Νίκος Καρούζος, Πέντε ερωτικά αποσπάσματα

Edvard Munch, Madonna (1894-1895)

Edvard Munch, Madonna (1894-1895)

Μικρή γυναίκα βλέποντας τη συμφορά
έχουν μεθύσει τα μέλη σου από έρωτα
που θύεται αγνότερος αντίκρυ στ’ άστρα.
Κι εγώ θα μείνω μια βρόμικη προσευχή
με κρύσταλλα χρωματιστά
ψηλά χαμένος.

*

Μια γυναίκα κλαίει στον ίσκιο της φωνής-
ω χλοερά γόνατα- και φεύγει
το κακό σαν άχρηστο ζώο.
Έβλεπα τα στήθη της
κι ήτανε βράδυ πολύφυλλο και φωτισμένο.
Σα μίσχος άνθους ο χρόνος
αθώα υψούμενος.

*

Η γυναίκα βαθαίνει το κορμί
πότε την ψυχή με τους ήλιους της
αλλάζει την όραση σε σκοτεινό δρόμο
είναι δίχως τρόμο.
Παίρνω τη λύπη σαν κλουβί
πουλιά δεν έχω
γυρίζοντας απ’ τα μαλλιά της
βλέπω το κέρδος δειλιασμένο
δροσερός από τρόμο.

*

Η αγάπη δεν υπάρχει στο σώμα
δεν είναι καν το περιστέρι όταν χιονίζει ευτυχία
δεν τη βλέπω στο γενετήσιο μάκρος.

*

Είσαι μια ήπειρος του στήθους απ’ τα βάθη των φυλών
είσαι πλανόδια σαν το φεγγάρι
ο πόνος είναι πλόκαμος κι η αγάπη σου υδράργυρος
γυναίκα, πείσμα της Ασίας.
Όταν αφήνεις ένα βλέμμα στις κοιλάδες να ωριμάζει
καθώς οι άνεμοι το ταξιδεύουν ως τα ύψη
νέμεσαι τα κλαδιά και χύνεις δηλητήρια μες στο φεγγάρι.
Μόνη σα φόνος κατοικείς τη συνείδηση
συνωμοτώντας αντίκρυ στις θεότητες των πουλιών
εσύ με μαύρα ποταμικά μαλλιά
εσύ πάλι και πάλι με σκοτεινά μάτια.
Λέω στον ήλιο να σταθεί χωρίς την αγαθότητα
σχίζοντας το μεγάλο χρώμα του ονείρου
στον ήλιο να σε πολεμήσει με βοερό θειάφι
και να γκρεμίσει όλη τη θύμηση που με παιδεύει.
Νά οι καιροί στα βήματά σου μ’ έφεραν
οι φυτικοί δεινόσαυροι τα ουράνια πλάτη
μια δέσμη χαλαρή του αίματος έτοιμη να σκορπίσει

Outcrop: radical Australian poetry of land

Outcrop final front cover

Review by James Stuart*


Outcrop: radical Australian poetry of land
Jeremy Balius and Corey Wakeling, eds
Black Rider Press, 2013

As I write this review, sunlight filtered through a pall of smoke casts a dull orange glow over my kitchen bench. The Blue Mountains are burning. Sydney’s haze resembles downtown Beijing’s and it’s only October. Such an apocalyptic scene – part of the ‘Australian experience’ I am assured by our Prime Minister – provides context for the world into which Outcrop and its ‘radical poetry of land’ emerges. This is not to suggest that the anthology’s outlook is primarily environmental, but that alternative ways of examining land are sorely needed.

On the whole, Outcrop, compiled by Corey Wakeling and Jeremy Balius, is experimental – a distinct and welcome contrast to an often straight-forward field. Sadly, Wakeling’s editorial lacks the clarity of the subtitle’s territorial claim. His scholarly credentials are not in question, but his opening remarks resound with statements so close in meaning that a PhD seems necessary to distinguish their nuances. At times his stated territory becomes so inclusive as to seem self-contradictory, for example:

‘Moreover, the ecological itself disturbs the primacy of the figural image when its concerns are micro as well as macro, disguised as well as visible, and subsistent as well as existent.’
But this does not detract from the importance of the works, all of which invariably, as Wakeling notes, ‘express[es] a crisis in relation to land.’ He continues, more directly:
‘This collection believes in not only poetry’s potential for critique and dissent, but too the possibility of recuperation and efflorescence of land’s multiplicity in a theatre of language. This theatre of language may entail utopia or dystopia, realism or surrealism, but I feel more so that this collection in its radicalism welcomes the gamut of these contrary forces.’

Continue reading

Ρώμος Φιλύρας: αθησαύριστα ποιήματα και συμπληρωματικά βιβλιογραφικά

ETOzl5i021st8UDs-UzSmNfUHDfZ1rZtHWNoEBlzDHTLRrsRVkZEaL6VuwvQBFG1LjAckefHrX_G2-lk5zEnbO-0mCSejufG4GWw4vLJyWXCteedHKJ5Cuaa=s0-d-e1-ft

Πριν από έξι μήνες, είχα παρουσιάσει εδώ τη δίτομη έκδοση “Ρώμος Φιλύρας: Άπαντα τα ευρεθέντα” που κυκλοφόρησε στις αρχές του χρόνου σε επιμέλεια του Χ. Καράογλου και της Αμαλίας Ξυνογαλά. Στον Ρώμο Φιλύρα (1888-1942) είχα αφιερώσει ένα άρθρο πέρυσι το καλοκαίρι, και είναι από τους ποιητές που θεωρώ πολύ σημαντικούς, και γι’ αυτό χαρακτήρισα “εκδοτικό γεγονός” την έκδοση, μια και ως τώρα τα ποιήματα του Φιλύρα ήταν διεσπαρμένα σε πολλά και δυσεύρετα βιβλία.

Στη συνέχεια, έγραψα ένα εκτενέστερο άρθρο για το περιοδικό Οροπέδιο, στο οποίο παρέθετα όλα τα αθησαύριστα ποιήματα του Φιλύρα που είχα βρει στο αρχείο μου, δηλαδή ποιήματα που τα βρήκα δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά και που δεν περιλαμβάνονται στα “Άπαντα τα ευρεθέντα”. Βλέπετε, με τον Φιλύρα συμβαίνει το εξής: επειδή από το 1928 ως τον θάνατό του ήταν κλεισμένος στο Δρομοκαΐτειο, όσον καιρό βρισκόταν στο Άσυλο δεν σταμάτησε να γράφει, και καθώς δεχόταν συχνά επισκέψεις χάριζε ποιήματά του, με τις φούχτες μάτσα τσαλακωμένα χαρτιά, σε όποιον τον επισκεπτόταν. Ποιήματα άλλοτε μεγαλοφυή και άλλοτε παραληρηματικά, συχνά και τα δυο μαζί, άλλα μισοτελειωμένα κι άλλα καθαρογραμμένα. Πολλά από αυτά δημοσιεύτηκαν σε έντυπα της εποχής, άλλα λανθάνουν και κανείς δεν ξέρει πόσα τέτοια χαρτιά βρίσκονται σε χέρια ιδιωτών και πόσα έχουν χαθεί και πεταχτεί. Οπότε, κανείς δεν μπορεί να βεβαιώσει ότι δεν θα βρεθούν αύριο κι άλλα ποιήματα του Φιλύρα, ή μάλλον είναι εντελώς βέβαιο ότι θα βρεθούν κι άλλα. Απτό παράδειγμα: μετά που έγραψα το άρθρο για το Οροπέδιο, που πρέπει να δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού, σκαλίζοντας κάτι περιοδικά για άλλο πράγμα βρήκα κι άλλο ένα αθησαύριστο ποίημα του Φιλύρα, που δεν το είχα συμπεριλάβει στο άρθρο του Οροπεδίου! Οπότε τώρα στο σημερινό άρθρο ενσωματώνω όσα καινούργια ευρήματα έχουν προκύψει στο μεταξύ, ανάμεσα στα οποία και η φωτογραφία του Φιλύρα που βλέπετε εδώ αριστερά.

Continue reading

Emília Cerqueira, Freedom!!!

1450748_10201750661745456_625267730_n

Alto, muito alto,
um pássaro azul plana…
A sua beleza dói,
a sua solidão é infinita…
Alto, muito alto,
a liberdade anda à solta

High, very high,
a bluebird flat …
Its beauty hurts
his loneliness is endless …
High, very high,
freedom is on the loose

Ψηλά, πολύ ψηλά,
πετάει το γαλάζιο πουλί…
Πονάει η ομορφιά του
η μοναξιά του είναι ατελείωτη …
Ψηλά, πολύ ψηλά,
η ελευθερία είναι χαλαρή

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

David Edelstadt, αναρχικός ποιητής και προπαγανδιστής

1480705_649300971758987_547883590_n

“Ένας μεγάλος ποιητής και ένας από τους καλύτερους τύπους αναρχικών που έζησε ποτέ”
Emma Goldman

Ο David Edelstadt γεννήθηκε στις 9 Μάη 1866 στην Kaluga της Ρωσίας. Επηρεάστηκε βαθιά από τη ζωή του πατέρα του που στρατολογήθηκε με τη βία στο στρατό του Τσάρου και υπηρέτησε 25 χρόνια. Αυτό το είδος βίαιης στρατολογίας χρησιμοποιείτο από το ρωσικό στρατό συχνά κατά των Εβραίων.

Ενώ τα ρωσικά ήταν η μητρική του γλώσσα, τα Yiddish ήταν η γλώσσα επικοινωνίας και προπαγάνδας του και αυτή τη γλώσσα για να μεταναστεύσει στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1882.

Συμμετείχε στην πρώτη εβραϊκή αναρχική ομάδα της Νέας Υόρκης, The Pioneers of Liberty (Πρωτοπόροι της Ελευθερίας). Η σύλληψη και καταδίκη των αναρχικών του Haymarket του Σικάγου ήταν που οδήγησε στο σχηματισμό της ομάδας αυτής. Στις πρώτες δεκάδες εργαζομένων που ίδρυσαν την ομάδα προστέθηκαν σύντομα ο Edelstadt και άλλοι ταλαντούχοι συγγραφείς και προπαγανδιστές, όπως οι Saul Yanovsky, Roman Lewis, Hillel Solotaroff, Moshe Katz και J.A. Maryson.

Continue reading

Η συλλογή ποιημάτων «Βλέπω» του Γιώργου Βέη

b192297

ΤΗΣ ΑΝΘΟΥΛΑΣ ΔΑΝΙΗΛ

Γιώργος Βέης, «Βλέπω», εκδόσεις Ύψιλον, 139 σελ. Τιμή 10 ευρώ.

Η συλλογή ποιημάτων «Βλέπω» του Γιώργου Βέη εστιάζει σ’ ένα πολύ ισχυρό αισθητήριο. Στο μάτι. Κι αυτό το μάτι είναι το εργαλείο της εξακτίνωσης του βλέμματος παντού στη φύση, μέσα και έξω, ψηλά και χαμηλά, κοντά και μακριά. Ένα καλειδοσκόπιο που μας δίνει την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε τι γίνεται εδώ, εκεί και παντού, αλλά στο βάθος τι, μέσα από αυτή τη διάσπαση, νιώθει ο ποιητής.

Το θέμα της συλλογής είναι πολλά θέματα – χωρίς σειρά και τάξη, έτσι, ατάκτως ερριμμένα, γιατί αυτή η αταξία υποκρύπτει, πιστεύω, τη συναισθηματική φόρτιση, όπως και όποτε προκύπτει, χωρίς να καλουπώνεται σε ορθολογιστικά κουτάκια και ταξινομήσεις. Ο Καβάφης είχε αποκαλέσει «ρομαντικούς» τους ποιητές της Αθήνας με τις πολύ γλυκερές περιγραφές και τις λυρικές εξομολογητικές διαθέσεις τους, επιλέγοντας για τον εαυτό του το είδος, το λιτό και συγκρατημένο, το παρά κάτι πρόζα. Ανάλογα και ο Βέης δεν τραβάει τελείως τον πέπλο που σκεπάζει τα μυστικά του, μας επιτρέπει να εικάσουμε μόνο από μικρά ανοίγματα που δημιουργούν τα διακειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαμε να ανακαλύψουμε. Και είναι το διακείμενό του θησαυρός.

Ο ποιητής, λοιπόν, άλλοτε βλέπει από κοντά τη φύση και συνομιλεί μαζί της κι άλλοτε στέλνοντας το βλέμμα του στα άστρα –στην Πούλια, τη Βερενίκη, τη Μεγάλη Άρκτο– παρακολουθεί την αλυσίδα της ζωής, κεντρίζεται, αισθάνεται, στοχάζεται.

Continue reading

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, λόγια της αβύσσου

1237095_380354845424745_40473161_n

ύποπτος
ο κόσμος,
αφηρημένος ίσκιος,
γυμνός,
δεν ξέρω,
ο καθρέπτης,
η αντανάκλαση,
πιτσιλισμένες ματιές
με τη στοργή του πεθαμένου:
και με κοιτούν
μοναχικοί άνθρωποι,
στιγμιότυπα
χωρίς εσένα,

ανάγκη
είχαν οι αδυναμίες μου,
τη ματιά σου
και η βενζίνη
στα νυχτερινά γυμνά γεύματα
τα όνειρα έκαιγε,
ξοδεμένες σκέψεις
σε κανάλια ήχου,
σε ψιθύρους ανοησίας,
εγώ και συ,
εγωισμοί,
σε στόματα υπερμεγέθη,
να μιλούν,
σιωπές
παρατεταμένες
σε κρυστάλλινους
πλανήτες

το αίμα,
το νόμισμα της οδύνης:
τα δάκρυα
του άνδρα
σε φράσεις ατέλειωτες
και το άλγος μου,
χορογραφία,
με τα εύθραυστα στήθη σου
στα μάτια μου,
αγγίσματα
κρεμασμένα
στους στείρους τοίχους
της αδιαφορίας,
τα φιξάκια της ανόθευτης
αναμονής
μου

ένα κομμάτι
χαρτί λοιπόν,
αρχιτεκτονική αγάπης,
το προάστειο
του μυαλού μου,
η μεταφυσική της αβύσσου
και γράφω
για σένα

AlexMil 5-12-2013

Πέτρος Γκολίτσης, Σπλάχνα

1391763_10152096796874540_1705536322_n

Χαίρομαι τα σπλάχνα μου απόψε
κι όλα τα όργανα ωραία λειτουργούν
συντονισμένα κυλούν σαν σε μετάξι
τα πόδια μου στη θέση τους με πάνε
νυχτερινή Θεσσαλονίκη Εγώ ‘μαι το μυστήριο εμείς
όπως σταθήκαμε στον χρόνο οι αποστάσεις
κάθετοι εμείς σαν κυπαρίσσια οι σκιές
φως που πυκνώθηκε προσωρινά κι απόψε τα μάτια τρεμοπαίζουνε διαλύονται
διαλύεσαι κι εσύ
……………………………….και μόνο νύχτα


*Από τη συλογή “Το τριβείο του χρόνου”, εκδ. Μανδραγόρας, 2013.

Αλέξης Τραϊανός, Μια βραδιά με τη Σύλβια Πλαθ

251854_110802685729225_1150147114_n

Ανεβοκατεβαίνει αυτό το ήρεμο γκρίζο
Τσιγάρα και συνήθειες του χειμώνα
Προφέροντας το όνομά σου κοιτάζοντας τη φωτογραφία σου
Με το γέλιο σου να κουνιέται πίσω από το οινόπνευμα της λάμπας
Μερικά χρόνια προτού πεθάνεις από το ίδιο σου χέρι

‘Απ’ τα φύλλα μου λείπει το χαρτί που μου κλέψανε
Πρέπει να σε κουβαλήσω από κει που ήσουν
Μ’ ένα γυμνό λαμπτήρα μέσα στο κάθε μάτι
Το άσχημο φως της κατοχής σου

Τώρα ξέρω αυτό το φως πίσω από κάθε άγαλμα
Μα ποιός του κόλλησε αυτά τ ‘άσπρα μαλλιά
Αφησέ με να επισκευάσω τις λέξεις μου εσένα το βλέμμα μου
Είδα ήτανε μια προσωπίδα τρομερή μέσα στη ζωή
Καθένας μας μ’ ένα κουτί και το κεφάλι του μέσα

Όχι δεν θα έρθει κανείς
Μη γελάς κι ας ήμαστε εδώ σ’ αυτόν τον κλειστό σταθμό
Δίπλα στη θάλασσα κάτι θέλοντας να πω
Όπως θα ήθελα να το πω και δεν είναι
Και παρασέρνει σα σκοινί το πρόσωπό μου
Μπροστά στο λάκκο με το αλάτι και το ξύδι

‘Αφησέ με να μη σου μιλώ λοιπόν
‘Ημαστε το ζευγάρι που δεν έχει πού να πάει πια
Το τρένο ´εφυγε όπως στο σινεμά
Μπορείς να κρυφτείς στην τουαλέτα όλο το βράδυ
Για να το δεις να φεύγει πάλι
‘Εγινε ο κόσμος για να βλεπόμαστε μισοί μες στο χαμό
Σαν ένα μισοφώτιστο πορνό
Μυαλό π’ αχνίζει ποίηση και αλκοόλ
Τα μάτια μου τα εμποδίζουνε οι προβολείς
Μιας χώρας που λιώνει στο στριπ τιζ
Ανεβοκατεβαίνω αυτό το ήρεμο γκρίζο
Συγχωρέθηκα σε μια λέξη
Προφέροντας τ ‘όνομά σου κοιτάζοντας τη φωτογραφία σου
Μερικά χρόνια προτού πεθάνεις  άπ’ το ίδιο σου το χέρι

Το γκάζι μιλά καλύτερα άπ’ τη σιωπή ή τους ανθρώπους
Μυρίζει όταν κανένας δεν έρχεται να μυρίσεις
Τ’ ανοίγεις εσύ ή οι άλλοι για σένα ή για τους άλλους
Ένα ουδέτερο ρύγχος ίσως άπ’ το ταβάνι

Ρύγχη λουλουδιών γκάζι λουλουδιών
Πολιορκούσαν το αίμα σου άφαντο
Μελανιασμένο σ’ ένα χαρτί της νύχτας
Ή στις τέσσερις το πρωί ανάθεμα της ποίησης
Της σφιγμένης γροθιάς πάνω στο άπλετο μαύρο
Εκεί που σκόνταφταν τα μάτια σου προορισμός υακίνθων
Κάνοντάς το πάλι
Νόημα των λέξεων νόημα ματιών απονενοημένων
Χείλια του ποτέ πια
Στις 4 το πρωί με τις άσπρες κλεψύδρες του γαλατά
Η αιώνια ώρα στο φιλντισένιο κορμί σου
Στο υγιεινό δωμάτιο με το κλάμα και τους καπνούς
Τους ήχους της σήψης ναυαγισμένους γύρω άπ’ το αμπαζούρ
Και το ποίημα ανάποδο
Να πηγαινοέρχεται άπ’ την κρεβατοκάμαρα  στην κουζίνα
Ανασταινόσουν και πέθαινες Λαίδη Λαζάρου.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο της ποιήτριας Ασημίνας Ξηρογιάννη Βαρελάκι στη διεύθυνση http://varelaki.blogspot.com

Lawrence Ferlinghetti, Αυτοβιογραφία

Panderma+119

Ζω μια ήσυχη ζωή
πάω στο μπαρ του Μάικ κάθε μέρα
κοιτώντας τους πρωταθλητές
της Αίθουσας Μπιλιάρδου του Δάντη
και τους μανιακούς με τα Γαλλικά φλιμπεράκια.
Ζω μια ήσυχη ζωή
στην κάτω ανατολική λεωφόρο του Μπρόντγουέη.
Είμαι ένας Αμερικάνος.
΄Ημουν ένα Αμερικανόπουλο.
Διάβαζα το Περιοδικό για Αμερικανόπουλα  
και έγινα πρόσκοπος στα προάστεια.
Νόμιζα πως ήμουν ο Τομ Σώγερ
πιάνοντας καραβίδες στο ποτάμι του Μπρόνξ
και φανταζόμουνα πως ήταν ο Μισσισσίππι. 
Είχα ένα γάντι του μπέηζ μπωλ  
και ένα ποδήλατο μάρκας Ιπτάμενος Αμερικάνος.
΄Εκανα διανομή τη Σπιτίσια Συντροφιά της Γυναίκας 
στις πέντε το απόγευμα
ή την εφημερίδα Χέραλντ Τρίμπιουν  
στις πέντε το πρωί.
Ακόμα μπορώ ν’ακούσω τον ήχο της εφημερίδας
όταν πέφτει σε χαμένες βεράντες.
Είχα δυστυχισμένα χρόνια σαν παιδί.
Είδα τον Λίντμπεργκ να προσγειώνεται.
Κοίταξα προς τα παλιά
μα δεν είδα κανέναν άγγελο.
Μ’έπιασαν να κλέβω μολύβια
απ’το Ψιλικατζίδικο του Τάλιρου και του Δεκάρικου
τον ίδιο μήνα έγινα Αητόπουλο στους Προσκόπους.
΄Εκοψα δέντρα για το Παιδικό Αναμορφωτικό Συμβούλιο
και κάθισα πάνω τους.
Αποβιβαστηκα στη Νορμανδία
με μια λέμβο που ντεραπάρησε.
΄Εχω δει τους πιο μορφωμένους στρατούς
στου Ντόβερ την ακτή.
Διαβάζω τη Λόρνα Μόστ
που ήταν ο τρόμος των βιομηχάνων
και είχε πάντα μια μπόμπα πάνω στο γραφείο του.
΄Εχω δει τους σκουπιδιάρηδες να παρελαύνουν
στη γιορτή της Ημέρας του Κολόμβου
πίσω από τους πολύλαλους
τρομπετίστες που έκλαναν.
Δεν έχω πάει στο Κλόιστερ
για πολύ καιρό
ούτε στο Τηίλερι
αλλά σκέφτομαι ακόμα να πάω.
΄Εχω δει τους σκουπιδιάρηδες να παρελαύνουν
όταν χιόνιζε.
΄Εχω φάει σάντουιτς με λουκάνικο στο γήπεδο.
Έχω ακούσει την Προσφώνηση για το Γκέττυσμπεργκ.   
Μου αρέσει εδώ
και δεν θέλω να γυρίσω
από κει που ήλθα.
Έχω κι εγώ καβαλήσει βαγόνια πλατφόρμες 
πλατφόρμες πλατφόρμες.
΄Εχω βρεθεί στην Ασία
με το Νώε στην Κιβωτό.
΄Εχω βρεθεί στις Ινδίες
όταν χτιζόταν η Ρώμη.
΄Εχω βρεθεί στη Φάτνη
με έναν ΄Ονο.
΄Εχω δει τν Αιώνιο Διανομέα
από έναν ΄Ασπρο Λόφο
στο Νότιο Σαν Φρανσίσκο
και τη Γελαστή Γυναίκα στο Πάρκο της Τρέλας
΄εξω απ’το Σπίτι της Χαράς
σε μια γερή νεροποντή
ακόμα να γελά.
Ζω μια ήσυχη ζωή
έξω από το μπαρ του Μάικ κάθε μέρα
βλέποντας τον κόσμο να περνά
με τα περίεργα παπούτσια του.
Μια φορά ξεκίνησα
να κάνω το γύρο του κόσμου με τα πόδια
αλλά σταμάτησα στο Μπρούκλιν.
Εκείνη η Γέφυρα πήγαινε πολύ για μένα.
΄Εχω μπλέξει με τη σιωπή
την εξορία και την πονηριά.
Πέταξα πολύ κοντά στον ήλιο
και μού ‘φυγαν οι κέρινες φτερούγες.
Ψάχνω για το Χαμένο Αρχηγό
που πετάξαμε μαζί.
Οι νέοι θα ‘πρεπε να γίνουν εξερευνητές.
Αλλά η Μητέρα ποτέ δεν μου είπε
ότι θα υπήρχαν σκηνές σαν κι αυτές.
Κουρασμένος απ’τη Μήτρα
ξεκουράζομαι.
΄Εχω ταξιδέψει
΄Εχω δει τη Λωλή πολιτεία.
΄Εχω ζήσει τη μαζική ανακατωσούρα.
΄Εχω ακούσει τον Κίντ ΄Ορυ να κλαίει.
΄Εχω ακούσει ένα τρομπόνι να κάνει κήρυγμα.  
Έχω ακούσει τον Ντεμπυσσύ
μέσα από ένα στυπόχαρτο.
΄Εχω κοιμηθεί σε εκατό νησιά
όπου τα βιβλία ήταν δέντρα.
΄Εχω ακούσει τα πουλιά
να ηχούν σαν καμπάνες. 
΄Εχω κατοικήσει σε εκατό πόλεις
όπου τα δέντρα ήταν βιβλία.
Τι υπόγειοι σιδηρόδρομοι τι ταξί τι καφενεία!
Τι γυναίκες με τυφλά βυζιά
με τα μέλη χαμένα ανάμεσα στους ουρανοξύστες!
΄Εχω δει αγάλματα ηρώων
σε μικρές πλατείες.
Τον Δαντών να κλαίει σε μια είσοδο του μετρό
τον Κολόμβο στη Μπαρτσελόνα
να δείχνει δυτικά προς τις Ράμπλας
προς τα γραφεία της Αμέρικαν Εξπρές
τον Λίνκολν στην πέτρινη καρέκλα του
και ένα μεγάλο Πέτρινο Πρόσωπο
στη Βόρειο Ντακότα.
Ξέρω πως ο Κολόμβος
δεν εφεύρε την Αμερική.
΄Εχω ακούσει εκατό διαρηγμένους ΄Εζρα Πάουντ.
Θά ‘πρεπε να τους λευτερώσουν όλους.
Είναι πολύς καιρός που ήμουνα βοσκός.
Ζω μια ήσυχη ζωή
στο μπαρ του Μάικ κάθε μέρα
διαβάζοντας τις μικρές αγγελίες.
΄Εχω διαβάσει το Ρήντερς Ντάιτζεστ
από εξώφυλλο σ’εξώφυλλο
Και πρόσεξα το πόσο μοιάζουν
οι Ενωμένες Πολιτείες με τη Γη της Επαγγελίας
όπου το κάθε κέρμα είναι σταμπαρισμένο
με το Στο Θεό βασιζόμαστε
αλλά τα χάρτινα δολλάρια δεν τό ‘χουν
όντας Θεοί από μόνα τους.
Διαβάζω τις αγγελίες καθημερινά
ψάχνοντας για μια πέτρα για ένα φύλλο
για μια πόρτα που δεν έχει βρεθεί.
Ακούω την Αμερική να τραγουδά
στο Χρυσό Οδηγό.
Κανείς δεν θα μπορούσε να ξέρει
πως η ψυχή έχει φάσεις οργής.
Διαβάζω τις εφημερίδες κάθε μέρα
και ακούω την ανθρωπότητα να τα χάνει
μες τη θλιβερή πληθώρα του τυπογραφείου.
Βλέπω ότι η λιμνούλα του Βάλντεν έχει αποξηραθεί
για να γίνει ένα Λούνα Πάρκ.   
Βλέπω ότι κάνουν τον Μέλβιλ
να φάει τη φάλαινά του.
Βλέπω έναν άλλο πόλεμο νά ‘ρχεται 
μα δε θα βρεθώ εκεί να πολεμήσω.
΄Εχω δει τα γραψίματα
στον τοίχο του αποχωρητηρίου της αυλής.
Βοήθησα τον Κίρλου να τα γράψει.
Παρέλασα στην Πέμπτη Λεωφόρο
παίζοντας μια τρομπέτα
με ένα μεθυσμένο απόσπασμα
αλλά γύρισα πίσω γρήγορα στην Κάσμπα
ψάχνοντας το σκύλο μου.
Βλέπω μια ομοιότητα
ανάμεσα στα σκυλιά και σε μένα.
Τα σκυλιά είναι οι αληθινοί παρατηρητές
γυρνώντας πάνω κάτω στον κόσμο
μέσα από τη χώρα των Μολλόυ.
΄Εχω περάσει από σοκάκια
πολύ στενά για τις Κράυσλερ.
΄Εχω δει εκατό κάρα γαλατάδικα
δίχως άλογα
σε ένα οικόπεδο στην Αστόρια.
΄Εχω ακούσει το τραγούδι του παλιατζή.
΄Εχω ταξιδεψει σε σούπερ εθνικές οδούς
και έχω πιστεψει την υπόσχεση των διαφημίσεων.
΄Εχω διασχίσει την πεδιάδα του Τζέρσει
και έχω δει τις Πόλεις του Κάμπου
και κυλίστηκα στον άγριο βούρκο του Γουέστεστερ
με τις ομάδες των ντόπιων νομάδων του
μέσα σε φοτηγάκια.
Τους έχω δει.
Είμαι ο άνθρωπος εκείνος.
΄Η μουν εκεί.
Υπόφερα κάπως.
Είμαι ένας Αμερικάνος.
΄Εχω διαβατήριο.
Δεν υπόφερα ποτέ δημόσια.
Είμαι αυτοδημιούργητος.
Και έχω σχέδια για το μέλλον.
΄Εχω σειρά για ένα
σπουδαίο πόστο.
Μπορεί να μετακομίσω
στο Ντητρόιτ.
Είμαι προσωπικά μόνο 
πλασιέ σε γραβάτες.
Είμαι ένας καλός φιλαράκος.
Είμαι ένα ανοιχτό βιβλίο
για το αφεντικό μου.
Είμαι το τέλειο μυστήριο
για τους καλύτερούς  μου φίλους.
Ζω μια ήσυχη ζωή
σετο μπαρ του Μάικ κάθε μέρα
ανατενίζοντας τον αφαλό μου.
Είμαι ένα κομμάτι
της παλιάς τρέλας του κορμιού.
΄Εχω περιπλανηθεί σε διάφορα
δάση της νύχτας.
΄Εχω ακουμπήσει σε μεθυσμένες πόρτες.
΄Εχω γράψει άγριες ιστορίες
δίχως σημεία στίξης.
Είμαι ο άνθρωπος εκείνος.
΄Ημουν εκεί.
Υπόφερα.
Κάθησα σε μια άβολη καρέκλα.
Είμαι ένα δάκρυ του ήλιου.
Είμαι ένας λόφος
όπου τρέχουν οι ποιητές.
Εφεύρα το αλφάβητο
αφού είδα τους γερανούς να πετούν
Και να φτιάχνουν γράμματα
με τα πόδια τους.
Είμαι μια λίμνη στο λειβάδι.
Είμαι μια λέξη
σ’ένα δέντρο.
Είμαι ένας λόφος ποίησης.
Είμαι μια επιδρομή
στο άναρθρο.
΄Εχω ονειρευτεί
ότι μου ‘πεσαν όλα τα δόντια
αλλά έζησε η γλώσσα μου
για να πει το παραμύθι.
Γιατί είμαι ένας αποστακτήρας
της ποίησης.
Είμαι μια τράπεζα τραγουδιών.
Είμαι ένας πιανίστας
σ’ένα εγκαταλειμένο καζίνο
σε μια παραλιακή πλατεία
στην πυκνή ομίχλη
και παίζω ακόμη.
Βρίσκω μια ομοιότητα
ανάμεσα στη Γελαστή Γυναίκα
και σε μένα.
΄Εχω ακούσει τον ήχο του καλοκαιριού
στη βροχή.
΄Εχω δει κορίτσια σε εξέδρες
νά ‘χουν μπλεγμένες αισθήσεις.
Καταλαβαίνω τους δισταγμούς τους.
Είμαι ένας φρουτοσυλλέκτης.
΄Εχω δει πως τα φιλιά
προκαλούν την ευφορία.
΄Εχω δει καμηλοπαρδάλεις
σε ζουγκλογυμναστήρια
οι λαιμοί τους όπως ο έρωτας
νά’ναι τυλιγμένοι στις σιδερένιες συνθήκες
του κόσμου.
΄Εχω δει την Αφροδίτη
δίχως χέρια
στο γιομάτο ρεύματα διάδρομό της.
΄Εχω ακούσει μια σειρήνα
να συρίζει
στο αριθμό ΄Ενα της Πέμπτης Λεωφόρου.
΄Εχω δει την Άσπρη Θεά
να χορεύει
στην οδό των Καλών Τεχνών
στις Δεκατέσσερις Ιουλίου
και την ΄Ομορφη Γυναίκα την Ανελέητη
να σκαλίζει τη μύτη της στου Τσάμλει.
Δεν μιλούσε Αγγλικά.
Είχε ξανθά μαλλιά
και μια βραχνή φωνή
και ούτε ένα πουλί τραγούδησε.
Ζω μια ήσυχη ζωή
στο μπαρ του Μάικ κάθε μέρα
να βλέπω τους παίχτες του μπιλιάρδου
να βρίσκονται σε φάση μινεστρόνε
να κατεβάζουν μακαρόνια
και έχω διαβάσει κάπου
το Νόημα της ΄Υπαρξης
αλλά έχω ξεχάσει
ακριβώς που.
΄Αλλα είμαι ο άνθρωπος εκείνος
και θα είμαι εκεί.
Και μπορεί να κάνω τα χείλια
αυτών που κοιμούνται
να μιλήσουν
Και μπορεί να κάνω τα τετράδιά μου  
να γίνουν δεμάτια γρασίδι.
Και μπορεί να γράψω τον ίδιο μου
τον επώνυμο επιτάφιο
που να οδηγεί τους καβαλάρηδες
να περάσουν.  

Mετάφραση: Κώστας Γιαννουλόπουλος-Φώτης Αθέρας 

*Αναδημοσίευση από το http://estrechogv.blogspot.gr/2012/11/lawrence-ferlinghetti.html