Η δασκάλα έλεγε
Πάντα
Πως η καθαριότητα
Είναι
Μισή αρχοντιά
Η μαμά σας
Θα κόβει τα νύχια
Ο κουρέας τα μαλλιά
Όσο για το μυαλό σας
Μου δώσαν ειδικό ψαλίδι
Να σας το παίρνω
Πάντα σύρριζα.
Γιάννης Υφαντής, Καθρέφτης
Στους περισσότερους ανθρώπους
βλέπειςτον εαυτό σου
“δι’ εσόπτρου εν αινίγματι”.
Σχεδόν πάντα μπροστά σου στέκουν ή περνούν
στενοί καθρέφτες, ραγισμένοι ή θολοί.
Και σκέφτομαι
που η παρουσία του Θεού ή όπως λένε η Δευτέρα Παρ-ουσία
άλλο δε θα ‘ναι
παρά μόνο ένας μεγάλος καθρέφτης καθαρός
όπου ολόκληρο θα δεις τον εαυτό σου κι ολοκάθαρη
της παρουσίας σου την ουσία θα χαρείς.
12 Νοέμβριος 2008 12:27 πμ
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://nosferatos.blogspot.com/2008/11/blog-post_230.html?showComment=1226442420000
Τζακ Κέρουακ, Κρασί στους αλήτικους δρόμους
Θα μπορούσα να κάνω κάτι χειρότερο
απ’ το να κάθομαι στους αλήτικους δρόμους
πίνοντας κρασί,
απ’ το να ξέρω πως τίποτα δεν έχει σημασία τελικά
να ξέρω πως δεν υπάρχει πραγματική διαφορά
ανάμεσα σε πλούσιους και φτωχούς
να ξέρω πως η αιωνιότητα δεν είναι ούτε
νηφάλια ούτε μεθυσμένη, να ξέρω όλα τούτα
νέος και να ‘μια ποιητής,
θα μπορούσα να ήμουν επιχειρηματίας και να λέω
τρομερές βλακείες και να πιστεύω πως ο Θεός
νοιάζεται για μένα,
αντί γι αυτό έκατσα σταυροπόδι σε μοναχικές
παρόδους και κανείς δεν με είδε, μόνο το μπουκάλι
είδαν κι αυτό είχε αδειάσει
κι έκανα έρωτα σε καλαμποκοχώραφα
και σε νεκροταφεία
για να μάθω πως οι νεκροί δεν κάνουν φασαρία
για να μάθω πως τα καλαμπόκια μιλάνε
(το ’να στ’ άλλο με χέρια γέρικα ξερά)
έκατσα στα σοκάκια νιώθοντας τα φώτα του νέον
και κοιτώντας τους επιστάτες της μητρόπολης
να στύβουν τις πατσαβούρες τους κάτω στα
σκαλιά της εκκλησίας.
Κάθομαι πίνω κρασί
και αγιάζω στις γραμμές του τρένου
απ’ το να είμαι εκατομμυριούχος και πάλι προτιμώ
να σωριάζομαι με κάποιον άμοιρο και φτηνό ουίσκι
στην πόρτα μιας αποθήκης, με θέα μεγάλα ηλιοβασιλέματα
σε χορταριασμένους αγρούς του σιδηροδρόμου
να ξέρω πως όσοι κοιμούνται στο ποτάμι
έχουν μάταια όνειρα, να ‘μια σταυροπόδι
μες στη νύχτα και να γνωρίζω τα πάντα
να ‘μια μοναχικός σκοτεινός
με το οπτικό νεύρο παρατηρητής
του διαμαντιού του κόσμου
που στροβιλίζεται.
*Από την Ανθολογία “Μπιτ ποίησης” , εκδ. Ροές. Εμείς το πήραμε από τον τοίχο του Σούλη Θωμόπουλος από το facebook.
Jorge Luis Borges, “Μαθαίνεις”
Μετά από λίγο μαθαίνεις
την ανεπαίσθητη διαφορά
ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι
και να αλυσοδένεις μια ψυχή.
Και μαθαίνεις πως Αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι
Και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια
Και αρχίζεις να μαθαίνεις
πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια
Και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις
Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου
με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα
Με τη χάρη μιας γυναίκας
και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού
Και μαθαίνεις να φτιάχνεις
όλους τους δρόμους σου στο Σήμερα,
γιατί το έδαφος του Αύριο
είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια
…και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο
να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.
Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις…
Πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου
μπορεί να σου κάνει κακό.
Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ
Αντί να περιμένεις κάποιον
να σου φέρει λουλούδια
Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις
Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη
Και ότι, αλήθεια, αξίζεις
Και μαθαίνεις… μαθαίνεις
…με κάθε αντίο μαθαίνεις.
Jorge Luis Borges, You learn
After a while you learn the subtle difference
between holding a hand and chaining a soul,
and you learn that love doesn’t mean leaning
and company doesn’t mean security.
And you begin to learn that kisses aren’t contracts
and presents aren’t promises,
and you begin to accept your defeats
with your head up and your eyes open
with the grace of a woman, not the grief of a child,
and you learn to build all your roads on today
because tomorrow’s ground is too uncertain for plans
and futures have a way of falling down in mid-flight.
After a while you learn
that even sunshine burns if you get too much.
So you plant your garden and decorate your own soul,
instead of waiting for someone to bring you flowers.
And you learn that you really can endure.
That you really are strong.
And you really do have worth.
And you learn. And learn.
With every good-bye you learn.
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο La Casta Diva στη διεύθυνση http://lacastadiva.wordpress.com/2014/09/08/480/
Angela Costi, Η λειτουργία της γιαγιάς Μαρούλας
η ζωή εν τάφω
στο φρεάτιο της σιωπής
ήχοι παιδικής ηλικίας
υπενθυμίσεις πεπρωμένων
επιστρέφουν έρποντας
η ζωή εν τάφω
Όταν γελάει είναι το ξεραμένο σύκο να το φας τις γιορτινές μέρες,
αυτή είναι η Γιαγιά γύρω μας ξανά, στα μπλε,
κι αυτός είναι ζωντανός εκεί λέγοντάς της να σωπάσει,
δεν υπάρχει κανείς αληθινός δόλος,
πίσω απ’ την τηλεόραση δεν υπάρχει καμιά παγιδευμένη πόρτα,
τίποτα δεν μπορεί να γλιστρήσει μέσα ή έξω,
όλα τα μονοπάτια οδηγούν στο ασφαλές μέρος όπου η τροφή και η σκέψη εναρμονίζονται,
φτιάχνει σάντουιτς αντί για σούπες, σήμερα είναι απλό –
ένας κίτρινος μπόγος σαπουνιού και χαρτιού τουαλέτας
– ποιος θα πάρει την πρώτη μπουκιά;
Στο Anglesea αφήνει το φουλάρι της να σκουπίσει την άμμο και αυτή πέφτει
σαν τρελή για τα κύματα, σαν να γίνεται το μαύρο γαρύφαλλο στο ρυζόγαλο
μαδημένο πάντα, πριν το άρωμα κατακλύσει την μπουμπουκιασμένη γεύση ενός μωρού, κλαίγοντας για κάτι να νανουρίσει τη γλώσσα του
και τρέποντας σε φυγή το κεντρί.
η ζωή εν τάφω
τόσο μακριά
απ’ το Αρχαίο Ελληνικό Ευαγγέλιο
που μυρίζει λιβάνι
πρόσωπα εικόνων σε πλαίσιο
τόσο μακριά
απ’ τον παλιό μου τόπο
η ζωή εν τάφω
Μόνο για τον Enzo θα σπάσει την πασχαλινή σοκολάτα σε αρκετά κομμάτια
αναμειγνύοντάς τη με μακαρόνια,
ανοίγοντας και κλείνοντας το σιωπηλό του σπήλαιο,
τροφοδοτώντας τη νεκρή του σύζυγο,
προσευχόμενη στα παιδιά του να επισκεφτεί τα μάτια του Enzo για να της μιλήσουν
– τα ζωντανά φαντάσματα είναι δυσκολότερο να ευχαριστηθούν.
Κανένας δεν μπορεί να την εμποδίσει από το να χτυπάει τη γροθιά της στα κόκκινα τούβλα,
τα αίματα πρέπει να περιπλέκονται στα σχέδια με τα μπλε νήματα σαν κρόσσια
σχηματίζοντας μια βουνίσια λίμνη, χωριάτικους λόφους, λουλούδια από αρχαίο χώμα –
κοιτάξτε τα όμορφα πετσετάκια μου
– ένας χάρτης λεηλασιών, μια ζωή μαχαιριών, βράχων και ουροδοχείων.
Αυτή θα ξεπεράσει τις προσδοκίες για να φτάσει σε μια πλήρη ωριμότητα
που μόνο οι ευλογημένοι φτάνουν.
Απόψε θα κοιμηθεί μ’ ένα χρωματισμένο αυγό κάτω από το μαξιλάρι της
που θα ραγίσει
και η μυρωδιά θα υφανθεί στα όνειρά της.
η ζωή εν τάφω
καθώς το τελευταίο φύλλο αγκαλιάζει
το μαραμένο δέντρο
κάνοντας την τελική του προσευχή
στο φρεάτιο της σιωπής
ήχοι παιδικής ηλικίας
υπενθυμίσεις πεπρωμένων
επιστρέφουν έρποντας
η ζωή εν τάφω
η ζωή εν τάφω
τόσο μακριά από…
και η μυρωδιά θα υφανθεί στα όνειρά της
τόσο μακριά από…
η ζωή εν τάφω
*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
Anne Sexton, Για τον εραστή μου που επέστρεψε στη γυναίκα του
Ivan Goll, Morgue
Βάσσος Γεώργας, κρεμάστηκαν απ’ το σβέρκο μου
κρεμάστηκαν
απ΄το σβέρκο μου
μικρές σκληρές αλήθειες
σαν σχισμένα άμφια
με κεντημένα χρυσά στολίδια
από αρβανίτικα παραμύθια
ξεροβήχω και κοιτάζω
αδέλφια και πρωτοξάδελφα
αμίλητα να τρέμουν το χρόνο
που μας συμβουλεύει
και με σπασμένα δόντια και
μελανιασμένο κορμί
απαγγέλλουμε μετρώντας
απ΄το τέλος προς την αρχή
στίχους της Οδύσσειας
σαν ξυπόλητες φιγούρες
στο γάμο του Καραγκιόζη
που απολαμβάνουν
τα πρωτοβρόχια ενώ φλέγονται
απ΄το αλάτι της γης
όλες μου οι πληγές
στρέφεται η ψυχή μου
σαν δείκτης πυξίδας
στο κέντρο του ουρανού
και προσανατολίζεται μεγαλώνω σκληρά
γιατί ποτέ μου
δεν φοβήθηκα
να αντιμιλήσω
και να τσακωθώ
με κανένα
απ΄τους γερασμένους
θεούς τύρρανους
της εφηβικής μου πατρίδας
κι ας προσευχόμουν
στο όνομά τους
για χρόνια
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης πάρθηκαν από τον τοίχο του Βάσσου Γεώργα στο facebook.
Κώστας Γαρίδης, Σύντομο ελεγείο στη μικρή κόρη της φάμπρικας
Ξυπνούσε τη νύχτα. Την έβλεπα
κάθε πρωί στο μουντό φως να γυρίζει στους δρόμους
σαν ένα φεγγάρι που χάνει το δρόμο του.
Σαν ένα φεγγάρι που το δέρνουν οι άνεμοι
και το πνίγουν τα σύννεφα. Τα χοντρά της παπούτσια
θορυβούσαν περίεργα, λες και περνούσαν
νικηφόροι στρατοί. Ήταν ένα κλωνάρι
λυγαριάς που δε μέστωσε. Εκείνη την ώρα
ξυπνούσαν οι φάμπρικες με χοντρά μαύρα χέρια
για να πνίξουν τον ήλιο. Ένα τέταρτο δρόμος.
Ώσπου ν’ άνοιγε η μια πόρτα έκλεινε η άλλη
και ντουβάρια που ψήλωναν για να κρύψουν τον ήλιο.
Ένα τέταρτο δρόμος.
Κι η μέρα δεν ήταν παραπάνω από τέταρτο.
Τα χοντρά της παπούτσια
μετρούσαν τις μέρες και τα χρόνια με τέταρτα.
Μετρούσαν τον ήλιο και το φως με στιγμές.
Πόσος ήλιος και πόσο φως καθρεφτίστηκε
στα μεγάλα της μάτια; Πόσο πήρε μαζί της;
χαιρετίσματα στ’ άλλα μικρότερ’ αδέρφια της
που κοιμούνται στη γη;
*Το ποίημα του Κώστα Γαρίδη είναι παρμένο από εδώ http://poihtikostayrodromi.blogspot.gr/search/label/%CE%93%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82%20%CE%9A%CF%8E%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%82








