Ζαφειρία Μολ, Τρία ποιήματα

ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Έβγαλε ομιλία πολύ σημαντική
κριτήρια επιλεξιμότητας ανθρώπων
για ανένταχτες κοινωνίες,
τρόπους μόχλευσης κεφαλαίων
για πεζές επενδύσεις,
δείκτες απορροφητικότητας
για μουχλιασμένους σπόγγους

*

ΧΩΡΙΣ ΑΥΤΟΔΙΑΘΕΣΗ

Ένας αστράγαλος
ολόκληρη παραγωγή ηλιοκαμένων
κορμιών.

Μια βέρα
πανοπλία μην τρυπήσουν οι ήχοι την
καρδιά.

Μια κιθάρα
δίκοπη συντροφιά για βυθό.

Κάτι μαλλιά
αυλαία σε μια απρόσιτη ομορφιά.

Ανακλήσεις μιας κοκκινόμαυρης
φωτογραφίας
από μια χώρα που δεν την αφήνουν
να έχει τον δικό τη ύμνο.

*

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ

ήταν
ο σαγαπών,
η σαγαπούσα,
ο χρόνος που ήταν πάντοτε απών,
κι η μοίρα που ήταν πάντοτε παρούσα

*Από τη συλλογή ¨”Κανένα φτυάρι δεν έθαψε ποτέ την /άνοιξη”, Κάπα Εκδοτική, 2023.

Λαμπριάνα Οικονόμου, από τον “Καγκελάρη”

[κέρινο φως: νύχτα κοιμίζει πέτρα – όλα τ’ αγκάθια:
κόκκινα – πώς μοιάζουνε στον ξένο, πώς –
χιόνι και παγανά στο ρέμα:]

χαράσσει αίμα η πλαγιά στο σβήσιμο του ήλιου
μόνο και θεοσκότεινο το μέγεθος της πλάσης

και στα ριζά βελανιδιάς καθίζω τη σκιά μου:
αυχένα στέρνο βροντερό πλάτη γερή και πόδια

σπαθί κραδαίνει θύμηση και λάμα τα ξεσκίζει
έτσι άνευρος να χαίρομαι σαν αποσβολωμένος

την ομορφιά της άνοιξης με σταυρωμένα χέρια
σαν σώμα παρασιτικό σε ρωμαλέο δέντρο

να του στερεύω δύναμη ώσπου να το εξαντλήσω:
και αλλού να σέρνομαι έπειτα για να παρασιτίζω

*

[ασβέστης άνοιξη και φως λεπίδι· δειλά η αυγή
απλώνεται στους φράχτες – και ο Σκοτεινός δεν
τάζει του βλαστού]

Πάνω που πάω να συνηθίσω
πετάγεται λερναίο φριχτό κεφάλι
[αυτήν τη μοχθηρία λέω επιστροφή]·
και ούτε που μάχομαι άνυδρα
μάτια έως την κόγχη: μα-
κροδικός με το πλατάνι
που με γνωρίζει αμίλητο
θυμό μες στη σκιά
-και σβήνονται τα νέα της ημέρας.

*

Παλιός είναι ο πλάτανος παλιά σκιά σκοτίζει
κουφάρι του μ’ εχθρεύεται, ζόφος του πήζει αίμα

βλέπω κλωνιά να σείονται και να αναμερίζουν
σπάζοντας νομοτέλεια του βέβαιου θανάτου

*

[post tenebras lux:]

Μετά, αστραπές· και σπεύδει ο κόσμος
να χωρέσει σκοτάδι στις παλάμες.
Κάποιος το κρύβει σε παγούρι· άλλος
κάτω από στρώμα. [Για την ιστορία:
το φως είναι σαν το νερό].

*

Μερεύει ανθρώπινη καρδιά και ρίχνει τα σκουτιά της
αντέχει ο κόσμος ερπετό: κάψα χιονιού πληγή του

*

[στάχυα:]

Άκου: λυγίζουν προσευχή· σκίζουν τα πόδια,
προσπερνάς, βλασταίνουν αίμα και –
[διακόπτει βίαια μια ύποπτη χημεία – καρποί
και άνυδρες φλέβες: συντρίμματα στα χέρια θεριστή].

*

[άγνωρη ησυχία σε έκταση· ώσπου στριγκλίζουν
φρένα – σύνορα πίσσα που καίγεται αίμα:]

Τροχός στα μάτια, Ντίσελντορφ –
και σάρκες του Εμίν [ο κόσμος λιώνει
επάνω μας γρανάζια]· Ντίσελντορφ:
δώδεκα μάρκα σώμα μίσος·
Ντίσελντορφ: ασημένιο σκυλί
που παίζει κόκαλο
το χέρι μου.

*“Καγκελάρης”, εκδόσεις Κοβάλτιο, Μάιος 2020.

Βίκυ Δερμάνη, Τρία ποιήματα

Μια άλλη

Θα γίνομαι μια άλλη
θα εγκαταλείπω το σώμα
αλλιώς θα επιστρέφω
σαν των χρόνων οι μνήμες
την ορατότητα καλύψουν
σαν της ψυχής οι φωτιές
θα καίνε τα μάτια
σαν θα μιλά το στόμα
του ανέμου τη γλώσσα

Θα γίνω μια άλλη
θα ζω πένθος αμετάκλητο
π’ απασφαλίζεται απ’ τον πόνο
των ακάλυπτων πόρων

*

Εν σιωπή

Στα χρόνια της άγριας βοής
μέναμε σιωπηλοί
ως μένουν οι γενναίοι

των σκοτωμένων τα δόντια μοναχά
κάποια στιγμή μιλήσανε
βαστάμε ακόμη, είπανε
βαστάμε

έκτοτε
πνιγήκανε στη σιωπή

*

Ανυπεράσπιστα

Δυο γαλάζια περιστέρια μικρά
προσπαθούν να πετάξουν μονάχα

μια παιδίσκη ως αεράκι δροσερή
με πουλάκι αθώο μοιάζει

χάνεται βίαια η αγνότητα
καθώς η νιότη γοργά πεθαίνει

κάθε χρόνο δώδεκα μήνες η ζωή
κι όμως πάντα χειμώνα έχει

*Από τη συλλογή “Ενδορηγματώσεις”, Εκδόσεις στίξις, Ιούνιος 2022.

Χαρά Χρηστάρα, Παρουσίες – Απουσίες

Πρώτη κραυγή του ανθρώπου
αυτή του πόνου…

Καλοκαίρι 2014

Ι. Η ΓΕΙΤΟΝΙΑ
ΕΚΛΕΙΣΕ ΤΟ ΚΑΦΕ ΖΟΥΡΝΑΛ
…την κυρία Όλγα
πρόσφυγα από το Ουζμπεκιστάν
–μου σέρβιρε τον καφέ
στις οκτώ το πρωί
αλλά όχι νωρίτερα–

την Ρούλα, χήρα σαράντα χρονών
με δυο παιδιά

την Τζούλια, την χαρούμενη,
από το Καζακστάν
–σπούδαζε τουριστικά επαγγέλματα–

την Έλλη με την μακριά
ολόσγουρη κόμη
–μού ’φερνε τις ελίτσες με το ποτό–

την Ξανθίππη, το αφεντικό,
–όλοι την αγαπούσαν κι
όλοι την φοβόνταν–

την Ελένη, την κουνιστή –κοίταζε
πώς θα πάρει πουρμπουάρ–
τον ευγενή Βαγγέλη
όμορφο μελαχρινό

την Μαρία την μικρή χαριτωμένη
–θα σπούδαζε θέατρο–
και τον αδελφό της τον ακόμα πιο
μικρό, μαθητής, γαρ,
–χαιρετούσε φασιστικά
μολονότι γλυκός και τρυφερός–

όλους αυτούς τους έχασα
όταν το Ζουρνάλ
όπου περνούσα τα καλοκαίρια μου
και τους χειμώνες μου
έκλεισε…

ΕΚΛΕΙΣΕ ΚΑΙ Η ΠΥΞΙΔΑ

Έκλεισε, είπαμε, το καφέ Ζουρνάλ.
Έκλεισε δίπλα και η Πυξίδα.

Η Ράνια που αγωνιζόταν
να την κρατήσει
με νύχια και με δόντια
μικρή παλεύοντας με τους
μεγάλους της δουλειάς
έλαβε απρόσμενα
τελειωτικό χτύπημα
από ασυνείδητο γιατρό…

Τόσα χαμόγελα καθημερινά
περνώντας από ’κει
τόσες καλημέρες
τόση εκατέρωθεν συμπάθεια
για τα ειπωμένα και
τα ανείπωτα
με την ίδια και την φίλη της.

Τέλος οι παραγγελίες
των βιβλίων.

Τέλος το βιβλίο μου
στην βιτρίνα
με την γαλάζια τουλίπα
περιποιημένο, τυλιγμένο
ίδια στο χρώμα του εξώφυλλου.

Το βιβλιοπωλείο Πυξίδα έκλεισε.

ΤΟ ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ ΦΑΡΜΑΚΙΩΤΗ ΕΚΛΕΙΣΕ

Έκλεισε το Ζουρνάλ
απέναντι απ’ το σπίτι μου.

Έκλεισε παραπάνω η Πυξίδα.
Πιο κάτω έκλεισε
σε κοντινή περίοδο
και το φαρμακείο Φαρμακιώτη.
Τα νεαρά αδέλφια
Απόστολος και Άλκηστη
όμορφοι και οι δυο
προπάντων ευγενείς
που ξεκίνησαν με όνειρα
πάλευαν κι αυτοί
με τους μεγάλους της δουλειάς τους.

Τους είχα αγαπήσει κυριολεκτικά.
Τους χάρισα βιβλίο.
Ό,τι χρειάστηκα μου τό ’φεραν
ακόμη και το πιο ακριβό
με τέτοια κρίση.
Ακόμα και με κίνδυνο
ζημιάς δικής τους.

Δυο χρόνια πηγαινοερχόμουνα.
Πότε τηλεφωνώντας πρώτα
πότε ξαφνικά
ή, πρωί, για καλημέρα.

Μια μέρα του Νοέμβρη
που δεν απαντούσαν στο τηλέφωνο
σηκώθηκα, πέρασα από ’κει
κι όλα κλειστά και άδεια–
«ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ» στο τζάμι.
Δεν είχα κινητό τους ή διεύθυνση.

Το φαρμακείο Φαρμακιώτη
έκλεισε…

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΕΝΕΙ ΑΝΟΙΧΤΟΣ!

Ο μανάβης μου ο Σταύρος
μπακάλης–μανάβης για την ακρίβεια
μένει ανοιχτός
παρά την κρίση.

Άνδρας νέος, στα σαράντα
χοντρούλης και συμπαθής
με ξανθοκάστανα σγουρά μαλλιά,
λίγο φαλακρός
παντρεμένος με την Τασούλα
την χαμογελαστή κι ευγενική,
λιγάκι ευτραφή
που ονειρευόταν να γίνει
αστυνομικός
μα δεν την άφησε αυτός
«–Γυναίκα, γαρ», σου λέει.
Μαζί όμως στην οικογενειακή
επιχείρηση
με δυο παιδιά.

Τον Βασίλη –από παιδί τον γνώρισα
ώσπου έγινε δεκαοχτώ
κι έφυγε στρατιώτης–
Κρατούσε το μαγαζί απ’ όταν
ήταν στο γυμνάσιο
στις ώρες απουσίας του πατέρα.
Κι έκανε άρση βαρών.
με το σχολείο τίποτα.

Και την μικρή την Έφη
που την ξέρω από γεννησιμιού της.
Είναι τώρα στο δημοτικό.
Χαριτωμένη κι έξυπνη από νωρίς
καλή μαθήτρια, με όνειρα.

Τόσα χρόνια του ’λεγα του Σταύρου:
«–Εγώ, δεν πάω στο σούπερ μάρκετ,
ό,τι γίνει. Προτιμώ τους μικρούς
να ’χω σχέση προσωπική».

Δώσ’ του, λοιπόν, οι παραγγελίες
και το χρήμα να ρέει…

Ώσπου ήρθε η κρίση.
Με είδε από μακριά
να κουβαλάω από το σούπερ
για φθηνότερα
και μου φωνάζει:

«–Κυρία Χρηστάρα, μην
στέκεστε στην ουρά και περιμένετε.
Θα σας τα φέρνω εγώ από ’κει
χωρίς επιβάρυνση.
Με στηρίξατε τόσα χρόνια…»

Έτσι πια μισά-μισά.
Λίγα απ’ το μαγαζί
λίγα από την αλυσίδα,
χωρίς κόπο.

Τι σου κάνουν οι καλοί άνθρωποι.
Μιλάμε πλέον στον ενικό…

Και του βάζω ακόμη
ώρες-ώρες τις φωνές:
” -Θα τα φέρνεις στην
ώρα που υποσχέθηκες! “

Γρηγόρης Σακαλής, Κύμβαλο

Όταν θορυβείς
και διατυμπανίζεις
την ύπαρξη σου
με κάθε μέσον
όταν κυνηγάς
τα φώτα της ράμπας
και δίνεσαι
στο παιχνίδι της δημοσιότητας
απορώ
πώς θέλεις να λέγεσαι
πνευματικός άνθρωπος
εσύ που για άλλα
ήσουν ικανός
κι άλλα έκανες
γυρνάς τώρα με την αυλή σου
χρησιμοποιείς τη θέση σου
στον κρατικό μηχανισμό
για να υποβάλλουν
τα σέβη τους
οι νεότεροι υπηρέτες της τέχνης
σε σένα
τον μεγάλο δάσκαλο
ένα κύμβαλο αλαλάζον.

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Στους δρόμους της πόλης το 2024

… δονείται το κρεβάτι, ένα κομπρεσέρ με φτερά αγγέλου, ένα hotel που κάθεται στη μοναξιά στο μάτι μου και φυσικά εγώ, με το αγχωτικό χαμόγελο της εποχής να προσπαθώ να κλείσω ραντεβού στο ΕΣΥ, είναι εξωγήινοι δεν εξηγείται αλλιώς κι εγώ ίσως, αφού βλέπω το φεγγάρι ως μια ολοστρόγγυλη σφαίρα αίματος,
~
ας το ξεκαθαρίσουμε, καλή η τέχνη ακόμη και η μπουρδολογία σοβαρή ή όχι γύρω της, αλλά οι λέξεις, οι εικόνες είναι πάντοτε λόγια, μας χαϊδεύουν, μας βοηθούν ίσως να κρατάμε τις ιστορίες μας κοντά μας, αλλά αν το καλοσκεφτείς είναι τούβλα που κτίζουν τοίχους, κρύβοντας τη δυστυχία, την επιβίωση, το συναισθηματικό τρόμο,
~
βέβαια απαιτούνται τρύπες για να φτάσουμε στις πιο άσχημες σκέψεις και σπαθιά που τις ανοίγουν, και σίγουρα βοηθούν τα σκουριασμένα μπουλόνια της πίστης, οι σφικτές τσέπες των καλών, οι πατημασιές που ακολουθούμε, οι κομματικοί υπόκοσμοι, όλα με ετικέτες, η τέχνη, η υγεία, το ρεύμα, η δουλειά, τα γηρατειά και τόσα αλλά, σαν μπουκάλια με τερατάκια μέσα που κλαίνε, φυσικά υποκριτικά,
~
ένα στοιχειωμένο ονειρικό εφιαλτικό τοπίο, σε επική κλίμακα, κάπως έτσι μπορώ να περιγράψω την αυταπάτη μας, το χρόνο μας, αλλά παίζει και ένα ακατανόητο συναίσθημα, σαν να είμαστε σκονισμένοι κάπου πάνω σε χαμένες στιγμές που τις ξαναβρίσκουμε κοιτώντας τη σιωπή της αμφιβολίας με τη σιωπή της ελπίδας μας· σίγουρα ακατάστατες οι σκέψεις αλλά κυριαρχεί η γκροτέσκα φιγούρα της μοίρας μας και αυτό είναι που αντιμετωπίζει τη ματαιότητα, αλλά σαν σελοφάν στα μούτρα μας.

Κωνσταντίνα Γεωργαντά, Εγχειρίδιο ενός ρακένδυτου

Άγριοι καιροί
άγριες λέξεις
ήπιοι καιροί
άγριες λέξεις
μετριοπαθείς καιροί
άγριες λέξεις
καιροσκόποι γυμνοί κατάσκοποι
άγριες λέξεις
μεσόκοπες
νιούτσικες
καταραμένες
μα πάντα
άγριες λέξεις
πνιγμένες σε σκληρό μελάνι
άγριες λέξεις
να σου σχίζουν το χαρτί
να καιν το δέρμα
να σφυρίζουν μέσα στο χαμό
να σου παίρνουν το αλφάδι μέσα από τα χέρια –

πάρε αυτές τις λέξεις
και πέτα τες στο τζάμι
πέρασα όλα τα φώτα
κι έφτασα στο σκοτάδι.

*Από τη συλλογή “ρακοσυλλέκτης χρόνος”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούνιος 2015.

Κατερίνα Ζησάκη, από το “χωρίς εαυτό”

li pa (tc): αυτός – ή δεν (τότε)*

όλα είναι υγρά
καθίσματα ευκταίων εξουσιών
ευρύχωρα να κάθεται ένας ξένος σε οίκο που φτώχυνε
θα μικρύνετε ώστε το σπίτι να μεγαλώσει
δεν μας εξηγείται καθαρά
βγαίνω για αέρα στ’ απερίφραχτα
στενά αγγέλων με γλώσσα πνιγμένη και μέλλον που
όποιος τις πιάσει –

καταρρέει σημαίνει ξυλεύεται
ό,τι πούμε η ηχώ θα συρρικνωθεί
όμως αν φουσκώσει το ποτάμι
έμβρυο της πόλης θαμμένο
θα τη γκρεμίσει
όλα ενώνονται υπογείως
μέρα βροχερή που δεν έχει βρέξει
παρανοϊκά πέφτουν κεραυνοί
μ’ έναν ήχο σαν

αλλά δεν ακούγονται

*Απόδοση εκ της Haitian creole (κρεολή: γλώσσα επαφής, με φυσικούς ομιλητές)

**Από τη συλλογή “χωρίς εαυτό”, Εκδόσεις Έρμα, Μάρτιος 2022.

Μαρία Γερογιάννη, Έξι ποιήματα

Στη Ζωή

Σ’ έναν δίσκο – Ουρανός

Ο ήλιος ένα πιάτο
Φεγγάρι το ποτήρι
Ένα κρίνο – να μας κρίνει!

*

Σ’ αγαπώ

Όταν σου ‘δινα το πορτοκάλι μου
δεν μ’ άρεσε το μήλο σου

*

Μη φοβού

Είδες το μισοφέγγαρο;
Έτοιμο να αναποδογυρίσει
Στη μια του άκρη
Το βάρος των παθών σου.

Εμείς στην άλλη
με άνεμο λεβάντε, σπάρτα και πασχαλιές

*

Κράτα καθαρό το δρόμο των φιλιών
όταν βραδιάζει,
να κυλήσεις το κέρμα της νύχτας.

Θα σ’ εύρει άσπρο γιασεμάκι το ξημέρωμα

*

Ηθάλ

Σε πονώ για τα λάθη σου

Στην πλάτη σου,
Καρφιά τα λάθη τους

*

Τον νάρκισσο
τον είπαν μανουσάκι
κι ακόμη πως
το μάζεψε το μύρισε η Περσεφόνη
και άνοιξε η γη

Ο Πλούτωνας την άρπαξε.

*Από τη συλλογή “ερωτεύτηκε τον Καρυωτάκη γιατί ερωτεύθηκε την Πολυδούρη”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2024.

Denise Levertov (1923-1997), Το μυστικό

Δύο κορίτσια ανακαλύπτουν
το μυστικό της ζωής
ξαφνικά στη γραμμή ενός
στίχου
.
Εγώ που δεν το ξέρω
το μυστικό, έγραψα
το στίχο. Μου
είπαν
.
(μέσω τρίτου προσώπου)
ότι το έχουν βρει
αλλά δεν μου είπαν το μυστικό
ούτε καν
.
ποιος στίχος ήταν. Χωρίς αμφιβολία
από τώρα, σε μια βδομάδα
το πολύ, θα έχουν ξεχάσει
το μυστικό
.
το στίχο, τον τίτλο τού
ποιήματος. Τις αγαπώ
που βρήκαν αυτό που
εγώ δεν μπορώ να βρω
.
και που με αγαπούν
για τη γραμμή που έγραψα,
και που την ξέχασαν
έτσι ώστε
.
χίλιες φορές, μέχρι ο θάνατος
να τις βρει, μπορεί
ν’ ανακαλύψουν ξανά το μυστικό
σε άλλους στίχους
.
σε άλλες
περιστάσεις. Κι επειδή
γύρεψαν να το μάθουν
και δεδομένου
.
ότι υπέθεσαν ότι υπάρχει
ένα τέτοιο μυστικό, ναι,
πάνω απ’ όλα γι’ αυτό
τις αγαπώ.

*Μετάφραση: Σ.Θ.