερώνει την απέραντη γύμνια σου
Μια τεράστια λαμπρότητα, επιτέλους με φωτίζουν

Και είδα τον πόνο σου σαν μια ευσπλαχνία
να φωτίζει μες στη νύχτα την μακριά ξεκάθαρη μορφή σου
και τα ουρλιαχτά του τάφου του απείρου σου

ΨΕΥΔΟΜΑΙ
(JE MENS)

Ψεύδομαι
και το σύμπαν καθηλώνεται
από τα παράφρονα ψέματά μου

Το άπειρο 
κι εγώ
καταγγέλουμε ο ένας τα ψέματα του άλλου

Η αλήθεια πεθαίνει 
κι εγώ ουρλιάζω
πως η αλήθεια ψεύδεται

Ο νους μου,τόσο ονειροπαρμένος
που εξασθενεί ο πυρετός
κι οδηγεί την αλήθεια στην αυτοκτονία

*ΖΩΡΖ ΜΠΑΤΑΪΓ (Georges Bataille). Γάλλος συγγραφέας. Δεινός ανατόμος του ερωτισμού και της σεξουαλικότητας. (1897-1962)
**Μετάφραση: Σοφία Κωνσταντέλλου
***Από το http://apodraseistounou.blogspot.com

Ζυλ Συμπερβιέλ, Η κοιμισμένη λίμνη

3040999926_be15f4e54e

Ένα έλατο τη νύχτα
Όταν κανείς δεν το προσέχει
Γίνεται βάρκα
Χωρίς κουπιά και μπράτσα.
Κάποτε κάποτε ακούς
Τον παφλασμό που κάνει
Και το νερό τραντάζεται τριγύρω του.

*Μετάφραση: Γιώργος Κ. Καραβίτης

Για την ποίηση της Ασημίνας Ξηρογιάννη επειδή “Εποχή μας είναι η ποίηση”

316302_239068602902632_2061560021_n

ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΓΚΙΚΑ

«Κάπου στη «Βραδύτητά» του ο Κούντερα αναφέρει: Η αληθινή ουσία του χορευτή έγκειται ακριβώς σ’ αυτή τη μονομανία, να βλέπει την ίδια του τη ζωή σαν υλικό ενός έργου τέχνης – την ηθική δεν την κηρύσσει, τη χορεύει! Θέλει να συγκινήσει και να θαμπώσει τον κόσμο με την ομορφιά της ζωής του! Είναι ερωτευμένος με τη ζωή του, όπως μπορεί να ‘ναι ερωτευμένος ένας γλύπτης με το άγαλμα που σμιλεύει.» Δηλαδή θα πρέπει προηγουμένως να γοητευτείς για να γοητεύσεις, όπως θα πρέπει και να σωθείς για να σώσεις.

Ξεκινώ κάπως ανάποδα, από το μοναδικό υπάρχον πεζό της Ασημίνας Ξηρογιάννη «Το σώμα του έγινε σκιά», αλλά ένας κατ’ εξοχήν ποιητής, ποιητής παραμένει σε όλα, εξάλλου αυτό ακριβώς κάνει και η ποίηση· δεν κηρύσσει, χορεύει. Με τη δική της πάντοτε, και κατά βάθος, λυτρωτική «βαθιά σκιά». Δίχως βαριά σκιά, ούτε άλγος ούτε και ποίηση. Αλλά και δίχως ποιητική ζωή, ούτε ποίηση. «Την θέλω λευκή ως νεκρική σινδόνη» και νά η ροδομάγουλη δίπλα του, δεν είναι ποίηση. Αλλά για την Ασημίνα Ξηρογιάννη, «Εποχή της είναι η ποίηση», και αυτό θα φανεί απ’ την αρχή.

Continue reading

Dimitris Troaditis, By a red raising

Albert Birkle, Under the Red Flags (1919)

Albert Birkle, Under the Red Flags (1919)

This long march
towards death
must be halting
the dark blue
jet-black signs of dizziness
need to change color

this unwavering pain
above the rooftops
of our hearts
must be mutated
into an explosive thinking
obsessive and fiery
glowing
on the anvil
of the class struggle
as expected as a sunrise
hot like a tear
on our cheek
after the day’s wage
of terror

this wild path
towards death
must be stopped
by an exquisite dawn
of those dispossessed
by a red raising
of our soul
that will not allow
the preambles of injustice
to be done volumes of analgesia.


*The original Greek poem can be found here https://tokoskino.wordpress.com/2013/07/07/%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CF%84%CF%81%CF%89%CE%B1%CE%B4%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BC%CE%B5-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CE%AC/

Ρωξάνη Νικολάου, Φωνή

images-1

ανασηκώνει τη σκόνη από τους οφθαλμούς
των παραθύρων. Ραγίζει τη νάρκη τους
σχηματίζοντας αραχνοειδείς αντίλαλους.

Με την πιρόγα της 
χαράζει πολλά ποτάμια.
Σώζει εκείνα που κοιμούνται
με βάρδιες στις όχθες.

Είναι μια νύχτα
που οι κορυφές των δολοφονικών τοτέμ
γονατίζουν
κι από την κοιλιά τους εξέρχονται
οι αθώοι.

Σπέρνει αναπνοές στην ακοή μου
μεγεθύνει τις σκιές
περνάει με λάδι τις μορφές.

(Βρε α παρατάτε με. Κατασκεύασα αυτό εδώ το
ερημητήριο κι ίσαμε εδώ φθάνουν οι μαϊμουδισμοί σας
επιδειξιομανείς αντίλαλοι.

Φωνή του κόσμου
δική μου
μη
μ’ εγκαταλείπεις.
Εγώ δεν είμαι αυτοί που στερήθηκαν
τα φωνήεντα και τα σύμφωνα της σκέψης σου
κι ας αποκαλούνται σοφοί.)

Τα ποιήματά μου είναι τα έκπτωτα άστρα σου.


*Από το ιστολόγιο της ποιήτριας Ηλιόδεντρον στη διεύθυνση http://hliodendron.blogspot.com

Κώστας Μπραβάκης, Άνθρωπος άνθρωπος

darwin-300x193

Μισός αιώνας
άνθρωπος άνθρωπος
στη μοιρασιά η εξουσία
το ζύγι κλέβει λίγα γραμμάρια
αρκετά για να γυαλίσει τα δόντια της
αν ήμουν πέτρα
θα γυάλιζα τις γωνίες μου
να πέσει και να πληγωθεί θανάσιμα
ο άνθρωπος
που αιώνες τώρα επιμένει
πως είναι
άνθρωπος

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναημοσιεύονται από το ιστολόγιο του Κώστα Μπραβάκη “Εναέριες Ρίζες” στη διεύθυνση http://conbra.blogspot.com

Μαρία Σερβάκη, Αποσπάσματα από ποιήματα

1236769_497300883695329_237218122_n

Σκοτεινός σκοτεινός υποχωρεί ο χρόνος
Το κοσμικό τέρας πίσω από άνηβους εσταυρωμένους γαλαξίες
Σ’ έρεβο ύπνο πάντα
Πάντα άγρυπνο

*Από τη συλλογή “Αποσταθεροποιήσεις σε συχνότητες αντιεπιστημονικής φαντασίας”.

Θάνατος στο στόμα
Θάνατος στα μάτια
Και η ζωή ένας κόκκος χώματος που το ποδοπατεί ο χρόνος.

*Από την εκτός εμπορίου έκδοση “Γκροτέσκο”.

Θωμάς Γκόρπας, Δύο ποιήματα

225371-11

ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΕΙΚΟΝΑ

Μετά τα άνθη της βροχής και τις γλύκες του ήλιου
ένα κορίτσι πάει περίπατο με τη μαμά του στο νυφοπάζαρο.
Εξέχει τώρα το καμπαναριό μέσα στο βράδι ένας γεροφοίνικας
α! κι ο θλιμμένος φιστικάς που διαλαλάει χαρούμενος:
– Φιστίκια αμύγδαλα αρμυρά καβουρδισμένα

ΑΞΕΧΑΣΤΗ ΕΙΚΟΝΑ

Ασημένια πέταλα εκπληκτικού αλόγου άσπρου και τρελού δρο-
μέα της δημοσιάς γαλάζια πέταλα της νύχτας που κρυφτήκανε
μες στο πηγάδι της γαλάζια πέταλα της μοναξιάς που πηγαινοέρ-
χονται ευτυχισμένα αλλά δεν τολμούν να κάτσουν στα σχιζοφρενή
μου χέρια που τα έκανε άλογα ο νταλκάς.

*Η εικόνα της ανάρτησης πάρθηκε από το http://eccoci.pblogs.gr