Ιουλία Τολιά, Τέσσερα ποιήματα

Τι το κοιτάς με λύπη
το σπασμένο σου φτερό.
Η Μούσα σου είναι.

*

Δεν ήξερες ακόμη από διάθλαση.
Κοίταζες με απορία
να σπάνε τα κουπιά μέσα στη θάλασσα.
Ήταν η εποχή της άγνοιας.
Ένα ταξίδι ατέλειωτο στην έκπληξη.

*

Ο άνθρωπος στο δοιάκι.
Ποτέ δεν είδα το πρόσωπό του.
Τις νύχτες
αράζαμε μεσοπέλαγα.
Εκείνος κοιτούσε
την άλλη όψη των άστρων.
Κι εγώ μάθαινα
αλλιώς να βλέπω.

*

“Θα σε ξαναδώ τον Νοέμβριο”.
Και είχα το ύφος μιας υπόσχεσης
για να μη δεις το ψέμα.
Έτσι αποχαιρετώ για πάντα.
Με πρόσχημα
έναν Νοέμβριο.

*Από τη συλλογή “Ημιτελής τοπογραφία”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2024.

Νίκος Σφαμένος, Κανένα νέο

Φωτογραφία: Ιωάννης Λάμπρου

τον συναντούσα μικρός
κάθε μεσημέρι
μετά το σχολείο
στο τραπέζι του πάντα
υπήρχε ούζο με μεζέ
απολάμβανε τον ήλιο
«ευτυχώς, κανένα νέο,
καμία φιλοδοξία»
μου έλεγε κάθε φορά
κι εγώ συνέχιζα τον δρόμο μου
στο απογευματινό παιχνίδι
καθόταν στο ίδιο μέρος
ο ήλιος ήταν πάντα εκεί
ώσπου ένα μεσημέρι
βρήκα την καρέκλα του άδεια
τις γάτες του να με κοιτάζουν
και τώρα που ξαναπερνώ
από αυτά τα μέρη
σκέφτομαι εκείνον
κι ένα παιδί να του χαμογελά
στις ζεστές μέρες του

Λίνα Βαταντζή, Πικρή πλευρά

Προσμένω τον χρόνο 
να προβάλλει 
καθώς λάμνουν οι ρότες του μόχθου,
προσμένω την αναγέννηση 
στην αναμενόμενη άφιξή της

και αναρωτιέμαι 

εάν το σύννεφο είναι οργισμένο 
όταν η βροχή ωρύεται τη νύχτα 
ή εάν η σιωπή στο σκοτάδι αποποιείται την κυριαρχία της –

περιμένω τις απαντήσεις 
να ξεδιπλωθούν στον ορίζοντα 
και μένω, 
υπομένω 

σε μια χώρα θαυμάτων και υποκρισίας.

Αντιγόνη Κατσαδήμα, Δύο ποιήματα

ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ

Πατρίδα μου είναι η Χάρτα,
γλώσσα μου ο αγέρας,
θρησκεία άλλη από τον ουρανό
δεν τρέφω την ώρα που ανεβαίνω,
περνώ τον γαλάζιο κύκλο της σπηλιάς
που συννεφολαλιά την είπαν
Ζωγράφοι, ποιητές κι ηθοποιοί,
ελεύθερα ας καώ στα χέρια τους,
στον ήλιο που με περίσσεια
άφησαν στο βλέμμα ηλιοβασίλεμα.

*

ΗΛΙΑΚΟΙ

Εκεί πέρα λαμπυρίζει η πόλη στα σημεία,
πετά σπίθες μες στη μέρα.

Απέξω αγναντεύουμε την ησυχία της ζωής μας
που από κοντά είναι θόρυβος και αστεία.

Με τα πανέρια μας γεμάτα
σηκωνόμαστε για αλλού από το τραπέζι.

Περίμενες, άραγε,
να είναι αισθητικά αντικείμενα οι ηλιακοί;

Τους δόθηκε η ευκαιρία,
μια εξ αποστάσεως στο φως ανασυγκρότηση.

*Από τη συλλογή “Εκρήγνυμαι”, Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2024.

Μαρία Σύρρου, Τρία ποιήματα

ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ

Τον νήστεψα πολύ τον έρωτα
γιατί πολύ τον πίστεψα.

Αν είναι κάτι ν’ αποστερηθείς, λέω πως
αξία πιο πολύ του δίνεται όταν αποστερείσαι
ό,τι το πιο πολύ αγάπησες.

*

ΤΟ ΦΙΛΙ

Εκείνο το φιλί
το πρώτο μας φιλί
ένας κόσμος ολόκληρος

δικός μου ολόκληρος ο κόσμος·
ο κόσμος μου ολόκληρος δικός σου.

*

ΕΝΤΡΟΠΙΑ

Λιμάνι πιάσαν ηβικό
εδώδιμες χαρές χόρτασαν
-χάδια, δαγκωματιές, φιλήματα-
πάνω στο ιδρωμένο της αυγής χορτάρι·
με άρτια πέσαν τα νυχτέρια τους κατάσαρκα
άρμενα γίναν κι ανοιχτήκαν μεσοπέλαγα
-σ’ αρχέγονα νερά παρασυρθήκαν.

Στα όνειρά μας όλα επιτρέπονται.

*Από τη συλλογή “Έτσι ελάχιστη”, Εκδόσεις Τύρφη, 2024.

Γιώργος Σαράτσης, Quinta Essentia

i

αυτή η γη
πηγάδι που στέρεψε
σκυλί παρασυρμένο
στην άκρη του δρόμου

ii

άνθρωπος τρωτός
θα πει
να μπορείς να ξεφυλλίσεις
ουρανούς
χωρίς χέρια
ή να πίνεις ποτάμια
με χείλη τσακισμένα
από τις καταχρήσεις
των λέξεων

iii

να λυπηθείς
για την αγάπη
που δεν έγινε έρωτας
για το σώμα
που παρέμεινε κορμί
για τη λάμψη στα μάτια
όσων έφυγαν
χωρίς να πουν
μια λέξη

*Από τη συλλογή “Πρόσφορο χώμα”, Εκδόσεις στίξις, Σεπτέμβριος 2021.

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Εμιγκρενιάδα

Ξεπέφτουν η σειρά τους
στη θηλαστική ιεραρχία του αίματος
και ο γκρεμός κερδίζεται σειρά
σπάζοντας νόμισμα στα δανειστήρια
«μα η ζώνη πίσω απ’ το Ποτάμι
είναι βαρέλι με πυρίτιδα»
και αποδώ ξεπήδησαν
ανήλικοι χαφιέδες του ’50
και υποθηκεύτηκαν τρεις γέννες
εξουσία στην παραφορά
που σκάβεται
σκουλήκι ώς το λάφυρο
«γιάγμα» ξέρουν
και ξέρουμε από σπλάχνα:
είμαστε δύσκολη ράτσα
δώδεκα σφαίρες στο κατέβασμα
«χτυπάτε Σαμαρκάντ και νότια»
σέρνοντας
«γιάγμα» από κραυγή
το σκύβαλο πένθος του φονιά
ή μένος
που τρέμεται εξίσου:
κάθε ουρανό και Δεκέμβρη
χάνουμε τα πάντα για τελευταία φορά

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Βόρεια/Βορειοανατολικά τεύχος 7.

Βίκυ Δερμάνη, Πέντε ποιήματα

Εγέρθητι

Άαρον τον κράββατόν σου και περιπάτει

πριν του ψεύδους η ζωή σε παραλύσει
πριν ζήσεις μ’ ευτέλεια αχρειότητα και θλίψη
πριν χρειασθεί, για να σωθείς, θαύμα να γίνει

*

Εις τα εξ ων συνετέθησαν

Ξεμυαλισμένοι απ’ τ’ ουρανού το καθάριο
για λίγο καιρό γλυκά το θάνατο ξεγέλασαν

εν μέσω ανελπιστίας και χρόνων ανελέητων
ηττημένοι παλιννόστησαν στο εμπύρετο χώμα

*

Τοπίο

Νιφάδες πέφτουν πρίσματος εξαγωνικού
χορεύει ένας κύκνος σε λίμνη παγωμένη

από κόρες ματιών διεσταλμένων
κλαδιά χιονισμένα ξεχύνονται στο δρόμο

*

Νησίδες

Καθώς τυλίγεται σε μαύρα σύννεφα
ρανίδες χάους τον δροσίζουν

νησίδες φτιάχνει καταπράσινες
κάθε που τα έρημά του νύχια αγριεύουν

*

Απροσκύνητα λείψανα

Σ’ αναμετρήσεις άνισες
άβαρο των νεκρών το βάρος

σε μια χώρα πεθαμένη
τ’ οράματα απέμειναν
ως λείψανα αγίων
Απροσκύνητα

*Από τη συλλογή “Στης δυστοπίας τον τόπο ο αλέκτωρ σωπαίνει”, Εκδόσεις Κύμα, 2024.

Αντώνης Μπαλασόπουλος, Δύο ποιήματα

ΜΙΑ ΜΠΑΛΑΡΙΝΑ

Τα δάχτυλά της
παραπομπές του οστού,
μετέωρα ανάμεσα στη σάρκα
και στο υπόλειμμα:
κουρέλι, μαριονέτα ή ψυχή;

Χόρεψε, σώμα.
Τώρα ανάδεμα μικρό
μες στο νερό της λίμνης,
τώρα φτερούγες που διπλώνουνε στιλπνές,
τώρα μια πλεύση κραταιά
καθώς βυθίζεται στην ομορφιά
η ορχήστρα.

Τέλος, τα πόδια τα ανήμπορα
κι η νότα που χάνεται μακρόσυρτα
όπως του ρόλου η χάρτινη κι αληθινή
ανάμνηση
που άλλη την έκανε
για λίγο ξανά.

*

ΣΙΑΜ

Ακέραιο νόμισμα μέρας·
δυο παλάμες
γεννημένες γυμνές
σαν αγάλματα
κλειδώσεις που φώλιασαν
η μια στην άλλη
σαν κουτάλια από χώμα
πλασμένα και σαν ζώα
τρεμάμενα·

ψηλά κυματίζει
η λευκή σημαία
του λινού σεντονιού.
Οι στρατοί των κοιλάδων,
οι στρατοί των λόφων
ηττημένοι
κι αιχμάλωτοι.
Αντίστροφη έριδα!
Κρυμμένα στους κόρφους
τ’ αντικλείδια διαρρήκτη
που με πλούτο
το άδειο σπίτι
γεμίζει.

*Από τη συλλογή “Το βιβλίο των χεριών”, Εκδόσεις Θράκα, 2023.

Αρσένι Ταρκόφσκι, Τίποτα στον κόσμο

Τίποτα στον κόσμο
Δεν μου ‘δωσε τόση χαρά
Όσο οι παιδικές ονειροφαντασιές
Που ηχούν στη φτωχή μου μνήμη.
 
Στ’ αυτιά μου αντιλαλεί
Του κόσμου ο σάλαγος, αλλά εγώ ακούω μόνο
Σαν θρόισμα απαλό, σαν βήμα ανάλαφρο-
Τη φωνή της σιγής μου.
 
Άνοιξα και μπήκα στο γυάλινο σπίτι
Με μια λευκή πεταλούδα στο χέρι
Μιλώντας μια γλώσσα ακατάληπτη
Ακόμα και για μένα τον ίδιο.
 
Πάνω στο χιόνι κείτεται τώρα η πεταλούδα,
Βασανίζει το δόλιο μυαλό μου-
Και τα λόγια χαθήκαν, τίποτα δεν θυμάμαι.
Μόνο ένας απόηχος έμεινε στ’ αυτιά μου.

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2024/10/26/choris-titlo/#like-5513