Λευτέρης Χονδρός, Δύο ποιήματα

Φοίνικας

Βάλθηκα
να αποτελειώσω την ομορφιά
μιάν ώρα αρχύτερα
έτσι που
να μην μ’ έχει αιχμάλωτο
η νιότη και η αρέσκειά της
κάποτε
είχε μια σίγουρη
στροφή ο κόσμος
κι εγώ
σαν φοίνικας έκλαιγα
με τα δάκρυά μου:
φάρμακο.

*
Ο κόσμος όλος

έχω τον κόσμο όλον εδώ

δέντρα πολλά
και πεδιάδες
στις άκρες των δαχτύλων μου

και όμως αυτός ο κόσμος
είναι ακόμα μισός
αν το χέρι μου
το χέρι σου δεν το κρατάει.

*Από τη συλλογή “Δέκα μήνες αυταρέσκειας”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.

Πέτρος Γκολίτσης, Δύο ποιήματα

Τον ουράνιο καμβά θα διαπεράσω

Με δάχτυλα ενωμένα σφιχτά
τον ουράνιο καμβά
θα διαπεράσω,
σχίζοντας την φόδρα του ουρανού
που ξεθωριάζει
θα περάσω
στην άλλη πλευρά
να σας κεράσω
παρουσία και θάνατο
και ό,τι άλλο καλό
απουσιάζει

*

Η μητρική μου γλώσσα τα Μπράιγ

Η μητρική μου γλώσσα είναι τα Μπράιγ
Είμαι τυφλός, πανάθεμα στα σκοτάδια σας
παραπαίω ψηλαφώντας ντουβάρια,
που όρθωσαν άλλοι ως γέφυρες
που χωρίζουν

Γκρεμίζοντας είδωλα
πλημμυρίζω νερό μα στα ξέφωτα
ανοίγω βαδίζω φωτίζοντας
διελκυστίνδες συμβόλων που σκόρπισαν
μέλη κομμένα στις άκρες

Γροθιές ψηλαφώ, τώρα πάψτε

*Από τη συλλογή “Ο εκδορέας του σκότους”, Εκδόσεις Θράκα, 2023.

Νάντη Χατζηγεωργίου, Ήδη προς εξαφάνιση

Απλώνοντας
την παιδευμένη από χάδια
γούνα του
στο αγορίστικο στήθος της
σχημάτιζαν οι δυο τους
μέσα στον ύπνο
γέφυρα που ένωνε
το προσκεφάλι
με τα κατωπόδαρα
Ισορροπούσαν λοξά
πάνω απ’ το χάος
παίρνοντας μπόι
κατά μήκος του στρώματος
Τίποτα δεν απειλούσε
μια τέτοια κατασκευή
παρά ο ήχος
από το κουταλάκι του καφέ
που πέφτοντας
έκανε την γέφυρα
ν‘ αλλάξει πλευρό
τον γάτο να εγκαταλείψει
μ’ ένα σάλτο το κρεβάτι

Όταν ο ήχος των πραγμάτων
φθάνει από την άλλη μεριά
ο ύπνος
ταξιδεύει κατακόρυφα
και πλάσματα
όπως οι γέφυρες

υποχωρούν

*Από τη συλλογή “ήδη προς εξαφάνιση”, Εκδόσεις Θίνες, Ιανουάριος 2022.

Σωτήρης Σιαμανδούρας, Δύο ποιήματα

Η σημαία

έβγαλες
με μια κίνηση
το κόκκινό σου μαγιουδάκι

λευκό το σώμα σου απομακρυνόταν
πώς κολυμπούσες
σαν ορίζοντας

σε πλησίαζα κι απομακρυνόσουν
απομακρυνόσουν και σε πλησίαζα
με σπαρταρούσες κόκκινη

ακόμη πάνω μου πώς σπαρταρούσες
μια θάλασσα μέσα στη θάλασσα
πριν λίγο

τώρα
στο αριστερό σου χέρι
το κόκκινό σου μαγιουδάκι
Είναι σημαία
Είναι σημαία

*

Ο κήπος

τη μια στιγμή αγωνιούσα για σένα μόνο,
όπως πάντα
ανθίζουν για πάντα οι κερασιές
ακόμη και μέσα στον χειμώνα;
την άλλη
μετρούσα τα θαυμαστικά
να βάλω κι εγώ δύο;
όπως εκείνη;
είχα μια μικρή αγωνία και για κείνη
Ένα μικρό αηδόνι
σπάνε καμιά φορά οι καρδιές τους τον χειμώνα
ξανά όμως μ’ αυτό
τις αρρυθμίες σου σκέφτομαι
πόσο εύθραυστα τα σαλιγκάρια

*Από τη συλλογή “Έκτος όροφος”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Ιανουάριος 2024.

Manolis Aligizakis, Rapture

It was there, the straight cypress guarding our secret
in its shade and the doe with its jumping little fawn
we always thought we saw. Images of dreamers,
often in their oneiric raptures, undoubtedly an expectation
of a tomorrow better than today’s misery and
we lived in bodies we never loved as if they didn’t
belong to us; perhaps they belonged to our ancestors,
let them be glorified, and the adulthood we accepted
came slowly with light steps like a cripple with
his crutch that pounds the sidewalk composing
its unearthly melody, like the old coat of the beggar
which he never discarded.
I like those who make virtue their goal and fate. This
is the only way one can be alive and dead at the same
time.

*From “Wheat Ears – Selected Poems”
https://www.lulu.com/account/projects/y26q9n https://www.amazon.com/dp/B0BKHW4B4S

Αργύρης Χιόνης, Ακίνητη παρέλαση 

Οι άνθρωποι κρατούσαν Κυριακές στα χέρια τους,
κρατούσανε αγαπημένα ονόματα
και μνήμες από εκδρομές που κάναν κάποτε
στη θάλασσα.
Οι δρόμοι ήταν έρημοι,
η θάλασσα ήταν μακρινή
και τα καράβια
είχαν αναληφθεί στον ουρανό
κι είχανε γίνει σύννεφα.
Οι άνθρωποι κρατούσανε λουλούδια μαραμένα
και κοίταζαν τον ουρανό.
Ένα κακό προαίσθημα βροχής
τους έκανε να μην μπορούν να προχωρήσουν.
Μέναν εκεί ακίνητοι σαν δέντρα
-ή μήπως ήταν ήδη δέντρα;-
Μέναν εκεί ακίνητοι σαν τοίχοι
-ή μήπως ήταν ήδη τοίχοι;-
Ο άνεμος σαν μεθυσμένος ή ανάπηρος
παραπατούσε ανάμεσά τους,
ξήλωνε τις αφίσες που’χανε ντυθεί,
τους γύμνωνε.
Οι άνθρωποι δεν αντιστέκονταν, περίμεναν·
με πέτρινα αγαλμάτινα χαμόγελα
-ίσως και να’ταν ήδη αγάλματα-
καλούσαν τα πουλιά.
Όμως εκείνα είχαν μια κατεύθυνση, ένα σκοπό,
τον ήλιο·
δεν χαμηλώνανε παρά για να πεθάνουν.
Οι άνθρωποι κρατούσανε νεκρά πουλιά στα χέρια,
πουλιά που ήταν κάποτε
χαρμόσυνες αργίες, Κυριακές
και εκδρομές στη θάλασσα.΄΄

*Από τη συλλογή ”Σχήματα απουσίας’’.

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Τρία ποιήματα

Πρωινό λατομείο

Τοπίο λατομείου το πρίνο τυρί
Και από δίπλα ένα ακόμη αλφαβητάρι.
Διαβάζω για δύναμη.
Ο χρόνος είναι θάλασσα
κυκλωμένη από βουνά.
Όταν τα βουνά καταποντιστούν,
θα απλώσει κι άλλο,
και τότε θα ‘ναι ο θάνατος.
Όμως, έχουμε ακόμα χρόνο,
Έχουμε ακόμα βουνά.

(Έχουμε ακόμα θάλασσα)

*

Τα πρωινά λόγια

Τα πρωινά τα λόγια
δείχνουν ευτυχή και ανάλαφρα,
μα άλλη είναι η αλήθεια.
Στις δροσερές αγκύλες τους,
κάτω από τα γιασεμιά και τα τριαντάφυλλα,
κουβαλούν τα εμπύρετα λόγια της νύχτας.
Εγώ μονάχα βλέπω
πώς τρέμουν τα χεράκια τους.

*

Νεκρή φύση

Μεγάλες οι ερημιές των νεκρών,
αχανείς ωχρές στέπες,
γεμάτες πατημένη σκόνη,
που από κάτω την ξεθωριάζει
το χυμένο φως
Μια ελπίδα γελάει σαν πόρνη.
Κάποιοι ξεθάβουν τους νεκρούς τους
για να γίνουν πλούσιοι,
κάποιοι άλλοι έχουν τις τσέπες τους άδειες
μα την καρδιά τους ζεστή.

*Από τη συλλογή “Λουτήρες”, Εκδόσεις Έναστρον, 2019.

Φάνης Παπαγεωργίου, Τρία ποιήματα

Ένας πλήρης κύκλος

Ο αναστεναγμός είναι το κύμα
το κύμα είναι η κίνηση της γης
η κίνηση της γης το τραγούδι του κοχυλιού
το τραγούδι του κοχυλιού ο φόβος
για τις πέτρες που πετάω
οι πέτρες που πετάω είναι όσα δεν μπορώ
να ξεφορτωθώ
τους έρωτες, τις επαναστάσεις, τα σύννεφα
των διαδηλώσεων,
την πάλη, την ουτοπία
να ξεφορτωθώ
τον έρωτα, το κορίτσι με τα φούξια,
τον καπνό τα βράδια, την αγχόνη
τον φόβο
το τραγούδι
την κίνηση
το κύμα
τον αναστεναγμό

*

Και γίναμε δέντρο

Και γίναμε δέντρο
θες για να μη μιλάμε
θες από την τριβή
θες από την ενσωμάτωση

Κατοικηθήκαμε
και γίναμε πλατάνι
για να φιλοξενήσουμε
το νερό
που τρέχει
ανάμεσα
στα πόδια μας

Πεθάναμε
και γίναμε κυπαρίσσι
για να θυμόμαστε
τα μνήματα

Ξεπεράσαμε
εμάς τους ίδιους

Δεν υπήρχα εγώ

Δεν υπήρχες εσύ

Υπήρχαμε

*

Στίξη-αντίστιξη

Έμπειρος δάσκαλος
πώς μπορείς να είσαι τόσο όμορφη

Παραδίδει μαθήματα
γιατί τα κάνεις όλα τόσο καλά

Ολιγομελή γκρουπ
με ηλεκτρίζεις

Φιλικές τιμές
ρέουμε

Κιθάρα γαλλικά και πολιτική οικονομία
είμαστε αιωνιότητα

Χόμο ουνιβερσάλις
ο άνθρωπος είναι ον αγαπησιάρικο

Και υπάρχει
μόνο υπό το φως
της έμπνευσης

*Από τη συλλογή “Μικρή θεωρία για πλανήτες”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Σεπτέμβριος 2024.

Στέλλα Δούμου, Τρία ποιήματα

Η Λεωφόρος Λιμπερτά από την ταράτσα εξηκονταετούς κτηρίου

Κόκκινα ποδήλατα παρήλασαν
Στην Λεωφόρο Λιμπερτά
Την Μεγάλη Εβδομάδα του μήνα Σιλόκ.
Ο κατασκευαστής τους τα ε΄πιε ερωτευθεί
Από την πρώτη εκείνη στιγμή που έφτιαξε
Τα γυαλιστερά φτερά και τις ακτίνες
Τα κουδούνια και τ΄ αεικίνητα πεντάλ.
Μόλις έφτιαξε και το τελευταίο της ράτσας
Ολόχαρος τίναξε τα μυαλά του
Μπροστά από αυτήν την επανάσταση.
Αχ, όλα αρχίζουν από την ανάποδη των προφάσεων
Κι αυτό είναι το μεγάλο ατού όλων των παραδείσων
-ο εν λόγω, βρισκόταν σε μια ταράτσα
που κουδούνιζε σαν πυρακτωμένη δύση-

Μην και ξέρετε πώς αλλάζουν
Οι εποχές των χαρούμενων ποδηλάτων;
Ζητείται μία που να μην χαλά κατά την πτώση.

*

Ό,τι αγγίχτηκε, σκοτάδι

Δαχτυλίδι με έβενο σκύλο μου δαγκώνει τα δάχτυλα.
Κόβει τον λώρο που τρέφεται το άγγιγμα.
Θυμάμαι να τρως απ’ τα χέρια μου τα καλύτερα άστρα.
Να τεντώνεις την όραση, να ανάβεις σε χιόνι καθρέφτη
Να κυλιέσαι σε μύρο ουρανού
Με χείλη σκισμένα απ’ τ’ αλάτι των ήχων.
Μετά, μια λύσσα σε πήρε και άφρισες
Ξεχνώντας την αφή στη ράχη της μνήμης.
Η σπονδυλική μου στήλη από τότε
Ανοίγει τα βράδια σαν όστρακο
Γυρεύει τ’ αερόβια των χαδιών τα οξέα.
Όμως θα έρθει καιρός που άηχα η σκιά μου
Θα κοπεί απ’ τον πόλο της νύχτας
Θα χυθεί αμμωνία και σκοτάδι χλωμό
Που θα ουρλιάζει στη γέννα.
Τότε όλα θα γυρίσουν ανάποδα.
Ταφία ανάστατα.

*

Εντροπία

Μίσχοι αμυγδαλωτών σφυγμών
Και βύσσινο αίμα
Σε ανορθόδοξα τέμπλα Σεπτέμβρη ουρανού
Σαλεύει ο χρόνος υπό μάλης
Στον γύψινο όρθρο μια κραυγή:
η παρθενία της σιωπής
Η πιθανότητα να αναστηθείς
Είναι όση του αγριόχορτου η λεπτομέρεια
Στο καλογυαλισμένο σύμπαν.

Η πιο μαβιά εξίσωση εσύ
λάμνεις στην εντροπία.

*Από τη συλλογή “Βαθιά στον κύκλο ν’ ασημίζει”, Εκδόσεις Κουκκίδα, Μάιος 2024

Θωμάς Αρμπιλιάς, Με τη μυρωδιά του χώματος

Γέμισα τις τσέπες χαρτιά
που έγιναν χώμα.
το αγγίζω όταν δείχνω πως σωπαίνω
για να βρίσκω τον δρόμο
στις μέρες της απώλειας.

Σταμάτησα μπροστά σε τείχη
που πρόσφατα είχαν ανακαλυφθεί
περισπούδαστα λάφυρα
φορείς αλληλοσπαραγμών
στίγματα τύχης
μετέφεραν σκόνη και σιωπή.

Κοίταξα μέσα από παράθυρα
που τα νόμιζα δικά μου
ανοιχτά οράματα
προδιαγεγραμμένων ιδεών
σημάδια λύπης
χάριζαν σημαίες και τριβή.

Γέμισα τις τσέπες χώμα
που έγινε χαρτιά.
τα φροντίζω όταν σκέφτομαι πως υπάρχω
για να μαθαίνω να δημιουργώ
στα χρόνια της αλήθειας.

*Από τη συλλογή “Με τη μυρωδιά του χώματος”, εκδόσειςτωνάλλων, Απρίλιος 2022.