Άρης Αλεξάνδρου, Ολόκληρη νύχτα

Η+«θεολογία+των+γεγονότων»+αντιμέτωπη+με+τα+«γεγονότα+της+ιστορίας»

Όπου νά ’ναι θα κλείσει το στερνό παραθύρι στην άκρη της    
βροχής.
Κατακαθίζει το νερό στα σκαλοπάτια.
Τί ξένο που είναι απόψε το τσίγκινο τραπέζι κάτω απ’ τη    
μαρκίζα
γυμνό και ξεχασμένο δίχως τον ίσκιο των χεριών της.
Κανείς. Ένα δημοτικό φανάρι μουσκεύει μες στη νύστα του.

Πίσω απ’ τα σακιά με το τσιμέντο νυχτοπερπάτητο σκοτάδι
σκυφτό σκοτάδι και η σκουριά που αχνογυαλίζει στα βρεγμένα    
συρματόσκοινα.

Ώρα να πιάσει βάρδια το φεγγάρι.

Σαββατόβραδο κ’ οι ταβέρνες κλειστές
μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου
οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες
και μόνο εκεί στο μαξιλάρι μένουνε
ακόμα μένουνε τα αποχτενίδια του ύπνου της.

Μια συνοδεία νοτισμένα αστέρια έστριβε απ’ τη γωνιά της    
χαραυγής.
Απίθωσα στα χείλη της το αλάτι της αγάπης.
Ύστερα μας έπαιρνε το κύμα. Ταξιδεύαμε μαζί
σαν μια φωνή που σβήνει στο πηγάδι.

Ένα μικρό φεγγάρι σκαλωμένο μες στα σύννεφα
ένα μικρό φεγγάρι σύννεφο.

Ξύπναγε σαν φύτρωνε στην άκρη του γιαλού
ένα κοχύλι φρέσκος ήλιος.
Καλημέρα. Ένα μικρό φεγγάρι
έσβηνε στη φωνή της.

Έβλεπα τα χέρια και είταν μονάχα δυό
μέτραγα τα μάτια μου και είταν μονάχα δυό
μουλιάζουν τώρα μες στο καπέλο του ζητιάνου
μονάχα δυό.                   

1947

*Από τα «Ποιήματα (1941-1974)», Β΄ έκδοση, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1981, σελ. 28-29.

Κατερίνα Γώγου, Από το “Νόστος”

530923_411664625571446_1242330692_n

Εγώ, η Κατερίνα…
Κόρη του πατέρα μου Θάνατου – Ουρανού…
Και της γυναίκας του, μητέρας μου Ζωής – Γης…
Λιπόταχτη, ομογάλακτη αδελφή, της αδελφής μου Σελήνης…
Και με άνομο ζωοποιό έρωτα για τον υπέρλαμπρο αδελφό μου Ήλιο…
Χωρίς φόβο, γράφω αυτά…
Γιατί τον πατέρα μου Θάνατο, πιο πολύ από τη μητέρα μου ζωή
αγάπησα…
Και εκ φύσεως αιρετική, τη λογική αντέστρεψα…
Και με πίστη βαθιά πίστεψα, πως από τον πατέρα μου Θάνατο – Ουρανό αρχίζει η Ζωή…
Και πως τελειώνοντας, τότε μόνο θ’ αρχίσω…
Γι’ αυτό ο πατέρας μου, το πέρασμα με τους εφτά αγγέλους της μέρας και τους
εφτά αγγέλους της νύχτας μου έδειξε…
Πως από την ερημιά του πλήθους να βγαίνω…
Και στον ουρανό ξανά κάνοντας κίνηση κυκλικά ανοδικά πάντα να μπαίνω… Εγώ, η Κατερίνα…
Χωρίς ιδιοτέλεια γράφω αυτά…
Έτσι τη δοκιμασία της δόξας και της ταπείνωσης τα λιμνάζοντα νερά πέρασα…
Χωρίς να μ’΄ακουμπήσουνε, χωρίς να τ’ ακουμπήσω…

Πέτρος Γκολίτσης, Δύο γενιές στην ποίησή μας

1__#$!@%!#__1797133_10152158392928446_1577847427_n-300x233

(από τον πρόλογο κριτικού βιβλίου ποίηση)

I

Οι Baby-boomers, η κατάρρευση και η ποίηση μας.
Απ’ τον Γκανά και τον Σιώτη στον Βλαβιανό και τον Παστάκα.
Μια συνοπτική αποτίμηση.
`
Αμήχανος ο Σιώτης (γ. 1944) όπως το σύνολο της γενιάς του (οι αποκαλούμενοι baby boomers) απέναντι στην κρίση και τη διαχείριση της, αφού πρώτα προσέλαβαν την «παράδοση» ως «κραυγαλέα κακογουστιά προς πώληση στα καταστήματα των αεροδρομίων», την μεταμόρφωσαν και την αδρανοποίησαν από την ιστορική και την κοινωνική της λειτουργία, ώστε να την παραδώσουν απονευρωμένη προς χρήση σε μια μάζα που ενώ φέρει την κυρίαρχη ευθύνη είναι αυτή που πρώτα κατηγορεί και δακτυλοδείχνει.


Υποθέτοντας λανθασμένα πως δεν υπήρχε κάτι στο οποίο να αντισταθούν οδήγησαν σε μια «υπο-πολιτική», δηλαδή αφαίρεσαν από το κοινωνικό σώμα και κατ’ επέκταση από την ποίηση την πολιτική της πρόθεση και λειτουργία. Επιπρόσθετα αφελέστατα και λανθασμένα στην καθυστερημένη αστικοποίηση τους, ως γενιά πίστεψαν στην ξεπερασμένη και στην πραγματικότητα ολότελα διαψευσμένη ιδέα της ιστορικής προόδου εμπιστευόμενοι την δυναμική των πραγμάτων στον «αυτόματο πιλότο», ενδεικτικά στην ελεύθερη χρηματιστηριακή πρωτίστως κίνηση των κεφαλαίων διεθνώς, αλλά και στην κομματικοποίηση του βίου εντός της χώρας, υποθέτοντας πως ήρθε η σειρά τους για το μεγάλο και ανέξοδο φαγοπότι.


Αντί να δουν και να περιγράψουν, μεταποιημένο σε ποίηση στην περίπτωση που μας απασχολεί, το ατέλειωτο σημειωτόν που κάνανε στην κινούμενη άμμο, επιλέξανε είτε στην καλύτερη των περιπτώσεων (του Γκανά) να στραφούν σε έναν νέο μετα-λορκικό (μετα-γκατσικό στην επικράτεια μας) εκμοντερνισμένο δημοτικό λόγο προς την ιδιωτική του πλέον έκφανση, είτε στην περίπτωση του Σιώτη σε ένα χλευαστικό επιφανειακά μυστηριακό προσωπο-κεντρικό ποιητικό λόγο που καλλιεργεί το μυστήριο για χάρη του μυστηρίου, παραιτούμενο από οποιαδήποτε ουσιαστική στόχευση πέρα από μια εύκολη κριτική τού άλλου και το στένεμα της παράδοσης στους εύπλαστους και εγωκεντρικούς, αν όχι αυτιστικούς, ορίζοντες τους, που υπηρετούν πρωτίστως τελικά το εκάστοτε μεταβαλλόμενο και ρευστό πρόσωπό τους.
`

Continue reading →

Idea Vilarino, Χάρισέ μου εκείνους τους ουρανούς, εκείνους τους ονειρεμένους κόσμους…

222410-rain_theme_by_sielojramu1

Χάρισέ μου εκείνους τους ουρανούς, εκείνους τους ονειρεμένους κόσμους,
το βάρος της σιωπής, εκείνο το τόξο, εκείνη την εγκατάλειψη,
φλόγισέ μου τα χέρια,
δώσε νόημα στη ζωή μου
με το γλυκό το χάρισμα που σου ζητώ.

Δώσε μου το φως το λυπημένο, παθιασμένο και γερό
εκείνων των ουρανών των μακρινών, την αρμονία
εκείνων των κόσμων των σφαλισμένων,
δώσε μου το όριο το σιωπηρό,
το συγκρατημένο περίγραμμα εκείνων των φεγγαριών των σκιερών,
το εγγενές τραγούδι τους.

Εσύ, ο αφορισμένος, δίνεις τα πάντα,
εσύ, ο ισχυρός, ζητάς,
εσύ, ο σιωπηλός, δώσε μου το γλυκό το χάρισμα
από αυτό το μέλι το άμεσο και με νόημα κανένα.

*Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη. Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης είναι από το ιστολόγιό της στο http://elenastagkouraki.blogspot.com

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Τὸ κρασὶ τῶν Φαιάκων

pio-asynithistoi-proorismoi-09

Πές μου το πάλι πὼς θὰ μὲ θυμᾶσαι κι ἐγὼ θὰ σὲ πιστέψω.
Ποιὸς θὰ μποροῦσε ἀλήθεια νὰ κρατήσει τὸ τιμόνι σὲ τούτους
τοὺς καιρούς;
Χάλασε κι ἡ πυξίδα χαθῆκαν οἱ προορισμοὶ
τὰ κύματα σηκώθηκαν ὡς τὸ μυαλὸ σβήσανε οἱ αἰῶνες
τόσες πατρίδες τόσες προσπάθειες μέσα μου καμένες.
Ἂσ’ τοὺς ἀνέμους νὰ μᾶς πᾶνε ὅπου θέλουν
ἂσ’ τοὺς ἀνέμους καὶ τὸ τυφλὸ κρασὶ
τὸ ματωμένο φῶς πάνω στὰ χείλη σου, τὸ ψέμα κι ἡ ὀμορφιά σου
πές μου τὸ πάλι
πές μου τὸ πάλι πὼς θὰ μὲ θυμᾶσαι κι ἐγὼ θὰ σὲ πιστέψω.

Γρηγόρης Σακαλής, Επιστροφή

1103461065_5b35434bd6_b

Έτρεξα διψασμένος
στην πηγή σου
να πιω γάργαρο νερό
μα ήταν χορταριασμένη
και στεγνή
οστά την περιβάλανε
από αρχαίες εποχές
αγάπες πέθαναν εκεί
και αιώνιοι εραστές
ξεψύχησαν πρόωρα
τράβηξα στα βουνά
ούτε εκεί σε βρήκα
κι ήρθα πίσω στις πολιτείες
σε κάθε γωνιά σε έβλεπα
όμοια με ομοίους
είχες μεταλλικά μάτια
και δόντια κοφτερά
τρόμαξα
κι έτρεξα να κρυφτώ
σε παρελθόντα χρόνο
απατηλό κι αγαπημένο.

Leo Ferre, Η Μοναξιά

Είμαι από μία χώρα αλλιώτικη απ’ την δική σας
μία αλλιώτικη γειτονιά μία αλλιώτικη μοναξιά
ανακαλύπτω απόψε δρόμους που θα διαβώ
του δικού σας κόσμου πια δεν είμαι
μα προσμένω αποτελέσματα μεταλλάξεων
βιολογικά βολεμένος με την ιδέα που έχω
για την βιολογία κατουράω, χύνω και κλαίω
υπάρχει άραγε κάποια ανάγκη να φτιάξουμε τις ιδέες μας
λες και τάχα ήταν βιομηχανοποιημένα προϊόντα;
εγώ έτοιμος είμαι πάντως να σας προμηθεύσω τα καλούπια
μα…
η μοναξιά…
τα καλούπια αυτά είναι καινούργιου τύπου,
σας το λέω πως χύθηκαν αύριο το πρωί
κι αν δεν διαθέτετε απ’ απόψε την σχετική αίσθηση διάρκειας
δεν κάνει να σας την μεταδώσω
και είν’ ανώφελο να κοιτάζετε μπρος
γιατί το μπρος είναι τελικά πίσω και η νύχτα μέρα
και…
η μοναξιά…
είναι απόλυτη ανάγκη τ’ αυτόματα πλυντήρια στις γωνίες των δρόμων
να μείνουν ελεύθερα σαν τους σηματοδότες
οι μπάτσοι της λευκότητας να σας υποδείχνουν
το σε ποιο κουτί σας επιτρέπεται να πλύνετε
εκείνο που εκλαμβάνετε για συνείδησή σας
αλλά δεν είναι παρά ένας εθισμός του οργάνου του νευροφυτικού
που χρησιμεύει γα εγκέφαλός σας
και όμως…
η μοναξιά…
η απελπισία είναι η ύψιστη μορφή κριτικής
για την ώρα ας την πούμε συμβατικά «ευτυχία»
οι λέξεις που ξεστομίζετε δεν είναι πια «οι λέξεις»
μα κάποιο είδος αγωγού για ν’ αποκτήσουν καλή συνείδηση
οι αναλφάβητοι, μα…
η μοναξιά…
ο αστικός κώδικας αλλά γι’ αυτόν αργότερα ας τα πούμε
γιατί τώρα θα ’θελα να συστηματοποιήσω το ασυστηματοποίητο
θα ’θελα να μετρήσω τις Δαναΐδες δημοκρατίες σας
θα ’θελα να κλειστώ στο απόλυτο κενό και να γίνω
το ανείπωτο, το μη πραγματοποιήσιμο
το μη αγνό μέσα στην έλλειψη κάθε διαύγειας.
Η διαύγεια κρύβεται μες στα παντελόνια μου.

*Δημοσιεύθηκε στο 18ο τεύχος του περιοδικού «Ανοιχτή Πόλη».

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Η ύψιστη επαναστατική πράξη

1383757_290656767756533_1636692874_n

Η ποίηση είναι αίνιγμα. Τίποτα απολύτως δε γνωρίζουμε για το αόρατο πνεύμα που καθοδηγεί το χέρι μας τη στιγμή που το ποίημα γεννιέται απ’ το τίποτα. Είναι χορός σημαινόντων κι ερωτοτροπία σημαινομένων, ψίθυρος λέξεων που κυματίζουν εντός μας είτε από μόνες τους είτε εν παρατάξει, κραυγή, παιχνίδι ή ανταρσία. Και πυροτέχνημα. Πυροτέχνημα εσωτερικής καύσης κι εξωτερικής θέας.

Ποίηση είναι τ’ όνειρο που δεν ξέρει να ξυπνήσει ή ένα όνειρο που διαρκώς αναβάλλεται. Είναι ν’ ανοίγεις το παράθυρο να πέσεις και να σε σώζει μια παγωμένη ριπή ανέμου σε μια νύχτα απόλυτης άπνοιας. Να πηγαίνεις στον πόλεμο χωρίς ελπίδα νίκης ή ήττας, απλώς από ανάγκη να παλέψεις για κάτι. Μόνο στη μάχη της νιώθεις βολικά, μια οικειότητα τρόμου, μια γλυκύτητα τρέλας, μια διέγερση πόθου. Μια ψυχική ακροβασία είναι η ποίηση. Για κάθε συνάντηση μαζί της ανταλλάσσεις λίγο ζωή και λίγο θάνατο. Η γοητεία έγκειται στο ποιος ανάμεσά σας θα πάρει τι. Είναι η κόκκινη φέτα σελήνη. Ο τρόπος που υπάρχουμε στο περιθώριο και μια καταφυγή για το παιδί του μέλλοντος μας, το προϊόν μιας εγκεφαλικής χημικής αντίδρασης ενάντια στη ματαιότητα της ύπαρξης, ενάντια στο δολοφόνο χρόνο, ένα χαστούκι στο πρόσωπο που χάσαμε πριν το βρούμε, το τελευταίο τσιγάρο του μελλοθάνατου, η πιτζάμα του ισοβίτη.

Ποίηση είναι εκείνο το Πλήρες, απ’ το οποίο πάντα κάτι θα λείπει. Μια ματιά πίσω απ’ τις γρίλιες και μια διαρκής πάλη με τον άλλο σου εαυτό. Διάχυτη και ρευστή, υπάρχει παντού. Μπορεί να υπάρχει σ’ έναν πίνακα ζωγραφικής, στη θεατρική σκηνή, στη διατύπωση μιας σκέψης, στον κινηματογράφο, στην αθωότητα ενός παιδιού, στην τρυφερότητα του ζώου. Και σ’ ένα βιβλίο βέβαια ή σ’ ένα κομμάτι μουσικό που παραλύει τη σκέψη σ’ έλλογες ερμηνείες. Είναι στον αέρα πάντοτε, ωσάν το κάτι με τα φτερά της Έμιλυ Ντίκινσον. Ένας αυτόματος μηχανισμός είναι η ποίηση, σε τοξικό περιβάλλον. Μια άμορφη, ατέλειωτη μάζα, που άοκνα διασπάται, συντίθεται κι αποσυντίθεται. Είναι ο τρελός λαγός του Σαχτούρη, η καραμπίνα του Χεμινγουαίη και το περίστροφο του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι.

Ποίηση είναι το κάλεσμα του υπέροχου αόριστου, μια φωνή Σαιξπηρικής στρίγγλας, ο ύστατος των πειρασμών, ίσως ο πιο μεγάλος. Είναι υπόγειο ρεύμα, μετατροπή του μικρόκοσμου σε Σύμπαν, σαρκασμός, αυτοσαρκασμός, αμφισβήτηση όσο και πίστη, ταπεινότητα όσο και πείσμα, προσανατολισμός προς το μεγάλο και διαρκές Ερώτημα. Είναι το κουβάρι της Αριάδνης, τροχός και μάτι και κεφάλι αρχαγγέλου, κεραυνός και βροχή, μια λέξη κι ένας στίχος που θα τρέξει απ’ το μελάνι πίσω στο αίμα. Είναι κακή. Καλή. Καλύτερη. Σπουδαία. Μεγαλοφυής. Όλες οι μορφές της είναι χρήσιμες. Όπως και η ασχήμεια, που ταυτοποιεί την έλλειψη της ομορφιάς.

Ποίηση είναι η προσπάθεια να βρεθείς πρόσωπο με πρόσωπο με το κουκούτσι της σκέψης, όπου κρύβεται η Ευρυδίκη. Αν είναι απόγνωση, σοφά είναι. Είναι ο αντίποδας του αυτονόητου, του χρηστικού, της συνήθειας. Έχει μέσα της το σπέρμα της ανυπακοής. Ποτέ δε γίνεται καθεστώς, αρνείται την ακινησία κι εξοστρακίζει την προσαρμογή, θαμπώνοντας μέρα-νύχτα τα κουτοπόνηρα μάτια της πραγματικότητας. Γυμνή περιφέρεται στους κοινόχρηστους χώρους, κοντά σε ρημαγμένα ένστικτα, πλάι στα κομπρεσέρ, στα πεζοδρόμια, ψάχνοντας έναν λόγο σαν το πληγωμένο φάντασμα του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Ξέρει ν’ αφουγκράζεται, συμπάσχει, οργίζεται, δεν ξεχνά να μιλά για Υποτέλεια κι Υπολογισμούς, πνίγεται στην αρένα και συντρίβεται κάθε στιγμή στα φλέγόμενα πεδία βολής.

Η ποίηση δε μας ανακουφίζει, ούτε παρηγορεί, ούτε καθησυχάζει. Δε δικαιώνει, δεν εκπολιτίζει, δεν εξωραΐζει. Είναι συνεχής εκχωμάτωση, η αναζήτηση του άλλου, του πέρα από μας, του άλλου τρόπου, του άλλου χρόνου. Η ύψιστη επαναστατική πράξη. Η έκρηξη της εσωτερικής έντασης, όπου ο ποιητής λιγοστεύει για να υπάρξουν μέσα του οι άλλοι.

Δημήτρης Ψαλλίδας, Από το “Σπάζοντας την κλειδαριά στου μυαλού τη φυλακή”

128287-screen

VI

Πάνε όμως μέρες,
που δε φοβάμια πια.

Σαν με χτυπά ο φύλακας,
δεν κλαίω,
δεν ουρλιάζω.
Κρατώ το στόμα μου κλειστό
και το μυαλό μου καθαρό.

Σαν ξεκλειδώνει το κελί,
δε ψάχνω τη γωνία να κρυφτώ.
Παίρνω μια τζούρα δύναμη
απ’ το ανοιχτό παράθυρο
και τον καρφώνω με τα μάτια.

Και τότε βλέπω καθαρά,
ο φύλακας φοβάται και παραπατά.
Κι έτσι με δέρνει αλύπητα,
πιο δυνατά από ποτέ
ξεσκίζει το κορμί μου.

Μα δε λυγίζω.
Με το παραμικρό
στα μάτια τον κοιτώ.

Τι άλλαξε θα πεις,
και δρω με αξιοπρέπεια ξαφνικά.

Πήρα την απόφαση
να φύγω από εδώ μέσα.
Ξεκίνησα απεργία πείνας.

Jorge Carrera Andrade, Γήινη κατοικία

541381_378545265512700_59774346_n

Ζω σ΄ένα χτίσμα από τραπουλόχαρτα
Σ’ ένα σπίτι από άμμο, σ΄ ένα πύργο στον αέρα,
Και περνώ τις στιγμές περιμένοντας
Το γκρέμισμα του τοίχου, τον ερχομό της αχτίνας,
Τον ουράνιο ταχυδρόμο με τη στερνή είδηση,
Την κρίση σ΄ ένα πέταγμα σφήκας,
Τη διαταγή σαν ένα μαστίγο από αίμα.
Σκορπίζοντας στον αέρα μια στάχτη από αγγέλους.
Τότε θα χάσω τη γήινη κατοικία μου
Και θα βρεθώ ξανά γυμνός.
Τα ψάρια, τα λαμπερά άστρα
Θα τρεψουν σε φυγή τη σειρά των ανάστροφων ουρανών τους
Κάθε τι που είναι χρώμα, πουλί ή όνομα
Θα ξαναγίνει σχεδόν μια φούχτα από νύχτα,
Και πάνω στο γύμνωμα απλό αριθμούς κι από μολύβια
Κι απ΄ το κορμί του έρωτα
Που πλάστηκε από καρπούς κι από μουσική
Θα σβυστεί στο τέλος σαν το όνειρο ήσαν τη σκιά
Η σκόνη που δε θυμιέται.

*Μετάφραση Μ.Ε.Λαγκουβάρδος, Περιοδικό “Γραφή”, τεύχος 64, Άνοιξη 2008.