Μαρία Τσολιά, Μεμβράνη

images

Αδιόρατη
η μεμβράνη των ημερών
βαμμένη στη σιωπή
μιας ελάχιστης
εξομολόγησης
χάρτης αχνός
ελλιπούς ονείρου
φτερό πεταλούδας

αν την αγγίξω
θα γίνει σκόνη
κι αυτό το τίποτε
θα είναι
όλη μου η μνήμη.

*Από τη συλλογή “Όσο κόκκινο μου αρνήθηκες”, εκδ. Οσελότος.

Νίκος Ερηνάκης, Δύο ποιήματα

l14_erinakis

Μην αναφερθώ σε νεκρούς

———–
Και τώρα τι;
Και τώρα που δεν είναι τίποτα εδώ, τι;
Μήπως να φύγουμε κι εμείς;
Να κατηφορίσουμε προς τα πίσω;
Αφού για άλλα ξεκινήσαμε και αλλού τώρα ξαπλώνουμε
μήπως να παραδοθούμε και να περιμένουμε θλιμμένοι;
Ή, αν θέλουμε, μπορούμε να τρέξουμε ζαλισμένοι
λίγο κλάμα θα βοηθήσει
μην αναφερθώ σε νεκρούς
θα κρύψω μερικά κομμένα λουλούδια
κάτω από πέτρες και πίσω από τα μαλλιά σου
αφού τώρα τι;
Τι μένει να αναμένουμε
όντας οι μόνοι νικητές;
————–

Δε θα υπάρξει απώλεια
————-
Ο κόσμος δε θυσιάζει
ούτε θυσιάζεται εύκολα πια.
———
Η τύχη μάλλον περισσότερο μας αγνοεί.
——–
Μη μιλάς για σκιές
το φως ενοχλεί περισσότερο.
——–
Το να ανατινάζεις τον κόσμο
είναι πιο δημιουργικό από το να τον υπομένεις.
Επιδίωξε τη σφαίρα τους
οι ήδη νεκροί δεν ξαναπεθαίνουν,
ελευθερώνονται.
————
Το παραλήρημα δηλώνει όραμα
κι η προσευχή αποτελεί κατάλυση ηθικής.
——-
Δεν θα υπάρξει απώλεια
η άνοιξη παραμένει άνοιξη.
—————
Μα στο τέλος οφείλουμε
πάντα μία συγγνώμη.
—————

*Από τη συλλογή “Σύντομα όλα θα καίγονται και θα φωτίζουν τα μάτια σου”, εκδ. Ροές 2009

Τα ΟΧΙ του Αργύρη Χιόνη

xionis1382916466

Γράφει ο Ανδρέας Ζάρρος

Στην αρχή λίγοι έδωσαν σημασία στον ομιλητή, ο οποίος σύντομα κέρδισε το ακροατήριό του επανακαθορίζοντας καταλυτικά τα νοήματα της 28ης Οκτωβρίου.
….

Στις 28 Οκτωβρίου 2011 βραβεύτηκαν οι επιτυχόντες μαθητές του δήμου Ξυλοκάστρου Ευρωστίνης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ο Αργύρης Χιόνης ήταν ο κεντρικός ομιλητής της εκδήλωσης και σε όλα τα παιδιά έδωσαν ένα βιβλίο του. Ανέβηκα λοιπόν στο Θροφαρί για να τον πάρω, και μετά την απαραίτητη στάση στο Intro Art Cafe, φτάσαμε στο θέατρο Άγγελος Σικελιανός. Καθίσαμε και περιμέναμε να τον καλέσουν στο βήμα.Κάποια στιγμή βγάζει τα χαρτιά που είχε γράψει κι ενώ τους ρίχνει μια τελευταία ματιά με ρωτάει: «Το κωλογλείψιμο είναι κακιά λέξη;». «Όχι», απαντάω αμέσως και χαμογελάω πονηρά. «Α, εντάξει» είπε και μετά από λίγο ανέβηκε στο βήμα.

Στην αρχή -τα παιδιά κυρίως- δεν μπορώ να πω ότι πρόσεχαν τον ομιλητή. Λίγο μετά, όλο το θέατρο είχε βουβαθεί και άκουγε ευλαβικά. Δεν ήταν ένας συνηθισμένος λόγος. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι; Ίσως αυτοί που δεν τον ήξεραν να περίμεναν ν’ ακούσουν τετριμμένες νουθεσίες ενός «σοφού» μεγάλου προς τους νέους. Όμως, ήταν διαφορετικά. Ευτυχώς μου έκοψε και πάτησα την ηχογράφηση στο κινητό, τη μαγνητοφώνησα κι έτσι την έχουμε σχεδόν όλη. Πέρα από την εισαγωγή (όπου ευχαριστούσε για την πρόσκληση) και μια δυο λέξεις που δεν ακούγονται, όλη η άλλη είναι αυτούσια:
 
Continue reading

Έντγκαρ Λη Μάστερ, Α. Ντ. Μπλόουντ

headfbs

Αν εσείς στο χωριό νομίζετε πως έκανα καλά,
Όταν έκλεισα τα σαλούουν και σταμάτησα τη χαρτοπαιξία,
Και σωφρόνισα το γέρο-Ντέιζυ Φρέιζερ μπροστά στο δικαστή Άτνετ,
Στις τόσες σταυροφορίες να περάσω από καθαρτήριο τους αμαρτωλούς·
Γιατί αφήνετε τη θυγατέρα της καπελούς Ντόρας,
Και τον ανάξιο γιο του Βενιαμίν Παντιέ
Να κάνουν τον τάφο μου τη νύχτα ανόσιό τους μαξιλάρι;

*Μετάφραση: Ιάσων Δεπούντης

Γιάννης Χαιρέτης, Ανάμνηση

1235468_10200154602388143_1737939710_n

Σε Χώρους και σε Χρόνους Άσπιλης Φωτιάς
το Σύμπαν του μυαλού μου καταβροχθίζεται.
Γέλιο και λυγμός κι ύστερα σιωπή
κι η ήρεμη ανάσα που ο ύπνος φέρνει
στους σοφούς Ανθρώπους…

Η μνήμη μου αθάνατη
-μέσα από λίθινους καιρούς
ορμητικό ποτάμι, ξεχυνόταν…-
τώρα, στ’ απέραντο του ζωογόνου Πόνου
ταξιδεύει.

Ω, εσύ Φωτιά
θαμμένη σε ιερή, πανάρχαια σπηλιά,
στους πρώτους κύκλους της Μεγάλης
Μοναξιάς
τη λάμψη της γυμνής αγάπης μου
σκορπούσες.

Πέρα, στης εξιλαστήριας Φωτιάς
το ελπιδοφόρο Φως
φως ταπεινό είμαι κι εγώ
π’ όλο αγωνίζεται και λαχταρά
να μείνει αναμμένο!…

*Από την ποιητική συλλογή “Ο κύκλος των χαμένων μαχαιριών”, εκδόσεις ¨Άρδην”, Αθήνα 1999.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Μοναξιά

1245054019

Ο άνεμος βουίζει ρυθμικά πάνω από τα ευθύγραμμα χαμόγελα των πολυκατοικιών
…ζόφος…
ένα τραγούδι προσπερνά τις ουράνιες οδούς
σαγηνεύοντας τον κόσμο των νεκροζώντανων

Την αυγή ζωγραφίζω το χάρτη των θαλασσών
και τα βραδινά ο χάρτης παραδίδεται
στο παρανάλωμα των δακρύων,
προερχομένων από τη μήτρα των χτύπων μου…

πεθαίνω μες το μονοπάτι της Μουσικής
ανέγγιχτη από μελωδικά βέλη
μα σταυρωμένη από τα καρφιά των ανθρώπων.

Τα άτσαλα βήματα των χεριών μου στην αχανή άβυσσο
με βυθίζουν σε μια έρημο κατακραυγής
και μιας στείρας ζωής

Ιππικό πεζών προπορευόμενο της άδοξης μπαλάντας των Σειρήνων
άδειες καρέκλες παραταγμένες στα τραπεζάκια κυριλέ
καφετέριας,
μεσημέρι, ώρα ύπνωσης,
αναψυχής,
σιωπής;

μια ρακένδυτη γραφίδα ρουφά το αίμα των πληγών μου

ο ήλιος προχωρεί,
μεσημέρι, καλοκαίρι, σιωπή…

αγκαλιάζει τις καρέκλες

ο ίσκιος του γερο-πλατάνου χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά μου
κι ένα σκιουράκι φιλά απαλά τις ουλές μου

…οι Σειρήνες τραγουδούν…

κλείνω τα βλέφαρα…
μόνο Σιωπή,
και το βάδισμα του χρόνου στους δείκτες

Νέττα

*Πρώτο Βραβείο Ποίησης στο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό 2013 του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης (Κατηγορία Εξωτερικού/Overseas). Δημοσιεύτηκε στο 59ο τεύχος του περιοδικού “Αντίποδες”, ετήσιου περιοδικού του Συνδέσμου (σελ. 173-174).

Fernando Pessoa, Τέσσερις Ωδές

1385057_623203284389454_168225238_n

Nα θέλεις λίγα: θα τα έχεις όλα.
Tίποτε να μη θέλεις: θα είσαι ελεύθερος.
O ίδιος ο έρωτας που νιώθουν
Για μας, μας απαιτεί, μας καταπιέζει.
Για να είσαι μεγάλος, να είσαι ακέραιος: Tίποτε
Δικό σου να μην υπερβάλλεις ή να μη διαγράφεις.
Nα είσαι όλα σε κάθε πράγμα. Nα βάζεις όσα είσαι
Kαι στο ελάχιστο που κάνεις.
Eτσι σε κάθε λίμνη ολόκληρη η σελήνη
Λάμπει, γιατί ζει ψηλά.
Aναρίθμητοι ζουν μέσα μας,
Aν σκέφτομαι ή αν νιώθω, αγνοώ
Ποιος μέσα μου σκέφτεται ή νιώθει.
Eίμαι μονάχα ο τόπος
Oπου νιώθουν ή σκέφτονται.
Eχω περισσότερες από μια ψυχές.
Yπάρχουν περισσότερα εγώ απ’ το ίδιο το εγώ μου.
Yπάρχω ωστόσο
Aδιάφορος για όλους,
Tους κάνω να σιωπούν: εγώ μιλάω.
Oι διασταυρωμένες παρορμήσεις
Oσων νιώθω ή δεν νιώθω
Πολεμούν μες σ’ αυτόν που είμαι.
Tις αγνοώ. Tίποτε δεν υπαγορεύουν
Σ’ αυτόν που γνωρίζω ότι είμαι: εγώ γράφω.
O θεός Παν δεν πέθανε,
Σε κάθε κάμπο που δείχνει
Στα χαμόγελα του Aπόλλωνα
Tα γυμνά στήθη της Δήμητρας –
Aργά ή γρήγορα θα δείτε
Nα εμφανίζεται εκεί
O θεός Παν, ο αθάνατος.
Oχι δε σκότωσε άλλους θεούς
O θλιμμένος χριστιανός θεός.
O Xριστός είναι ένας ακόμη θεός,
Ίσως ένας που έλειπε.
O Παν συνεχίζει να δίνει
Tους ήχους απ’ τον αυλό του
Στ’ αυτιά της Δήμητρας
Που καμαρώνει στους κάμπους.
Oι θεοί είναι οι ίδιοι,
Πάντοτε λαμπεροί και γαλήνιοι,
Γεμάτοι από αιωνιότητα
Kαι περιφρόνηση για μας,
Φέρνοντας τη μέρα και την νύχτα
Kαι τις χρυσαφένιες σοδειές
Oχι για να μας δώσουν
Tη μέρα και την νύχτα και το στάρι
Mα για άλλον και θείο
Tυχαίο σκοπό.

C.P. Cavafy, Che Fece …. Il Gran Rifiuto

a-1-cavafy-pic-6

For some among us there comes up a day
when either the great Yea or the great Nay
must needs be spoken. He who has the Yea

ready within him, straightway stands revealed
and, giving it utterance, passes to his field
of self-expression. He who did not yield

assent, never repents. If Nay or Yea
were asked again, he would repeat his Nay,
though that right word afflicts him night and day.

*Translated by John Cavafy (Poems by C. P. Cavafy. Translated, from the Greek, by J. C. Cavafy. Ikaros, 2003)

__________________

For some people the day comes
when they have to declare the great Yes
or the great No. It’s clear at once who has the Yes
ready within him; and saying it,

he goes forward in honor and self-assurance.
He who refuses does not repent. Asked again,
he would still say no. Yet that no—the right no—
undermines him all his life.

*Translated by Edmund Keeley/Philip Sherrar

__________________

For some people the day comes
when they have to declare the great Yes
or the great No. It’s clear at once who has the Yes
ready within him; and by saying it,

he goes from honor to honor, strong in his conviction.
He who refuses does not repent. Asked again,
he would still say no. Yet that no – the right no –
drags him down all his life.

*Translated by Christos

__________________

Che fece …. il gran rifiuto

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Aν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ’ όχι — το σωστό — εις όλην την ζωή του.

*Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984.

**The title is from Dante “Colui Che fece per viltate il gran rifiuto!” The refusal to life that is worthy of eternal damnation.

Αρθούρος Ρεμπώ, Από τα “Κείμενα και κριτική”

Ο Αρθούρος Ρεμπώ από τον Ζαν Κοκτώ

Ο Αρθούρος Ρεμπώ από τον Ζαν Κοκτώ

Στο δάσος, υπάρχει ένα πουλί, το τραγούδι του σας σταματά και σας κάνει να κοκκινίζετε.

Υπάρχει ένα ρολόι που δεν χτυπά.

Υπάρχει μια χαράδρα με μια φωλιά με ζώα λευκά.

Υπάρχει μια μητρόπολις που κατεβαίνει και μια λιμνη που ανεβαίνει.

Υπάρχει ένα μικρό αμάξι εγκαταλειμμένο μέσα στο δάσος, ή που κατεβαίνει το μονοπάτι τρέχοντας, στολισμένο με κορδέλλες.

Υπάρχει ένας θίασος μικρών θεατρίνων με κοστούμια, διακρίνονται πάνω στο δρόμο ανάμεσα απ’ το δάσος άκρη άκρη.

Υπάρχει, τέλος, όταν πεινά και διψά, κάποιος που σας κυνηγά.

*Αρθούρος Ρεμπώ, Κείμενα και κριτική, μετάφραση-επιμέλεια: Βαγγέλης Χατζηδημητρίου, εκδ. “Γαλαξίας”, Αθήνα 1971.

Dylan Thomas, Ποίημα του Οκτώβρη

99 χρόνια από τη γέννησητου Dylan Thomas

Ήταν το τριακοστό μου έτος στον ουρανό
Σαν ξύπνησα στο άκουσμα του λιμανιού και του γειτονικού δάσους
Και τη συναγωγή των μυδιών και του ερωδιού
Την ιερωμένη ακτή
Το πρωινό νεύμα
Με την υδάτινη προσευχή και το κάλεσμα του γλάρου και του κόρακα
Και τον χτύπο των ιστιοφόρων πάνω στον μεμβρανώδη τοίχο
Έτοιμος εγώ να πατήσω το πόδι μου
Τη στιγμή εκείνη
Στην κοιμωμένη πόλη και το ταξίδι μου να ξεκινήσει.
Τα γενέθλιά μου ξεκίνησαν με το νερό –
Πετούμενα κι όλα τα πετούμενα των φτερωτών δέντρων ταξίδευαν το όνομά μου
Πάνω από τις φάρμες και τα λευκά άλογα
Κι εγώ ξύπνησα
Ένα βροχερό φθινόπωρο
Και περπάτησα έξω στην μπόρα όλων των ημερών μου
Πλημμυρίδα κι ο ερωδιός βούτηξε σαν πήρα τον δρόμο
Πέρα από την επικράτεια
Ενώ οι πύλες
Της πόλης έκλειναν καθώς η πόλη ξυπνούσε.
Ένα σμάρι κορυδαλλοί σ’ ένα σύννεφο
Που κυλούσε κι οι θάμνοι στην άκρη του δρόμου γεμάτοι τιτιβίσματα
Κοτσυφιών κι ο ήλιος του Οκτώβρη
Καλοκαιρινός
Στον ώμο του λόφου,
Εδώ το κλίμα ήταν ήπιο κι οι τραγουδιστές γλυκείς όταν ξάφνου
Φάνηκαν το πρωί εκεί που τριγυρνούσα κι άκουγα
Τη βροχή να στίβει
Τον άνεμο τη ριπή το κρύο
Στο δάσος πέρα εκεί κάτω.
Ξεπλυμένη βροχή πάνω στο λιμάνι που αχνόσβηνε 
Και στη θαλασσόβρεχτη εκκλησία στο μέγεθος σαλιγκαριού
Με τις κεραίες ορθωμένες μες στην ομίχλη και το κάστρο
Καφετί σαν κουκουβάγια
Μα όλοι οι κήποι
Της άνοιξης και του καλοκαιριού άνθιζαν ανάμεσα σε φανταστικές ιστορίες
Πέρα από την επικράτεια και κάτω από το σύννεφο γεμάτο κορυδαλλούς.
Εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω 
Τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε.
Τράβηξε μακριά από τη χαρμόσυνη πατρίδα
Κι ο άλλος αγέρας κι ο γαλανός αλλαγμένος ουρανός
Άφησαν να κυλήσει ξανά εκεί κάτω ένα θαύμα καλοκαιριού
Με μήλα
Αχλάδια και κόκκινα μούρα
Κι είδα στην αλλαγή τόσο καθαρά ενός παιδιού
Τα ξεχασμένα πρωινά σαν περπατούσε με τη μητέρα του
Ανάμεσα στις παραβολές
Του ηλιόφωτου
Και τους θρύλους των πράσινων παρεκκλησιών
Και τους διπλοειπωμένους αγρούς της νηπιακής ηλικίας
Που τα δάκρυά του έκαψαν τα μάγουλά μου κι η καρδιά του σκίρτησε στη δική μου.
Τούτα ήταν τα δάση ο ποταμός κι η θάλασσα
Εκεί που ένα αγόρι
Στο φιλήκοο
Καλοκαίρι των νεκρών ψιθύρισε την αλήθεια της χαράς του
Στα δέντρα και τις πέτρες και τα ψάρια του αλμυρού νερού.
Και το μυστήριο
Τραγουδούσε ολοζώντανο
Ακόμα μες στο νερό και το τιτίβισμα των πουλιών.
Κι εκεί θα μπορούσα να καμαρώνω τα γενέθλιά μου
Ακόμα μα ο καιρός άλλαξε. Κι η αληθινή 
Χαρά του πολύχρονου νεκρού παιδιού τραγουδούσε φλεγόμενη
Στον ήλιο.
Ήταν το τριακοστό μου
Έτος στον ουρανό κι εγώ στεκόμουν εκεί στο καλοκαιρινό μεσημέρι
Παρ’ όλο που η πόλη κάτω κειτόταν φυλλοσκεπής με το αίμα του Οκτώβρη.
Είθε η αλήθεια της καρδιάς μου
να τραγουδηθεί ξανά
Σε τούτον εδώ τον ψηλό λόφο και του χρόνου.

*Από το http://en-texnon.blogspot.com

dylan-thumb